Για το φοιτητικό κίνημα…

…μετά τους αγώνες ενάντια στα ιδιωτικά Α.Ε.Ι.

…ενόψει των φοιτητικών εκλογών

Έχει γίνει πλέον σαφές με κάθε τρόπο για την ακαδημαϊκή κοινότητα, ότι από την εκλογή της στην κυβέρνηση το 2019, η Νέα Δημοκρατία έχει εξαπολύσει μια άνευ προηγουμένου αντιεκπαιδευτική επίθεση, βάζοντας στο στόχαστρο όλες τις κατακτήσεις του φοιτητικού – πανεκπαιδευτικού κινήματος της μεταπολίτευσης.

Τα Α.Ε.Ι., ωστόσο, αντιμετώπιζαν ήδη χρόνια προβλήματα που είχαν προκληθεί εξαιτίας των πολιτικών που εφάρμοσαν όλες οι προηγούμενες κυβερνήσεις στον τομέα της εκπαίδευσης, όπως η υποχρηματοδότηση και οι τρομακτικές ελλείψεις σε διδακτικό και διοικητικό προσωπικό, όπως και σε υποδομές και εξοπλισμό. Παράλληλα, η ύπαρξη διδάκτρων στα περισσότερα μεταπτυχιακά προγράμματα σπουδών και γενικά μια σειρά από παράγοντες που καθιστούν τη δημόσια δωρεάν ανώτατη εκπαίδευση κάθε άλλο παρά δωρεάν, δοκιμάζουν χρόνο με το χρόνο τόσο τον δημόσιο χαρακτήρα της, όσο και την ίδια την ποιότητα της παρεχόμενης γνώσης.

Σε συνέχεια των παραπάνω, η κυβέρνηση της ΝΔ ήρθε να επιταχύνει ραγδαία την εφαρμογή των σχεδίων της Ε.Ε. για την εμπορευματοποίηση της παιδείας. Προαπαιτούμενο για την εφαρμογή τους ήταν η καταστολή των αντιδράσεων της ακαδημαϊκής κοινότητας και κυρίως του φοιτητικού κινήματος. Στα πλαίσια αυτής της επίθεσης είδαμε τα τελευταία χρόνια την κυβέρνηση να περνάει, μεταξύ άλλων, μέτρα όπως:

  • τον κατακερματισμό των πτυχίων και την ισοτίμηση των επαγγελματικών δικαιωμάτων των πτυχίων των ΑΕΙ με εκείνα των ιδιωτικών κολλεγίων,
  • την αλλαγή στον τρόπο της χρηματοδότησης των Πανεπιστημίων στην κατεύθυνση κόστους – οφέλους,
  • την ψήφιση της Ελάχιστης Βάσης Εισαγωγής που περιορίζει κατά πολύ τον αριθμό των εισακτέων, καθώς και τις διαγραφές φοιτητών μετά από ένα ορισμένο χρονικό διάστημα σπουδών,
  • την κατάργηση του πανεπιστημιακού ασύλου, την επέμβαση του κατασταλτικού μηχανισμού της αστυνομίας τακτικά εντός των ακαδημαϊκών χώρων και τον τραυματισμό φοιτητών,
  • την προσπάθεια κατάργησης των συνδικαλιστικών οργάνων των φοιτητικών συλλόγων με τα ενιαία ψηφοδέλτια και φυσικά με την ψήφιση του Νόμου Κεραμέως – Χρυσοχοΐδη του 2021, που, μεταξύ άλλων, προέβλεπε την θεσμοθέτηση πειθαρχικών διώξεων στους φοιτητές καθώς και την ίδρυση της Πανεπιστημιακής Αστυνομίας (Ο.Π.Π.Ι), διάταξη η οποία έχει ωστόσο αναιρεθεί στην πράξη χάρη στη δυναμική αντίδραση του φοιτητικού κινήματος.

Το αποκορύφωμα όλων των παραπάνω ήταν η προκλητική απόφαση της κυβέρνησης να φέρει προς ψήφιση νομοσχέδιο για την ίδρυση αμιγώς ιδιωτικών Α.Ε.Ι (το οποίο εν τέλει ψηφίστηκε μόνο από την κυβερνητική πλειοψηφία στις 7/3/2024), μια κίνηση που εκτός των άλλων είχε και αντισυνταγματικό χαρακτήρα καθώς έρχεται σε ευθεία αντίθεση με το άρθρο 16 του Συντάγματος. Η εξέλιξη αυτή λειτούργησε σαν αφύπνιση για το φοιτητικό κίνημα και είδαμε πρωτόγνωρα έντονες, διαρκείς και πολύ μαζικές αντιδράσεις: Ο αγώνας των φοιτητών ήταν διαρκής και αποκρυσταλλώθηκε σε μαζικές Γενικές Συνελεύσεις με αγωνιστικές αποφάσεις, καταλήψεις στην πλειοψηφία των τμημάτων πανελλαδικά, καθώς και μεγαλειώδεις διαδηλώσεις με αποκορύφωμα τις δύο πανελλαδικές όταν και βούλιαξε το κέντρο της Αθήνας από μέλη της πανεπιστημιακής κοινότητας, εργαζόμενους αλλά και ανθρώπους των ευρύτερων λαϊκών στρωμάτων, οι οποίοι εξέφρασαν την εναντίωσή τους σε αυτή την πρόκληση της κυβέρνησης.

Οι λόγοι για τους οποίους ένα τέτοιο κίνημα, αν και πήρε τόσο μαζικά χαρακτηριστικά, δεν πέτυχε τον σκοπό του, είναι τόσο αντικειμενικοί όσο και υποκειμενικοί. Ξεκινώντας από τους πρώτους, είναι σαφές ότι η πλευρά της κυβέρνησης ξεκινούσε να αντιμετωπίσει αυτές τις κινητοποιήσεις από θέση ισχύος, ακόμα και συγκριτικά με αντίστοιχα κινήματα προηγούμενων ετών/δεκαετιών: προερχόταν από μια σαρωτική επικράτηση στις εκλογές του καλοκαιριού με αυτήν ακριβώς την ατζέντα για την παιδεία, έχει υπεροπλία στα Μ.Μ.Ε. και, ως εκ τούτου, ευχέρεια, τόσο να προετοιμάζει το έδαφος για τέτοιες μεταρρυθμίσεις, όσο και να προωθεί το αφήγημα της μέσω των παπαγάλων της. Ταυτόχρονα, έχει και τη δυνατότητα να επιστρατεύει ένα μεγάλο νομικό/πειθαρχικό οπλοστάσιο καταστολής και κυρώσεων που έχει εξασφαλίσει από τις διατάξεις των προηγούμενων χρόνων, όπως οι επεμβάσεις της αστυνομίας που είδαμε σε κάποιες περιπτώσεις, καθώς και η απειλή διαγραφών φοιτητών μέσω του ορίου σπουδών και των πειθαρχικών συμβουλίων.

Οι υποκειμενικοί λόγοι, από την άλλη, σχετίζονται με τη στάση των αγωνιστικών δυνάμεων κατά τη διάρκεια των κινητοποιήσεων. Το άκουσμα ότι η κυβέρνηση πρόκειται να φέρει ένα τόσο προκλητικό νομοσχέδιο, αλλά και η ενεργοποίηση του μηχανισμού των συστημικών παρατάξεων που λειτουργούν ως “Πέμπτη φάλαγγα” εντός των συλλόγων (ΔΑΠ – ΝΔΦΚ , ΠΑΣΠ), ώθησαν τις κινηματικές δυνάμεις να κρατήσουν μια πρωτοφανή ενωτική στάση. Η σοβαρότητα της κατάστασης, αλλά και η πίεση, τόσο από την αντίπαλη πλευρά, όσο και από τη μεγάλη μάζα των φοιτητών, οδήγησε στο να δούμε κοινά πλαίσια σε Γενικές Συνελεύσεις από ΠΚΣ, ΕΑΑΚ και άλλες αγωνιστικές δυνάμεις, καθώς και – για ένα ορισμένο διάστημα – κοινό σχεδιασμό αγώνα μέσω κοινών συντονιστικών καταλήψεων. Αυτή η γραμμή λοιπόν ηγεμόνευσε πολιτικά στο κίνημα από την άποψη ότι αγκαλιάστηκε από τον κόσμο και απέδωσε με τον τρόπο που είδαμε στις συνελεύσεις και στον δρόμο, η γραμμή, δηλαδή, της μέγιστης συσπείρωσης ενάντια στο νομοσχέδιο και η συμμαχία μεταξύ των αγωνιστικών δυνάμεων του κινήματος πάνω σε αυτό το συγκεκριμένο και απτό αίτημα, χωρίς κωλύματα και μαξιμαλισμούς (π.χ. αντικαπιταλιστικό περιεχόμενο/λαϊκή εξουσία).

Δυστυχώς, στην πορεία των κινητοποιήσεων είδαμε κυρίως την ΠΚΣ σταδιακά να εγκαταλείπει αυτή την τακτική, με σκοπό τη δική της πολιτική ενίσχυση, αγνοώντας εν τέλει τον βασικό στόχο, την απόσυρση του νομοσχεδίου. Αυτό εκφράστηκε με διάφορους τρόπους, όπως με τη δημιουργία τεχνητής έντασης – τριγμών σε διάφορες σχολές πανελλαδικά, με αποκορύφωμα την αποκαρδιωτική εικόνα οργανωτικής αντιπαράθεσης που είδαμε στο μεγάλο πανελλαδικό συλλαλητήριο στις 8/2 στα Προπύλαια, με συνυπεύθυνη την ΑΡΑΣ, κάτι που το μόνο που κάνει είναι να ενισχύει το αφήγημα της κυβέρνησης. Γενικώς, πρέπει να είναι αντιληπτό  ότι η συμπόρευση πρέπει να γίνεται με όρους πολιτικούς και όχι οργανωτικούς, δηλαδή η “γραμμή” να κρίνεται από το με ποια ανάλυση και ποιο σχεδιασμό μπορεί να υπάρξει μεγαλύτερη σύγκρουση και, εν τέλει, νίκη. Κατά αυτόν τον τρόπο είναι εφικτό να πραγματοποιηθεί και μια πιο ουσιώδης συζήτηση στις Γενικές Συνελεύσεις ως προς τους όρους οργάνωσης του φοιτητικού κινήματος.

Επιπλέον, η κουλτούρα αποκλιμάκωσης που έχουν αναπτύξει οι δυνάμεις της κυρίαρχης αγωνιστικής παράταξης και πρώτης πανελλαδικά στις φοιτητικές εκλογές, δηλαδή της ΠΚΣ/ΚΝΕ, τα τελευταία χρόνια, καθώς και η εκλογολαγνεία που τη διακρίνει, όπως αποκρυσταλλώνεται σε ενδοτικότητα στον φόβο μιας μερίδας των φοιτητών για πιθανές επιπτώσεις από τις κινητοποιήσεις (π.χ. απώλειας εξεταστικής), οδήγησαν την ΠΚΣ να διαλέξει τη σταδιακή αποκλιμάκωση με το βλέμμα στις φοιτητικές εκλογές. Αυτό σίγουρα αποτελεί τροχοπέδη για την ανάπτυξη ενός κινήματος στο μέγιστο των δυνατοτήτων του. Το είδαμε άλλωστε πολύ χαρακτηριστικά και πέρσι μετά το εγκληματικό δυστύχημα των τρένων στα Τέμπη, όταν δεν πρόταξε κανένα πολιτικό αίτημα, αλλά αντίθετα πολέμησε τα υπάρχοντα της παραίτησης της κυβέρνησης της ΝΔ και της κρατικοποίησης, τραβώντας έτσι το χαλί κάτω από τα πόδια ενός κινήματος με δυναμική που αναπτυσσόταν τότε.

Από την πλευρά των ΕΑΑΚ, έχουν συμβεί ορισμένες διασπάσεις. Ειδικότερα η ΑΡΙΣ στις επικείμενες εκλογές θα καταμετρηθεί ως “συσπείρωση αριστερών σχημάτων”, ενώ το ΝΑΡ, με τα σχήματα που ελέγχει, συγκρότησε τη νέα συλλογικότητα ATTACK-Αντικαπιταλιστική Αριστερά στα ΑΕΙ. Δηλαδή στα ΕΑΑΚ παρέμειναν – μέχρι πρόσφατα (βλ. παρακάτω) –  η ΑΡΑΣ, η ΑΡΑΝ και το ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΟ ΣΧΕΔΙΟ. Είναι σημαντικό, ωστόσο, να επισημανθεί ότι αυτό το κλίμα διάσπασης και διαφόρων δυσάρεστων πρακτικών ευτυχώς δεν οδήγησε στην διάσπαση των κοινών πλαισίων. Αντίθετα αυτές οι δυνάμεις, μαζί με την ΑΡΕΝ-ΑΝΑΜΕΤΡΗΣΗ, στο τέλος της ημέρας συμμετείχαν και επιδίωξαν τα κοινά πλαίσια. Ατυχής εξαίρεση αποτέλεσε η ΑΡΙΣ, η οποία κατ’ αντιστοιχία με την γενικότερη φιλοΚΚΕ στροφή της, ακολούθησε πιστά την τακτική της ΚΝΕ/ΠΚΣ που περιγράφηκε προηγουμένως.

Λαμβάνοντας υπόψη τα παραπάνω στοιχεία προκύπτει το συμπέρασμα ότι για την έκβαση του φοιτητικού κινήματος έπαιξαν κυρίως ρόλο οι αντικειμενικοί παράγοντες και δευτερευόντως η στάση της ΚΝΕ. Διότι το κίνημα παρέμεινε συσπειρωμένο και μαζικό μέχρι την ψήφιση του νομοσχεδίου. Μετά από αυτήν, δεν υπήρξε κάποιος νέος κόμβος, γύρω από τον οποίο θα μπορούσε να διαμορφωθεί νέος κινηματικός σχεδιασμός καθώς και να διατυπωθεί κάποιο απτό αίτημα πάλης που θα τροφοδοτήσει εκ νέου τους φοιτητικούς αγώνες. Αν ληφθεί υπόψη το χτύπημα του μέσου των καταλήψεων με τα τηλεμαθήματα, αλλά και η κόπωση των φοιτητών από τις κινητοποιήσεις, γίνεται ακόμα πιο καθαρή η ερμηνεία αυτής της κατάληξης.

Ωστόσο, οι παραπάνω κινητοποιήσεις μπορεί να μην είχαν σαν αποτέλεσμα την αποτροπή της ψήφισης του νομοσχεδίου, παρ’ όλα αυτά δε μπορούν να χαρακτηριστούν ως αποτυχημένες, καθώς κατάφεραν να διατηρήσουν μια συνέχεια σε ένα βάθος δύο μηνών, αλλά και να αλλάξουν τη στάση του ευρύτερου κόσμου απέναντι στην προοπτική των ιδιωτικών Α.Ε.Ι.. Αυτό αποτυπώθηκε και στις δημοσκοπήσεις των ίδιων των αστικών Μ.Μ.Ε., οι οποίες, όσο διαρκούσαν οι κινητοποιήσεις, έδειχναν μια μετατόπιση της χειραγωγημένης κοινής γνώμης. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι οι κινητοποιήσεις των τελευταίων μηνών αποτελούν περισσότερο ένα σημείο αναφοράς για αγώνες που πρέπει να ξεσπάσουν στο άμεσο μέλλον.

Με τις φοιτητικές εκλογές στις 22 Μαΐου να πλησιάζουν, ως διακύβευμά τους αναδεικνύεται η αποτύπωση στην κάλπη του αγώνα των προηγούμενων μηνών και το μήνυμα ότι η μεγάλη πλειοψηφία των φοιτητών στήριξε τον σκοπό του.

Ταυτόχρονα βέβαια οφείλουμε να λαμβάνουμε υπόψη τις παθογένειες των διάφορων αγωνιστικών δυνάμεων με εξέχουσα την ΠΚΣ στην οποία έχει γίνει ήδη εκτενής αναφορά. Όσον αφορά τα (εναπομείναντα) ΕΑΑΚ, παρά την προωθητική τους πρακτική για το κίνημα του τελευταίου διαστήματος, ορισμένες αδυναμίες τους αποτελούν εμπόδιο για την περαιτέρω ανάπτυξη του κινήματος. Συγκεκριμένα η προβληματική τους δομή που οδηγεί σε συνεχείς εσωτερικές συγκρούσεις και απέχει πολύ από τη δημοκρατική και πολυτασική λειτουργία που ευαγγελίζονται, καθώς και ο καιροσκοπισμός που, μεταξύ άλλων, οδηγεί σε διαρκείς μετατοπίσεις σε μια σειρά από ζητήματα (π.χ. διαχείριση σχημάτων ανάλογα με το αν υπάρχει ή όχι ηγεμονία, αφαίρεση αιτήματος κρατικοποίησης του σιδηροδρόμου στην επέτειο από τα Τέμπη). Επιπλέον η συγκρότηση κυρίαρχα στην βάση κοινωνικών σχέσεων και συναισθηματικών πολώσεων (που τροφοδοτούνται από τις εσωτερικές συγκρούσεις), ερμηνεύει τα προηγούμενα, ενώ παράλληλα παρατηρούνται ιδεολογικές αδυναμίες, όπως για παράδειγμα η απόρριψη της γνώσης και η ανάλυσή τους για το Πανεπιστήμιο.

Από την άλλη πλευρά, η παράταξη του ΝΑΡ (Attack), ενώ παρουσιάζεται ως πολυτασική, στην πραγματικότητα διακρίνεται από ιδεολογική και πολιτική περιχαράκωση διότι προκρίνει τον αντικαπιταλισμό, συγχέοντας στον υπερθετικό βαθμό την τακτική στο συνδικαλιστικό κίνημα με την στρατηγική σε κεντρικό πολιτικό επίπεδο. Αυτός ο μαξιμαλισμός μπαίνει εμπόδιο στην αρχή της μέγιστης συσπείρωσης ανά μάχη, στις ευρείες πολιτικές συμμαχίες και στους αγώνες με απτά αιτήματα που να συμβαδίζουν με το επίπεδο συνείδησης της φοιτητικής πλειοψηφίας.

Τέλος, μια ανάσα πριν τις εκλογές, ξεχωριστή αναφορά πρέπει να γίνει στα πρόσφατα τεκταινόμενα. Συγκεκριμένα οι δυνάμεις των ΕΑΑΚ (ΑΡΑΝ, ΑΡΑΣ) προχωρούν σε νέα δυσάρεστη διάσπαση σχημάτων όπου αυτά είναι κοινά, καθώς και διάσπαση του κοινού εκλογικού κατεβάσματος με τα σχήματα της ΑΡΕΝ (Αναμέτρηση), το οποίο θα υλοποιήσουν μόνο τα νεοσύστατα σχήματα που πρόσκεινται στην ΑΡΑΝ. Κάτι τέτοιο δυσχεραίνει περαιτέρω την ενότητα των αγωνιστικών δυνάμεων, και μάλιστα εκείνων με μετωπική γραμμή στο κίνημα.

Το δεύτερο δυσάρεστο γεγονός, είναι η αγνόηση των δυνάμεων των ΕΑΑΚ και της ΠΚΣ του ρεύματος φιλοπαλαιστιανιακών κινητοποιήσεων σε Πανεπιστήμια νατοϊκών χωρών. Επειδή είναι προεκλογική περίοδος και ένα πιο δεξιό εκλογικό ακροατήριο μπορεί να δυσφορούσε με αυτό το ενδεχόμενο (ειδικά με όσες καταλήψεις έχουν ήδη προηγηθεί για το νομοσχέδιο για τα ΑΕΙ), επέλεξαν να ιεραρχήσουν τις εκλογές αντί να οργανώσουν συνελεύσεις και κινητοποιήσεις. Αυτά συμβαίνουν την ίδια στιγμή που στην Παλαιστίνη πραγματοποιείται γενοκτονία, αλλά και φοιτητές από άλλες χώρες αντιμετωπίζουν πρωτοφανή φαινόμενα βίας και καταστολής, από δηλώσεις μετανοίας, μέχρι φασιστικές επιθέσεις, ξύλο από τα ΜΑΤ και απειλές για απέλαση. Φωτεινή εξαίρεση εδώ αποτέλεσε η Attack (ΝΑΡ) αλλά και δυνάμεις της αυτονομίας.

Φυσικά, με δεδομένο το διακύβευμα των εκλογών, τίποτα από τα ανωτέρω στοιχεία δεν αναιρεί την πρωταρχική ανάγκη να μαυριστούν οι καθεστωτικές παρατάξεις ΔΑΠ-ΝΔΦΚ και ΠΑΣΠ των οποίων η στάση (και) το προηγούμενο διάστημα ήταν αυτή του εγκάθετου λακέ που κάνει τα πάντα προκειμένου να διασφαλίσει την εφαρμογή της πολιτικής του συστήματος και το σαμποτάρισμα των αγωνιστικών διεργασιών.

Ανακεφαλαιώνοντας, οι εξελίξεις, άλλωστε, όλων των τελευταίων χρόνων έχουν αναδείξει την αναγκαιότητα ενός ανασυγκροτημένου φοιτητικού κινήματος που να:

  • βασίζεται στις δημοκρατικές συλλογικές διαδικασίες ζωντανών φοιτητών συλλόγων και των γενικών του συνελεύσεων, αλλάζοντας, έτσι, και τους συσχετισμούς στα αντιπροσωπευτικά του όργανα,
  • αντιστρατεύεται τη στρατηγική των κυβερνήσεων και της Ε.Ε. για την ανώτατη εκπαίδευση, και ιδιαίτερα την ιδιωτικοποίηση, τους ταξικούς φραγμούς και τον έλεγχο της επιστήμης και της έρευνας από το μεγάλο κεφάλαιο,
  • παλεύει για μια Ανώτατη Εκπαίδευση που να εξυπηρετεί τις ανάγκες του λαού για επιστημονική μόρφωση και έρευνα,
  • κινητοποιεί τους/τις φοιτητές/ριες για όλα τα καθημερινά τους προβλήματα, και ιδιαίτερα αυτά της σίτισης και στέγασης,
  • συμβάλει σε ένα ευρύτερο, εργατικό και λαϊκό κίνημα για την παιδεία, σε στενή επαφή με τα συνδικάτα και τις υπόλοιπες κοινωνικές οργανώσεις που αγωνίζονται,
  • συμμετέχει σε όλους τους αγώνες για τα υπόλοιπα προβλήματα της λαϊκής οικογένειας, όπως η φτώχεια, η ακρίβεια, η ανεργία και ο πόλεμος στον οποίο οδηγείται η ανθρωπότητα με ευθύνη του ιμπεριαλισμού της ΕΕ και του ΝΑΤΟ.

Υπό αυτό το πρίσμα, η ψήφος σε κάποια αγωνιστική δύναμη θα πρέπει να αποτελεί μονόδρομο. Από εκεί και πέρα, είναι γνωστό ότι ο σύλλογος κάθε τμήματος έχει τις δικές του ιδιομορφίες και ιδιαιτερότητες, τόσο σε επίπεδο συσχετισμών μεταξύ των παρατάξεων, όσο και σε επίπεδο προσωπικοτήτων που μπορούν να παίξουν έναν πρωτοπόρο ρόλο. Ωστόσο, ανεξάρτητα από αυτές τις ιδιομορφίες, είναι κοινός τόπος ότι η διατύπωση απτών και συγκεκριμένων πολιτικών αιτημάτων, οι πολιτικές συμμαχίες και η μέγιστη συσπείρωση δυνάμεων ανά μάχη, είναι τα κριτήρια που φέρνουν νίκες, κάνουν το οποιοδήποτε κίνημα υπολογίσιμη δύναμη και απειλούν την κυρίαρχη πολιτική. Οι φοιτητές/ριες λοιπόν, ενόψει της κάλπης της 22ας Μαΐου, καλούνται, λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιομορφίες αυτές σε συνδυασμό με τα γενικά κριτήρια, να δώσουν την ψήφο τους στον σχηματισμό εκείνο που είναι πιθανότερο να παίξει τον πιο προωθητικό ρόλο στην ενεργοποίηση των συλλογικών διαδικασιών του εκάστοτε φοιτητικού συλλόγου και στην συμμετοχή σε αυτές όσο το δυνατόν περισσότερων φοιτητών/ριών. Έτσι μπορούν να αυξηθούν οι πιθανότητες αναζωπύρωσης και γιγάντωσης του κινήματος του προηγούμενου διαστήματος. Είναι σαφές ότι αυτή η κυβέρνηση θα δώσει πολλές αφορμές στο άμεσο μέλλον για ένα εκ νέου ξέσπασμα, όποτε το φοιτητικό κίνημα πρέπει να παραμείνει σε θέση μάχης.

Φοιτητές/ριες, νέοι και νέες,

της Πρωτοβουλίας για την Ανασυγκρότηση του Κομμουνιστικού Κινήματος

Μοιραστείτε το άρθρο