Αστική Δημοκρατία, ιμπεριαλιστική ηγεμονία και τα όρια της «ενσωματωμένης αριστεράς», του Ηλία Σκυλλάκου

Αστική Δημοκρατία, ιμπεριαλιστική ηγεμονία και τα όρια της «ενσωματωμένης αριστεράς», του Ηλία Σκυλλάκου

 

από το facebook του Ηλία Σκυλλάκου

 

 

Ζούμε σε έναν κόσμο που εισέρχεται σε φάση γενικευμένης αστάθειας και ανοιχτής σύγκρουσης. Ο καπιταλισμός βρίσκεται σε δομική κρίση, οι ανισότητες βαθαίνουν, οι πόλεμοι πολλαπλασιάζονται και η ιμπεριαλιστική επιθετικότητα επιστρέφει ως κανονικότητα. Οι Ηνωμένες Πολιτείες επιδιώκουν να διατηρήσουν την παγκόσμια κυριαρχία τους με κυρώσεις, στρατιωτική περικύκλωση, οικονομικό στραγγαλισμό και άμεσες ή έμμεσες επεμβάσεις σε κάθε μεριά του πλανήτη.

Σε αυτό το περιβάλλον, η έννοια της «δημοκρατίας», των «δικαιωμάτων» και της «διεθνούς νομιμότητας» χρησιμοποιείται επιλεκτικά, ως ιδεολογικό εργαλείο νομιμοποίησης της ιμπεριαλιστικής πολιτικής, ενώ την ίδια στιγμή εγκαταλείπεται πλήρως όταν έρχεται σε σύγκρουση με τα συμφέροντα των ιμπεριαλιστών.

Μέσα σε αυτή τη συγκυρία, το ερώτημα της πολιτικής τοποθέτησης είναι βαθιά υλικό και στρατηγικό. Και ακριβώς εδώ αναδεικνύονται τα όρια των δυνάμεων της ενσωμάτωσης οι οποίες, παρα το γεγονός οτι αυτοαποκαλούνται «αριστερες» δυστυχώς, κρίνουν και τοποθετούνται μέσα από τα ίδια κανονιστικά φίλτρα του ιμπεριαλιστικού στρατοπέδου που παρακμάζει και γίνεται ακόμη πιο επιθετικό.

Και ο λόγος δεν είναι άλλος από το γεγονός ότι οι δυνάμεις αυτές δεν στέκονται έξω από το σύστημα που κριτικάρουν. Οι δυναμεις αυτές έχουν διαμορφωθεί ιστορικά μέσα στη φιλελεύθερη αστική δημοκρατία και, παρά τις ριζοσπαστικές διακηρύξεις, μεγάλο μέρος της υιοθετεί, δυστυχώς, τα βασικά της αξιώματα και πρότυπα. Έτσι, η αστική φιλελεύθερη δημοκρατία αντιμετωπίζεται ως καθολικό πρότυπο για όλα.

Ας δουμε σε αυτό το σημείο κάτι.

Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η αστική φιλελεύθερη δημοκρατία συγκροτήθηκε, μεταξύ άλλων, στις καπιταλιστικές μητροπόλεις της Δύσης, ενσωματώνοντας όλα τα πολιτισμικά τους χαρακτηριστικά. Παράλληλα, επεκτάθηκε και στην Περιφέρεια – στις εξαρτημένες από τον ιμπεριαλισμό δυτικές χώρες – ως πολιτικό εποικοδόμημα συγκεκριμένων κοινωνικών σχέσεων. Δηλαδή της κυριαρχίας της αστικής τάξης, της μισθωτής εκμετάλλευσης και της ιμπεριαλιστικής εξάρτησης.

Με αυτόν τον τρόπο διαμορφώθηκε η αρχιτεκτονική πάνω στην οποία οικοδομήθηκε η ιμπεριαλιστική ηγεμονία των καπιταλιστικών μητροπόλεων, ενώ στην Περιφέρεια αυτή η αρχιτεκτονική παγιώθηκε σε πολιτικό, στρατιωτικό, οικονομικό και πολιτισμικό επίπεδο, αναπαράγοντας τις σχέσεις εξάρτησης και υποτέλειας.

Με βάση τα παραπάνω, στη Δύση η δημοκρατία έχει ταυτιστεί πολιτισμικά με τη φιλελεύθερη αστική της μορφή, η οποία παρουσιάζεται ως το μοναδικό «έγκυρο και νομιμοποιημένο πρότυπο» πολιτικής οργάνωσης.

Αυτή η ταύτιση παράγει μια σημαντική πολιτισμική ηγεμονία: ό,τι δεν χωρά στα δυτικά σχήματα αντίληψης θεωρείται εκ των προτέρων ελλειμματικό ή προβληματικό.

Μαζί με αυτήν, προβάλλονται ως καθολικά και αυτονόητα και συγκεκριμένα πρότυπα ατομικών δικαιωμάτων, τρόπου ζωής, διασκέδασης, που είναι άρρηκτα δεμένα με την ιστορική εμπειρία και κουλτούρα των δυτικών καπιταλιστικών κοινωνιών.

Αυτός ο τρόπος συγκρότησης της αστικής δημοκρατίας επηρέασε βαθιά, κυρίως, τις κοινωνίες των ιμπεριαλιστικών μητροπόλεων, όπου τμήματα της εργατικής τάξης και των λαϊκών στρωμάτων διαπαιδαγωγήθηκαν πολιτισμικά και ιδεολογικά να αντιλαμβάνονται τις χώρες της Αφρικής, της Ασίας, της Μέσης Ανατολής και του Παγκόσμιου Νότου ως «καθυστερημένες», «προβληματικές» ή ανίκανες για αυτοτελή πολιτική και κοινωνική οργάνωση, αποκρύπτοντας πως η φτώχεια στις χώρες αυτές ήταν αποτέλεσμα της αποικιοκρατικής καταλήστευσης των πρώτων υλών και της φθηνης εργασίας από τις δυτικές χώρες και μονοπώλια τους.

Με αυτόν τον τρόπο, η αποικιοκρατική και ιμπεριαλιστική ιεράρχηση των λαών δεν επιβλήθηκε μόνο από τις άρχουσες τάξεις, αλλά εσωτερικεύτηκε και από ευρύτερα κοινωνικά στρώματα.

Αντίστοιχα, δυστυχώς, αυτή η ιδεολογική και πολιτισμική διαπαιδαγώγηση επηρέασε και τις κοινωνίες των εξαρτημένων χωρών της ίδιας της Ευρώπης, όπως και την Ελλάδα, οι οποίες, αν και τυπικά ενταγμένες στον «δημοκρατικό πυρήνα» της Δύσης, βιώνουν σχέσεις οικονομικής, πολιτικής και στρατηγικής εξάρτησης από τις ιμπεριαλιστικές μητροπόλεις ενω δεν υπήρξαν ποτέ ίδιες αποικιοκρατικές χώρες.

Στις κοινωνίες αυτές, τμήματα της εργατικής τάξης και των λαϊκών στρωμάτων υιοθέτησαν συχνά το ίδιο ιεραρχικό βλέμμα απέναντι στον Παγκόσμιο Νότο, ταυτιζόμενα πολιτισμικά με τα πρότυπα και τις αξίες των κυρίαρχων δυνάμεων, παρά το γεγονός ότι οι ίδιες υφίστανται πολιτικές επιτήρησης, λιτότητας, ληστείας του δημόσιου πλούτου, μνημόνια και περιορισμό της λαϊκής κυριαρχίας.

Σε αυτές τις εξαρτημένες χώρες, η φιλελεύθερη αστική δημοκρατία, μέσα από μια μακρόχρονη διαδικασία, λειτούργησε ως μηχανισμός σταθεροποίησης των σχέσεων στα πρότυπα της αρχιτεκτονικής του δυτικού στρατοπέδου, διαμορφώνοντας ακόμη και τις πεποιθήσεις στις πλατιές λαϊκές μάζες. Κατοχύρωσε θεσμικά την πρωτοκαθεδρία της αγοράς, διασφάλισε την αστική εξουσία, με μια αστική τάξη πλήρως κομπραδόρικη, διαμόρφωσε την αποδοχή του ηγεμόνα ΗΠΑ ως «προστάτη», περιόρισε τη λαϊκή κυριαρχία και ενσωμάτωσε, μεταξύ άλλων, τις κοινωνικές αντιστάσεις πολλές φορές σε ακίνδυνα κανάλια θεσμικής εκτόνωσης.

Με αυτόν τον τρόπο, η φιλελεύθερη αστική δημοκρατία λειτούργησε ως βασικός μηχανισμός αναπαραγωγής της ιμπεριαλιστικής ηγεμονίας στο εσωτερικό της ίδιας της Ευρώπης, με τις Ηνωμένες Πολιτείες και τα αμερικανικά μονοπώλια να καθορίζουν τον στρατηγικό, στρατιωτικό, οικονομικό και γεωπολιτικό ορίζοντα και τη Γερμανία–Γαλλία και τα μονοπώλιά τους να διαμορφώνουν κυρίως τον οικονομικό και θεσμικό πυρήνα της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης.

Η πολιτική και οικονομική αρχιτεκτονική της Ευρωπαϊκής Ένωσης συγκροτήθηκε ακριβώς πάνω σε αυτή τη διπλή ηγεμονία.

Τα θεσμικά της χαρακτηριστικά – εκλογές, κοινοβούλια – στα δυτικά πρότυπα ρυθμίζουν αυτή την ταξική κυριαρχία και, παράλληλα, την ιμπεριαλιστική ηγεμονία στις εξαρτημένες χώρες, διασφαλίζοντας τη σταθερότητα του συστήματος και τη νομιμοποίησή του στο εσωτερικό των καπιταλιστικών χωρών.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο διαμορφώθηκε και το μεγαλύτερο μέρος των πολιτικών κομμάτων στη Δύση, ακόμη και αυτών που παρουσιάζονται ως «αριστερά ή κομμουνιστικά», τα οποία, εκτός εξαιρέσεων, διαπαιδαγωγήθηκαν, ως μέρος της κοινωνιας εντός των ορίων της φιλελεύθερης αστικής δημοκρατίας, της ιμπεριαλιστικής αρχιτεκτονικής και των πολιτισμικών αυτών αξιών που αναπαράγουν.

Η αντίληψη αυτή είναι λογικό να διαπερνά μεγάλο μέρος της Αριστεράς στις καπιταλιστικές μητροπόλεις της Δύσης, καθώς οι χώρες αυτές και τα προνόμια που απολαμβάνουν οι κοινωνίες οφείλονται και στην αποικιοκρατική καταλήστευση. Δυστυχώς, όμως, στις εξαρτημένες χώρες της Ευρώπης, η ρεφορμιστική κυρίως Αριστερά, αλλά και άλλες δυνάμεις που αυτοπαρουσιάζονται ως κομμουνιστικές, αντί να αποδομούν αυτά τα πρότυπα, συχνά τα υιοθετούν ως αυτονόητο μέτρο πολιτικής νομιμοποίησης.

Με τον τρόπο αυτό, οι δυνάμεις αυτές αναπαράγουν το ίδιο πολιτισμικό και ιδεολογικό πλαίσιο, αξιολογώντας κοινωνίες και κινήματα του Παγκόσμιου Νότου με βάση την καθεστωτική αντίληψη για το κατά πόσο προσεγγίζουν τα δυτικά πρότυπα και όχι με βάση τους πραγματικούς όρους της ταξικής πάλης, της ιμπεριαλιστικής πίεσης και της ιστορικής εξάρτησης που βιώνουν οι κοινωνίες αυτές.

Κάνοντας μια παρένθεση, έχει αξία να τονιστεί πως με το ίδιο βλέμμα πολλά ρεύματα της δυτικής ρεφορμιστικής Αριστεράς αντιλαμβάνονταν κάποτε και την ΕΣΣΔ, την οποία αξιολογούσαν πάντα με κριτήριο τη φιλελεύθερη αστική ματιά. Όμως, ο αστικός φιλελευθερισμός αποτελεί δομικό και στρατηγικό εχθρό κάθε σοσιαλιστικής προοπτικής. Είναι η πολιτική και ιδεολογική μορφή μέσω της οποίας ο καπιταλισμός οργανώνει τη συναίνεση, νομιμοποιεί την ταξική κυριαρχία και θωρακίζει θεσμικά την ιδιωτική ιδιοκτησία, τη μισθωτή εκμετάλλευση και την ιμπεριαλιστική επέκταση. Είναι, με απλά λόγια, ο «φερετζές» της δικτατορίας του κεφαλαίου στον δυτικό κυρίως κόσμο.

Υπό αυτό το πρίσμα, σήμερα, για τις δυνάμεις του συστήματος αλλά και για τις ενσωματωμένες «αριστερές» δυνάμεις στον ιμπεριαλισμό, ο υπόλοιπος πλανήτης – Ασία, Αφρική, Λατινική Αμερική – αντιμετωπίζεται συχνά ως κάτι μακρινό, σχεδόν εξωτικό. Αυτή η απόσταση έχει οδηγήσει τις δυνάμεις αυτές να μιλούν γενικά για «λαούς», αποφεύγοντας τη σαφή πολιτική τοποθέτηση υπέρ συγκεκριμένων αγώνων και κυβερνήσεων που συγκρούονται ανοιχτά με την ιμπεριαλιστική εξουσία και την αποικιοκρατική πολιτική των ιμπεριαλιστικών χωρών που επιδιώκουν με κάθε τρόπο να συνεχίσουν την αποικιοκρατική τους παρέμβαση.

Και εδώ ακριβώς αποκαλύπτεται μια κρίσιμη πλευρά της αντίφασης. Η άρνηση των δυνάμεων αυτών, ειδικά στην Ελλάδα, να στηρίξουν έμπρακτα συγκεκριμένους αγώνες και κυβερνήσεις που συγκρούονται με την ιμπεριαλιστική επιβολή, αλλά και η κριτική που κάνουν πολλές φορές αφ’ υψηλού, δεν στηρίζεται σε κάποιο υπαρκτό, επεξεργασμένο και δομημένο πρότυπο σοσιαλιστικής οικοδόμησης που η ίδιοι εχουν παράξει, ή συγκροτήσει ως ιστορική εμπειρία εξουσίας στη χώρα μας. Το αντίθετο μάλιστα.

Από την άλλη, όμως, με περίσσιο θράσος, πολλές φορές περιορίζονται σε μια αφηρημένη κριτική από τα «ασφαλή» εδάφη της φιλελεύθερης αστικής δημοκρατίας, λειτουργώντας περισσότερο ως μια «επιτροπή αξιολόγησης» των άλλων παρά ως πολιτικά υποκείμενα που αναλαμβάνουν το βάρος της ρήξης.

Όμως το κρίσιμο ερώτημα σε παγκόσμια κλίμακα, σε μια εποχή βαθιάς κρίσης του καπιταλιστικού συστήματος και της επιθετικότητας του ιμπεριαλιστικού στρατοπέδου ΗΠΑ–ΝΑΤΟ–ΕΕ, δεν είναι ποια κοινωνία ανταποκρίνεται στα πρότυπα διακυβέρνησης που έχουμε διαμορφώσει στο φαντασιακό μας μέσα από τη δυτική οφθαλμαπάτη, αλλά ποιες δυνάμεις, κράτη και κινήματα συγκρούονται έμπρακτα με την ιμπεριαλιστική καταλήστευση, με τη στρατιωτική, οικονομική και πολιτική επιβολή που ασκείται από τις ιμπεριαλιστικές μητροπόλεις και ιδιαίτερα από τις Ηνωμένες Πολιτείες και τους συμμάχους τους.

Έτσι, σε συνθήκες ανοιχτής παγκόσμιας ιμπεριαλιστικής επίθεσης, ορισμένα κράτη δεν χωράει αμφιβολία πως λειτουργούν προοδευτικά, καθώς αντικειμενικά είναι τροχοπέδη στην ιμπεριαλιστική επέκταση και καταλήστευση, ανεξάρτητα από τον εσωτερικό τους πολιτικό σχηματισμό. Η σημασία τους απορρέει από το γεγονός ότι αρνούνται να ενσωματωθούν πλήρως στο πλέγμα της ιμπεριαλιστικής κυριαρχίας, κάτι που θα έπρεπε να είναι το ζητούμενο σήμερα, ακόμη και ως διακύβευμα για τη χώρα μας. Η άρνηση δυνάμεων της Αριστεράς της αναγνώρισης αυτού του ρόλου, στο όνομα μιας ηθικής αξιολόγησης των «καθεστώτων» στον υπόλοιπο πλανήτη, οδηγεί σε πολιτική τύφλωση.

Ακριβώς γι’ αυτό, ένα μεγάλο τμήμα των δυνάμεων αυτών, επηρεασμένο από τα παραπάνω πρότυπα, μεταφέρει στον δημόσιο διάλογο ακριβώς τα αφηγήματα της Δεξιάς και των ιμπεριαλιστών, καταλήγοντας να μιλούν για «δικτάτορες», «αυταρχικά καθεστώτα», «μουλαδες», αντί να τοποθετούνται με σαφήνεια απέναντι στο γεγονός ότι αυτές οι χώρες και δυνάμεις (που προφανώς δεν είναι σοσιαλιστικές) βρίσκονται στο στόχαστρο της ιμπεριαλιστικής στρατηγικής, ακριβώς επειδή αντιστέκονται στην πλήρη υποταγή και ενσωμάτωσή τους στο δυτικό σύστημα κυριαρχίας που, με αποικιοκρατικούς όρους, θέλει να αρπάξει τα πάντα.

Ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο, αυτές οι δυνάμεις της «αριστερας» καταλήγουν επανειλημμένα να «πατούν τη μπανανόφλουδα» της κυρίαρχης αφήγησης και να συντάσσονται, άλλοτε σιωπηρά και άλλοτε ανοιχτά, με τις ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις, τις επιχειρήσεις αποσταθεροποίησης και τις λεγόμενες «δημοκρατικές μεταβάσεις» τύπου «έγχρωμων επαναστάσεων», που χρηματοδοτούνται και στηρίζονται από τις ΗΠΑ και την Ε.Ε ή βλέπουν παντού «ιμπεριαλιστές να συγκρούονται» ταυτίζοντας το θύτη με το θύμα.

Τελικά, οι δυνάμεις αυτές, ανεξάρτητα αν αυτοπροσδιορίζονται «αριστερές», «κομμουνιστικές» κ.τ.λ., σε μεγάλο βαθμό στην Ελλάδα δυσκολεύονται να συγκροτήσουν έναν πραγματικό διεθνισμό.

Ο διεθνισμός τους παραμένει ηθικός και ρητορικός, ακριβώς γιατί αποσυνδέουν συστηματικά τον εσωτερικό αγώνα από το παγκόσμιο πεδίο σύγκρουσης.

Φοβάται, γιατί ο πραγματικός διεθνισμός προϋποθέτει την αναγνώριση ότι τα υλικά και πολιτικά προνόμια που απολαμβάνουν οι κοινωνίες της Δύσης – ακόμη και τα μικροαστικά στρώματα που αυτοπροσδιορίζονται ως «Αριστερά» – συνδέονται, μεταξύ άλλων και με την παγκόσμια ανισότητα, τη λεηλασία του Παγκόσμιου Νότου και την ιμπεριαλιστική επιβολή ανά τους αιώνες από τις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις.

Με αυτόν τον τρόπο, μεγάλο μέρος της κοινωνίας, ειδικά των μικροαστικών στρωμάτων και της εργατικής αριστοκρατίας ακόμη και αν προσδιορίζεται ως «αριστερό», δεν είναι διατεθειμένο να χάσει αυτά τα προνόμια που αποκτήθηκαν από την καταλήστευση αυτή. Αρνείται να βγει έξω από τα όρια της ιμπεριαλιστικής κυριαρχίας των ΗΠΑ και της Ε.Ε και έχει αποδεχτεί να παίζει τον ρολο του διαχειριστή της υπάρχουσας ταξης πραγμάτων.

Φοβάται, επίσης, γιατί ο διεθνισμός απαιτεί καθαρή πολιτική τοποθέτηση σε συνθήκες σύγκρουσης. Δεν επιτρέπει ίσες αποστάσεις, ούτε άνετες ηθικολογικές κρίσεις εκ των υστέρων. Υποχρεώνει σε επιλογή πλευράς απέναντι στον ιμπεριαλισμό, ακόμη κι όταν οι δυνάμεις που τον αναχαιτίζουν δεν ταυτίζονται με τα ιδεολογικά ή πολιτισμικά πρότυπά τους.

Αυτός ο φόβος της «λανθασμένης επιλογής» μεταφράζεται σε πολιτική αδράνεια και σε μια μόνιμη αναβολή της σύγκρουσης.

Επί της ουσίας, ο κυρίαρχος όγκος των δυνάμεων αυτών, εκτός ορισμένων εξαιρέσεων, φοβάται γιατί ένας πραγματικός διεθνισμός θα αποκάλυπτε τα όρια και τις αντιφάσεις των ίδιων αλλά και την μικροαστική τους σύνθεση. Θα έφερνε στο φως τον βαθμό ενσωμάτωσής τους στην κανονικότητα του συστήματος που δηλώνουν ότι αντιμάχονται και θα απαιτούσε ρήξεις με το πολιτικό, κοινωνικό αλλά και ιδιαίτερα με το πολιτισμικό περιβάλλον μέσα στο οποίο έχουν μάθει να κινούνται.

 

Οι πάντα ανοικτές φλέβες της Λατινικής Αμερικής

Οι πάντα ανοικτές φλέβες της Λατινικής Αμερικής

Η εργατική τάξη από το χτες στο σήμερα, του Κώστα Πασσά

Η εργατική τάξη από το χτες στο σήμερα, του Κώστα Πασσά

Τι είναι και τι θέλει η Πρωτοβουλία μας (αφίσα και συνοπτικό υλικό)

Σελίδα Facebook

Loading...

Μετά τη λογοκριτική διαγραφή του συντρόφου Κωστή Μηλολιδάκη από το facebook, παραθέτουμε εδώ το κανάλι του στο Telegram, με ενημερώσεις και μεταφράσεις για τα διεθνή ζητήματα και έμφαση στη ρωσο-νατοϊκή σύγκρουση στην Ουκρανία: