του Διονύση Περδίκη
Α. Εισαγωγή με λίγα λόγια για το κείμενο.
Β. Πολύ υψηλός βαθμός συμφωνίας.
- Έλλειμμα στρατηγικής και αντιφάσεις.
- Το οργανωτικό ζήτημα.
- Σοσιαλισμός και κομμουνισμός.
- (Αντι)ιμπεριαλισμός.
- Ιμπεριαλιστική εξάρτηση.
- Ορισμένες επιμέρους μεθοδολογικές παρατηρήσεις.
α. Ποιες χώρες παράγουν περισσότερη υπεραξία;
γ. Μεταφορές υπεραξίας και μονοπωλιακά υπερκέρδη
στ. Σοσιαλιστική επανάσταση και αντεπανάσταση
Δ. Αντί επιλόγου: τι (μπορούμε) να κάνουμε, ενώ πλησιάζουν και οι εκλογές;
Α. Εισαγωγή με λίγα λόγια για το κείμενο.
Διαβάσαμε με πολύ ενδιαφέρον τις θέσεις της Γ΄ Συνδιάσκεψης της ΑΡΑΣ. Στο παρόν κατατίθενται μερικές σκέψεις προς χάριν του συναγωνιστικού και συντροφικού διαλόγου, με το βλέμμα τόσο στον σχηματισμό ενός πολιτικού μετώπου στη γενική στρατηγική κατεύθυνση της ενότητας του εργαζόμενου λαού ενάντια στον πυρήνα του αστικού μπλοκ εξουσίας -σχηματικά το τρίπτυχο ΕΕ, ΗΠΑ/ΝΑΤΟ και ντόπια ολιγαρχία του μεγάλου, (φιλο)μονοπωλιακού, φιλοϊμπεριαλιστικού κεφαλαίου- όσο και στην ανασυγκρότηση του κομμουνιστικού κινήματος εντός της διαδικασίας αυτής.
Οι θέσεις αποτελούν ένα μεγάλο (123 πυκνές σελίδες) και δύσκολο, αν και πολύ ενδιαφέρον, κείμενο που κατατίθεται σε δύο μέρη, ένα για τον “σύγχρονο καπιταλισμό και ιμπεριαλισμό” (“Σύγχρονος ιμπεριαλισμός, διεθνείς ανταγωνισμοί και αντιδραστική στροφή”, 48 σελ., 139 αριθμημένες θέσεις) και ένα για τον “ελληνικό καπιταλισμό και την ΑΡΑΣ” (“Η αναδιάρθρωση του ελληνικού καπιταλισμού μετά τα μνημόνια και οι προκλήσεις για μια αριστερή πολιτική”, 75 σελ., 182 αριθμημένες θέσεις).
Η δυσκολία -αλλά και μέρος του ενδιαφέροντος!- συνίσταται στο εύρος των θεμάτων που θίγονται και τη λεπτομέρεια με την οποία αναλύονται κάποιες από τις επιμέρους πλευρές, μαζί με ένα στοιχείο επανάληψης παρόμοιων θεματικών σε διαφορετικές θέσεις, ενίοτε με αντιφατικές μεταξύ τους προτάσεις. Προσομοιάζουν συνολικά περισσότερο σε ένα κείμενο αρχικής επεξεργασίας θέσεων κάποιας σχετικής επιτροπής, όταν συλλέγεται το απαραίτητο υλικό, σε κάποιες περιπτώσεις με υπεραρκετή εμπειρική λεπτομέρεια, χωρίς ακόμη να έχει γίνει η απαραίτητη καταστάλαξη στις βασικές παραδοχές, συμπεράσματα και πολιτικά καθήκοντα, όπως θα περίμενε κανείς για ένα συνεδριακό πολιτικό κείμενο.
Ρίχνοντας μια ματιά στη στατιστική της αναφοράς συγκεκριμένων όρων-κλειδιών, συναντάμε συχνές αναφορές στους όρους “καπιταλισμός” (159+153=312), “ιμπεριαλισμός” (295+123= 418), “νεοφιλελευθερισμός” (54+25=79) και “Αριστερά” (38+273=311), συμπεριλαμβανομένων των διαφόρων παραγώγων τους, και, αντίστοιχα, πολύ λιγότερες στους όρους “επανάσταση” (5+13= 18), “σοσιαλισμός” (1+12=13) και “κομμουνισμός” (9+2=11). Όπως θα δούμε και στη συνέχεια, αυτό ήδη μας προδιαθέτει για τον τρόπο που αντιλαμβάνεται η ΑΡΑΣ το τι είδος οργάνωσης (θέλει να) είναι, που (αυτο)τοποθετείται πολιτικά, αλλά και με τι ασχολούνται κυρίως οι θέσεις στον άξονα στρατηγική – τακτική.
Οι θέσεις δημοσιεύτηκαν στην ιστοσελίδα της ΑΡΑΣ στις 15 Μαρτίου και η συνδιάσκεψη έλαβε χώρα το διήμερο 28-29 Μαρτίου και ήταν ολομελειακή (άρα μάλλον χωρίς να έχουν πραγματοποιηθεί διαδικασίες εσωτερικής συζήτησης με εκλογή αντιπροσώπων). Δεν είναι γνωστό εάν οι θέσεις είχαν δοθεί στα μέλη της ΑΡΑΣ νωρίτερα. Ωστόσο, το διάστημα των περίπου δύο εβδομάδων και μια διαδικασία με συμμετοχή πολλών εκατοντάδων μελών, προδιαθέτει για το ότι δεν μπορεί να έχει γίνει η αρμόζουσα εσωτερική συζήτηση, ειδικά όταν πρόκειται για ένα τόσο μεγάλο και δύσκολο κείμενο. Με δεδομένο ότι η αμέσως προηγούμενη (Β’) συνδιάσκεψη έλαβε χώρα τον μακρινό Δεκέμβρη του 2013, αλλά και στη βάση της ηλικιακής σύνθεσης των μελών της, συμπεραίνουμε ότι η ΑΡΑΣ παραμένει μια κυρίαρχα νεολαιίστικη οργάνωση, η οποία δεν έχει επιτύχει ακόμη υψηλό βαθμό πολιτικής και οργανωτικής ωριμότητας, ειδικά αν αυτή συγκριθεί με το μέγεθός της.
Β. Πολύ υψηλός βαθμός συμφωνίας.
Πριν περάσουμε σε ορισμένα σημαντικά σημεία κριτικής, δεν μπορεί παρά να γίνει αναφορά στον πολύ υψηλό βαθμό συμφωνίας με το περιεχόμενο των θέσεων, ιδιαίτερα ως προς την καταγραφή της εμπειρικής πραγματικότητας. Γίνεται αναφορά παρακάτω σε ορισμένες πλευρές πολύ συνοπτικά, κατατρέχοντας τα δύο κείμενα, το ένα μετά το άλλο και από την αρχή προς το τέλος τους, συνοψίζοντας με αυτόν τον τρόπο και το περιεχόμενό τους, ενώ παρατίθενται ορισμένα αποσπάσματα στις σημειώσεις.
1. Για τον σύγχρονο καπιταλισμό και ιμπεριαλισμό
Όσον αφορά το πρώτο κείμενο, ξεχωρίζουν τα παρακάτω σημεία (γενικής) συμφωνίας:
- Η “ασθμαίνουσα δυναμική” (θ. 2)[1] της σύγχρονης συγκυρίας του διεθνούς καπιταλισμού, τα κύρια χαρακτηριστικά της οποίας (φθίνουσα αύξηση της παραγωγικότητας, του εργασιακού δυναμικού και της συσσώρευσης κεφαλαίου, αύξηση της εκμετάλλευσης, αύξηση των μη παραγωγικών επενδύσεων) και οι εγγενείς αντιφάσεις του αναφέρονται πιο αναλυτικά στη θ. 16[2], όπου και γίνεται σύνδεση με την αύξηση της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου και τη μακροπρόθεσμη επίδρασή του στο ποσοστό κέρδους.
- Η σχετική ανάταξη του ποσοστού κέρδους στα τελευταία χρόνια μετά τη διεθνή καπιταλιστική κρίση του 2009, με ενδιάμεσο διάλειμμα τα χρόνια της πανδημίας του κορωνοϊού (θ. 1), αλλά και ο τρόπος που αυτό κατέστη δυνατό για το κεφάλαιο, επιτυγχάνοντας συνολικά μια βελτίωση του ταξικού συσχετισμού εις βάρος της εργασίας (θ. 2-5)[3]: αύξηση της εκμετάλλευσης (θ. 2[4]), κρατικές παρεμβάσεις (π.χ. κατά την πανδημία, θ. 4), χρηματιστικοποίηση (θ. 17), διεθνοποίηση του κεφαλαίου.
- Η σημαντική θέση που καταλαμβάνει η διεθνοποίηση της παραγωγής στη στρατηγική του κεφαλαίου (και στο κείμενο, θ. 6-13), με έμφαση στις διεθνείς αλυσίδες αξίας, τους διαφορετικούς ρόλους των ανεπτυγμένων, ιμπεριαλιστικών κρατών και των αναπτυσσόμενων στον διεθνή καταμερισμό εργασίας και των μεταφορών υπεραξίας από τις δεύτερες στις πρώτες[5].
- Η σημασία της ιμπεριαλιστικής εκμετάλλευσης και έντασης της ιμπεριαλιστικής επιθετικότητας με αντίστοιχη έμφαση στο κείμενο (θ. 18-33). Επιμέρους πλευρές που αξίζουν αναφοράς είναι: η αιτία του ιμπεριαλισμού στην επέκταση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής και στην επιδίωξη αύξησης του ποσοστού κέρδους (θ. 18), η έμφαση στην ιμπεριαλιστική εκμετάλλευση ως μεταφορά υπεραξίας (π.χ. θ. 19[6] και στη θ. 20 ως πρώτο κριτήριο για τον χαρακτηρισμό μιας χώρας ως ιμπεριαλιστικής). Μάλιστα γίνεται εκτενή αναφορά στους κύριους μηχανισμούς ιμπεριαλιστικής εκμετάλλευσης και μεταφοράς υπεραξίας στον σύγχρονο ιμπεριαλισμό (θ. 29-33).
- Η σε γενικές γραμμές ορθή αντίληψη για τη διάρθρωση του διεθνούς ιμπεριαλιστικού συστήματος με τις ΗΠΑ σε ηγεμονικό ρόλο (θ. 26)[7] και τις “8 – 10 χώρες” που βρίσκονται “σταθερά στην κορυφή της ιμπεριαλιστικής αλυσίδας μετά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο” (θ. 24)[8], χωρίς καμία άλλη χώρα να έχει αναβαθμιστεί στην ιμπεριαλιστική αλυσίδα τα τελευταία 80 χρόνια (θ. 28)[9].
- Οι αναφορές στις αλλαγές στον παγκόσμιο συσχετισμό (θ. 34-45), κυρίως στην οικονομική άνοδο της Κίνας, που εξακολουθούν να μην αναιρούν τις μεταβιβάσεις αξίας προς τις ιμπεριαλιστικές χώρες, αν και βαίνουν μειούμενες όσον αφορά την Κίνα, με έμφαση στα μονοπωλιακά υπερκέρδη και τις προσόδους που συνεχίζουν να απολαμβάνουν οι ιμπεριαλιστικές χώρες (θ. 36 & 37), όπως και στην κυριαρχία τους στο χρηματοπιστωτικό σύστημα (θ. 38).
- Η ανάδειξη της στρατηγικής ανάσχεσης της υποχώρησης της θέσης των ΗΠΑ (θ. 41)[10] με κυρώσεις, δασμούς (θ. 44) και πολέμους (θ. 45), όπως και της σχέσης των ΗΠΑ με την Ε.Ε. στα πλαίσια της στρατηγικής αυτής (θ. 42) και για το ΝΑΤΟ πιο συγκεκριμένα (θ. 43).
- Η αντίληψη για τον χαρακτήρα του πολέμου στην Ουκρανία εντός του πλαισίου της ιμπεριαλιστικής αυτής στρατηγικής (θ. 46-50), αναδεικνύοντας τις ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ ως την επιτιθέμενη πλευρά. Το ίδιο ισχύει και για τα υπόλοιπα μέτωπα που ανοίγει η ιμπεριαλιστική στρατηγική ανά τον κόσμο (θ. 51-55).
- Η πολύ σωστή και αναλυτική κριτική στις απολογητικές θέσεις της Δυτικής Αριστεράς για τον ιμπεριαλισμό (θ. 56-79). Αναδεικνύονται τόσο η ανοιχτά φιλοϊμπεριαλιστική όσο και η συγκεκαλυμένη φιλοϊμπεριαλιστική θέση των “ίσων αποστάσεων” (θ. 56), οι κοινωνικοοικονομικές αιτίες τους (θ. 57)[11], συμπεριλαμβανομένων των μεταφορών υπεραξίας που κατευθύνονται σε μέρος των λαϊκών στρωμάτων των ιμπεριαλιστικών χωρών (θ. 64)[12], όπως και οι υπερβολές περί της υποβάθμισης του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού και της ισχυροποίησης της Ρωσίας και της Κίνας (θ. 58-59 και 65), ενώ καταρρίπτονται αναλυτικά τα επιχειρήματα περί ιμπεριαλιστικής Ρωσίας (θ. 60) και Κίνας (θ. 61) (βλ. και θ. 62). Απορρίπτεται η θέση περί αδιάφορου ή αρνητικού ενδεχόμενου για έναν “πολυπολικό κόσμο” (θ. 63)[13] και γίνονται γενικά σωστές εκτιμήσεις για τις “έγχρωμες αντεπαναστάσεις” ως αποτέλεσμα της διαπλοκής εσωτερικών αντιθέσεων και ιμπεριαλιστικών επεμβάσεων (θ. 66-67)[14].
- Οι γενικά σωστές εκτιμήσεις για την έλλειψη αντίπαλου “ιμπεριαλιστικού μπλοκ” που να διεκδικεί την παγκόσμια ηγεμονία (θ. 68-72) με έμφαση στην ιμπεριαλιστική εκμετάλλευση και καταπίεση και τον τρόπο που αυτή υποστηρίζεται από την πολιτική και στρατιωτική επιβολή (θ. 70) και τη στρατιωτική υπεροπλία των ΗΠΑ (θ. 71).
- Η γενικά σωστή αντίληψη για την κυρίαρχη πλευρά των διεθνών σχέσεων (στρατηγική ΗΠΑ και ισχυρότερων ιμπεριαλιστικών χωρών για καθυπόταξη δυνητικών ανταγωνιστών τους· θ. 75) και για τη στάση που οφείλει να κρατήσει η Αριστερά για να αξιοποιήσει αυτές τις αντιθέσεις μέσω της στρατηγικής της, θέτοντας ως προτεραιότητα την ήττα του ευρωατλαντικού ιμπεριαλισμού (θ. 76[15], βλ. θ. 77-79).
- Η αναλυτική περιγραφή για τις αντιφάσεις του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού και τη στρατηγική του τραμπισμού (θ. 88-93), όπως και για τις αντίστοιχες αντιφάσεις του ευρωπαϊκού ιμπεριαλισμού, αλλά και τη σχέση μεταξύ των δυο τους, η οποία ενέχει στοιχεία συμπληρωματικότητας αλλά και ανταγωνισμού στη βάση ενός ανισότιμου συσχετισμού δύναμης υπέρ των ΗΠΑ (θ. 94-100).
- Οι διάφορες επιμέρους εμπειρικές παρατηρήσεις κι εκτιμήσεις για τις ιδιαιτερότητες του κοινωνικο-οικονομικού συστήματος της Λ.Δ. της Κίνας, π.χ. τη σχέση του κεντρικού σχεδιασμού με την τροποποιημένη λειτουργία του νόμου της αξίας (θ. 104)[16], την ταχύρρυθμη ανάπτυξη και την τεχνολογική του αναβάθμιση (θ. 104-108), πλευρές με τις οποίες σπάνια ασχολείται η Αριστερά στη χώρα μας (θ. 101-108). Αρκετά ακριβής είναι και η ανάλυση των αντιφάσεων και προκλήσεων που θα αντιμετωπίσει η Κίνα στο μέλλον (109-112).
- Η περιγραφή της περιβαλλοντικής κρίσης ως μιας αντίφασης του σύγχρονου καπιταλισμού (θ. 113-120), με έμφαση στο ότι αποτελεί συνέπεια ιστορικών τάσεων της ανάπτυξής του (θ. 113)[17] που οδηγούν σε ένα απόλυτο όριο, σύμφωνα με το οποίο τα σημερινά πρότυπα παραγωγής και κατανάλωσης δεν θα μπορούσαν να συμπεριλάβουν την πλειοψηφία του παγκόσμιου πληθυσμού (θ. 116)[18].
- Η περιγραφή του σημερινού συσχετισμού δύναμης της ταξικής πάλης υπέρ του κεφαλαίου, ιδιαίτερα στις ανεπτυγμένες χώρες, αν και σε ένα γενικό περιβάλλον κρίσης του καπιταλισμού με τις αντιφάσεις του να οξύνονται (θ. 121-125).
- Η αναλυτική και ιδιαίτερα εύστοχη περιγραφή της γενικής αντιδραστικής ιδεολογικοπολιτικής στροφής στην κοινωνία και, ειδικότερα, της κρίσης της Αριστεράς, ξανά με επίκεντρο τις ανεπτυγμένες χώρες του καπιταλισμού (θ. 126-132).
- Η έμφαση στην αντιιμπεριαλιστική διάσταση (θ. 138)[19] της “ριζοσπαστικής αριστερής στρατηγικής” που περιγράφεται στο τέλος του κειμένου (θ. 133-139).
2. Για τον ελληνικό καπιταλισμό και την ΑΡΑΣ
Το δεύτερο κείμενο είναι ακόμη μεγαλύτερο και πιο αναλυτικό και η συμφωνία μαζί του ακόμη πιο εκτεταμένη, οπότε οι αναφορές θα είναι πιο συνοπτικές, επικεντρώνοντας σε ορισμένα μόνο σημεία:
- Η γενική περιγραφή του καπιταλισμού στην Ελλάδα που είναι διάσπαρτη σε διαφορετικά σημεία: ως χώρα “μέσου επιπέδου ανάπτυξης”, “υψηλού βαθμού διεθνοποίησης”, χαμηλής τεχνολογικής εξειδίκευσης, με “αυξημένο ειδικό βάρος εμπορίου” και θεμελίωση του καπιταλισμού μεταπολεμικά στο “χαμηλό εργατικό κόστος” (θ. 1)· για την “ενδιάμεση θέση που έχει στην ιμπεριαλιστική αλυσίδα” (θ. 19)· η αναφορά στο υψηλό επίπεδο εξωτερικού χρέους, ακόμη και μετά τα “μνημόνια” που “αντανακλά τη δομική υποβάθμιση του ελληνικού καπιταλισμού” (θ. 36)· ενώ κεντρική σημασία έχει ότι “το ισοζύγιο μεταφοράς αξίας από τον ελληνικό κοινωνικό σχηματισμό προς τις ισχυρές ιμπεριαλιστικές χώρες να είναι αρνητικό και η αξία που μεταφέρεται σε αυτές να παίρνει διάφορες μορφές, όπως τα κέρδη που προκύπτουν από τις Ξ.Α.Ε. και επαναπατρίζονται, την αποπληρωμή των τοκοχρεολυσίων και τη μειωμένη αξία ελεύθερων χώρων και δημόσιων υποδομών, που πωλούνται κάτω από την πραγματική τους αξία” (θ. 41). Επίσης, ενδιαφέρον έχει και η γενική αποτίμηση της εξειδίκευσης των χωρών της περιφέρειας της ΕΕ γενικώς “σε υπηρεσίες χαμηλότερης εξειδίκευσης (τουρισμός, κατασκευές, εμπόριο), μικρότερης προστιθέμενης αξίας και μικρής διεθνούς εμπορευσιμότητας, με εξαίρεση τον τουρισμό”, παράγοντες που “οδηγούν σε χαμηλότερους ρυθμούς αύξησης της παραγωγικότητας της εργασίας, σε μειωμένους ρυθμούς ανάπτυξης της παραγωγικότητας των συνολικών συντελεστών της παραγωγής, σε αύξηση της μετανάστευσης του ειδικευμένου προσωπικού και σε αύξηση των αποκλίσεων, εισοδηματικών και επιπέδων ζωής, μεταξύ των διαφορετικών κρατών” (θ. 8).
- Η περιγραφή του (α) πως τα ως άνω στοιχεία οδήγησαν στην κρίση του 2009, μια “κρίση υπερσυσσώρευσης κεφαλαίου” και ταυτόχρονα “κρίση χρέους που έπληξε τις χώρες της περιφέρειας της Ευρωζώνης” (θ. 1)· (β) της “μνημονιακής” στρατηγικής διαχείρισης της κρίσης, των στόχων της (π.χ. θ. 2 και θ. 24) και αποτελεσμάτων της (π.χ. θ. 14)[20] (γ) των καταστροφικών συνεπειών της πολιτικής αυτής για τα λαϊκά στρώματα (θ. 19 και θ. 25).
- Οι γενικά σωστές εκτιμήσεις για τους λόγους που η ελληνική μεγαλοαστική τάξη είναι δεσμευμένη στην ευρωενωσιακή πολιτική στο σύνολό της και παρόλη την υποβάθμισή της (θ. 20[21], βλ. σχ. και θ. 61-62). Έτσι, αντικρούονται και απόψεις περί ύπαρξης μερίδας της ελληνικής αστικής τάξης που επιδίωκε την έξοδο από την Ευρωζώνη (θ. 18). Παρομοίως, αντικρούονται τα επιχειρήματα περί μιας Ελλάδας “ψωροκώσταινας” (θ. 35) που θα κατέρρεε εκτός Ευρωζώνης, π.χ. από τον υψηλό πληθωρισμό (θ. 19).
- Η εικόνα της ελληνικής οικονομίας που αναδύθηκε και ισχύει μέχρι και σήμερα, π.χ. για την παραγωγική υποβάθμιση της χώρας (θ. 27)[22], τη θεμελίωσή της στη φτηνή εργασία για την άνοδο του ποσοστού κέρδους και όχι στη συσσώρευση παραγωγικού κεφαλαίου (θ. 28[23] και 38[24]), τη γήρανση του πληθυσμού και τη μετανάστευση στο εξωτερικό που αδυνατίζουν την απασχόληση (θ. 30)[25], το υψηλό δημόσιο χρέος (θ. 36)[26], τη συνολική υποβάθμιση στην ιμπεριαλιστική αλυσίδα και την ευαλωτότητα στην περίπτωση διεθνούς κρίσης (θ. 31[27] και 45[28]).
- Η σωστή εκτίμηση για την Ελλάδα ως αδύναμο κρίκο της ιμπεριαλιστικής αλυσίδας την περίοδο 2010-2015 (θ. 52)[29], αλλά και για το ότι η περίοδος αυτή έχει περάσει όσον αφορά τον χαρακτήρα της κοινωνικής και πολιτικής κρίσης (θ. 53)[30]. Μάλιστα, σωστά εκτιμάται η ύπαρξη υψηλών ιδιωτικών περιουσιακών στοιχείων ως παράγοντας σταθεροποιητικός και αποδοχής του Ευρώ για ευρύτερα κοινωνικά στρώματα (θ. 54). Γενική συμφωνία υπάρχει και στην εκτίμηση για τη μόνη εναλλακτική πορεία για μια φιλολαϊκή διέξοδο από την κρίση σε κατεύθυνση ρήξης με τους δανειστές, στάσης πληρωμών και αναζήτησης διεθνών συμμαχιών στους BRICS, αλλά και το ασύμβατο μιας τέτοιας πολιτικής ρήξης με τον ιμπεριαλισμό με την ηγετική ομάδα του ΣΥΡΙΖΑ, όπως και με μεγάλο μέρος των ψηφοφόρων του (θ. 56)[31].
- Οι γενικά σωστές εκτιμήσεις για τον αρνητικό κοινωνικοπολιτικό συσχετισμό και τη συντηρητική μετατόπιση από τότε μέχρι σήμερα, τόσο στο κίνημα, στον συνδικαλισμό και στη νεολαία (θ. 58)[32], όσο και στην κεντρική πολιτική σκηνή με την εκκαθάριση πολιτικών δυνάμεων που να υποστηρίζουν τη ρήξη με τον ευρωατλαντικό ιμπεριαλισμό (θ. 59)[33].
- Η σωστή περιγραφή του “διεθνούς προσανατολισμού” της ελληνικής αστικής τάξης με την πλήρη ένταξή της στο ευρωατλαντικό ιμπεριαλιστικό στρατόπεδο, τόσο από τη σκοπιά της θέσης του ελληνικού μεγάλου κεφαλαίου στον διεθνή καταμερισμό εργασίας, ειδικά του εφοπλιστικού (θ. 62)[34], χάρις και στον ρόλο που παίζουν οι διάφορες εισροές από την ΕΕ (θ. 63)[35], όσο και από τη “γεωπολιτική” σκοπιά στα πλαίσια της επιθετικής ιμπεριαλιστικής στρατηγικής στην Ουκρανία και στη Δυτική Ασία (θ. 64)[36].
- Οι γενικά σωστές περιγραφές και εκτιμήσεις σχετικά με τον ανταγωνισμό της Ελλάδας με την Τουρκία εντός του πλαισίου της ευρωατλαντικής, ιμπεριαλιστικής στρατηγικής και της απόκλισης του μεταξύ τους συσχετισμού ισχύος υπέρ της Τουρκίας (θ. 65).
- Η γενικά σωστή, λεπτομερής περιγραφή της πολιτικής κυβέρνησης της ΝΔ, η οποία αναδεικνύει τον τρόπο που συγκροτεί το ηγεμονικό μπλοκ εξουσίας εντός της ελληνικής αστικής τάξης, προωθώντας σημαντικές καπιταλιστικές αναδιαρθρώσεις που μετατοπίζουν ακόμη περισσότερο τον συσχετισμό της ταξικής πάλης υπέρ του κεφαλαίου και κατά της εργασίας (θ. 71-81).
- Η πολύ αναλυτική ιστορική εξιστόρηση και περιγραφή της “περιπέτειας τους ΣΥΡΙΖΑ” (θ. 82-113) και, ιδιαίτερα, του χαρακτήρα του ως κόμμα -κυρίαρχα- των προοδευτικών μικροαστικών στρωμάτων “με ακροαριστερές ή κομμουνιστικής αναφοράς δυνάμεις στο εσωτερικό του” (θ. 82), και της διαπάλης εντός του μεταξύ των δυνάμεων του “σοσιαλδημοκρατικού εκσυγχρονισμού” και των “αριστερών τάσεων” (θ. 84). Σωστά εκτιμάται η σημασία της στρατηγικής παραμονής στην ΟΝΕ και στην ΕΕ ως θεμελίωση όλων των περαιτέρω υποχωρήσεων και αντιφατικών στοιχείων της κυβέρνησής του (θ. 90)[37]. Σημαντική είναι και η αναφορά στην επίδραση των κρατικών μηχανισμών στη μεταστροφή του (θ. 91), όπως και τα συμπεράσματα που καταγράφονται στη θ. 111[38] για (α) το πως ο ΣΥΡΙΖΑ κέρδισε την πρωτοκαθεδρία στην Αριστερά υποσχόμενος μια κυβερνητική λύση χωρίς έξοδο από την Ευρωζώνη, σε συνθήκες που απουσίαζε μια εναλλακτική πρόταση από τα αριστερά του, (β) το πως μια τέτοια πολιτική εντός Ευρωζώνης και ΕΕ δεν μπορούσε να εκφράσει τα λαϊκά ταξικά συμφέροντα, αλλά και (γ) τις πολιτικές και κινηματικές συνθήκες υπό τις οποίες η διεκδίκηση της κοινοβουλευτικής κυβέρνησης μπορεί τελικά να αποβεί υπέρ των λαϊκών συμφερόντων.
- Οι γενικά ορθές εκτιμήσεις για τις ευθύνες και τα λάθη αριστερά του ΣΥΡΙΖΑ, τόσο για τις δυνάμεις εκτός ΣΥΡΙΖΑ, οι οποίες έδειξαν απροθυμία ή ανικανότητα να προτείνουν μια εναλλακτική πρόταση διεξόδου από την κρίση (θ. 115), όσο και, κυρίως, για την αριστερή αντιπολίτευση στο εσωτερικό του ΣΥΡΙΖΑ για τη λάθος τακτική της που επικέντρωνε στη συμμετοχή στην κυβέρνηση, αντί για τη δημιουργία λαϊκού μετώπου με σαφή θέση στο ζήτημα της σύγκρουσης με την ΕΕ και την Ευρωζώνη (θ. 116)[39]. Λάθη εκτιμώνται και στη συνέχεια κυρίως ως προς την καθυστέρηση στην αποχώρηση από τον ΣΥΡΙΖΑ με ένα εναλλακτικό πρόγραμμα ρήξης με τους δανειστές, το οποίο θα έπρεπε να είχε συγκροτηθεί και ζυμωθεί ανοιχτά στον λαό από νωρίτερα (θ. 117)[40]. Η κριτική αυτή γίνεται, μάλιστα, πιο συγκεκριμένη για την Αριστερή Πλατφόρμα και το Αριστερό Ρεύμα, συμπεριλαμβάνοντας και την περίοδο μέχρι τις εκλογές του Σεπτέμβρη 2015, δηλ. μετά τη συνθηκολόγηση του ΣΥΡΙΖΑ, στη θ. 118[41].
- Η πολύ ενδιαφέρουσα και γενικά σωστή κριτική αποτίμηση της λανθασμένης τακτικής τόσο της ΛΑΕ (με ευθύνη κυρίως της προηγούμενης ηγεσίας της), όσο και της υπόλοιπης εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς μετά τον Σεπτέμβρη του 2015, η οποία είχε ως αποτέλεσμα την αδυναμία συγκρότησης ενός ενωτικού μετωπικού σχήματος γύρω από το αναγκαίο μεταβατικό πρόγραμμα (θ. 119-127), ακόμη και μετά τη μεταστροφή του ΣΥΡΙΖΑ.
- Η γενικά σωστή περιγραφή της λειτουργίας ενός μεταβατικού προγράμματος στη θ. 130[42] με αναφορά στην αρχική περίοδο της ΛΑΕ (διαγραφή χρέους έξοδος από Ευρωζώνη και ΕΕ, εθνικοποιήσεις με εργατικό έλεγχο κ.α.).
- Η περιγραφή και αποτίμηση της εκλογικής συνεργασίας της ΛΑΕ με το ΜΕΡΑ25 τα τελευταία χρόνια (θ. 131-139) και, ειδικότερα, τα συμπεράσματα για την ανάγκη πολιτικών και οργανωτικών εγγυήσεων για μελλοντικές εκλογικές συνεργασίες στη θ. 139[43].
- Η πολύ σωστή κριτική στην υπόλοιπη κομμουνιστική και ριζοσπαστική Αριστερά, ξεκινώντας από την πολιτική του ΚΚΕ (θ. 143-152), στην υπόλοιπη εξωκοινοβουλευτική Αριστερά (θ. 153-155), και, ειδικότερα, στον χώρο της ΑΝΤΑΡΣΥΑ (θ. 156) και της Κομμουνιστικής Απελευθέρωσης (ιστορική συνέχεια του ΝΑΡ· θ. 157-164), καταλήγοντας στον αντιεξουσιαστικό και αναρχικό χώρο (θ. 166-172).
- Η γενική κατεύθυνση του σχεδιασμού που προτείνεται για την ΑΡΑΣ (θ. 175-182), ειδικά όσον αφορά (α) τις συμμαχίες που προτείνονται γύρω από το μεταβατικό πρόγραμμα (θ. 175)[44], (β) την έμφαση στον αντιιμπεριαλισμό “ενάντια στον «εξευρωπαϊσμό» και την «δυτικοποίηση» ρευμάτων και οργανώσεων του χώρου της ριζοσπαστικής αριστεράς” (θ. 177) και (γ) τις κύριες, στρατηγικές πλευρές της ανασυγκρότησης της ΛΑΕ προς ένα ενιαίο -αν και με ιδεολογικά ρεύματα στο εσωτερικό του- κόμμα (θ. 181)[45].
Συνολικά, θα λέγαμε ότι λαμβάνοντας υπόψη και το εύρος των θεμάτων που θίγονται στα δύο κείμενα και τον βαθμό της (εμπειρικής) λεπτομέρειας, ο βαθμός συμφωνίας με τις θέσεις ξεπερνάει αυτές κάθε άλλης οργάνωσης της ριζοσπαστικής και κομμουνιστικής Αριστεράς της χώρας μας.
Γ. Η κριτική.
Οι θέσεις των πολιτικών οργανώσεων δεν είναι επιστημονικά κείμενα, αλλά πολιτικά. Παρόλο που οφείλουν να έχουν επαρκή εμπειρική τεκμηρίωση, κυρίως αποσκοπούν στην καταγραφή του προγράμματος, της στρατηγικής και της τακτικής, των επιμέρους στόχων και καθηκόντων. Επομένως, παρόλη την ευρεία συμφωνία στις επιμέρους πλευρές των θέσεων, στρεφόμαστε, τώρα, στο “διά ταύτα”, στην ουσία τους.
1. Έλλειμμα στρατηγικής και αντιφάσεις.
Ξεκινάμε, λοιπόν, από το τέλος, τις θέσεις 175-182 του δεύτερου κειμένου, όπου κατατίθεται η (προτεινόμενη) στρατηγική και τακτική της ΑΡΑΣ και της ΛΑΕ.
Καταρχήν, το κομμάτι αυτό των θέσεων είναι πολύ μικρό σε σχέση με το υπόλοιπο κείμενο (8 θέσεις από τις συνολικά 321 και περίπου 3 σελίδες από τις συνολικά 123). Επιπλέον, το κομμάτι αυτό είναι σε μεγάλο βαθμό ασύνδετο με το περιεχόμενο των θέσεων, ειδικά όσον αφορά τις θ. 179-182, όπου εισάγεται η ιδέα της ανασυγκρότησης της ΛΑΕ σε ενιαίο κόμμα, κι ειδικότερα η θ. 181 που περιγράφει μάλλον ένα κομμουνιστικό ή σοσιαλιστικό κόμμα. Η αναγκαιότητα για ένα τέτοιο κόμμα δεν προκύπτει από τις θέσεις, διότι σε αυτές υπάρχει ελάχιστη αναφορά τόσο στην ιστορική αναγκαιότητα του σοσιαλισμού και του κομμουνισμού, όσο και στην ιστορική δυνατότητα για τη σοσιαλιστική επανάσταση και μετάβαση στον σοσιαλισμό με βάση τη σύγχρονη αντικειμενική πραγματικότητα.
Μάλιστα, συμβαίνει το αντίθετο: οι θέσεις μοιάζουν να κινούνται κατά μήκος μιας “κυρίαρχης” αντίθεσης που περιγράφεται στο πολιτικό επίπεδο ως αντίθεση μεταξύ, από τη μια, του “νεοφιλελεύθερου” καπιταλισμού και ιμπεριαλισμού και, από την άλλη, της (αντικαπιταλιστικής, κομμουνιστικής και ριζοσπαστικής) “Αριστεράς” (βλ. κυρίως τις θ. 138-139 του πρώτου κειμένου), πέρα από επιμέρους αναφορές στη βασική αντίθεση “κεφάλαιο – εργασία”.
Έτσι, προκύπτουν ερωτήματα, όπως:
- Αν το πρόβλημα είναι μόνο η σύγχρονη εκδοχή του καπιταλισμού (“νεοφιλελεύθερη, ιμπεριαλιστική”), πως οδηγεί αυτό στην αναγκαιότητα επαναστατικής ανατροπής του καπιταλισμού; Αυτό θα δικαιολογούνταν αν η εκδοχή αυτή ήταν η μόνη δυνατή, κάτι με το οποίο, όμως, δεν ασχολούνται οι θέσεις.
- Πως προκύπτει η αντίθεση στο πολιτικό επίπεδο, όποια και να είναι, από την αντίθεση στο κοινωνικό επίπεδο; Αρκεί η αναφορά στο υψηλότερο επίπεδο αφαίρεσης “κεφάλαιο – εργασία” ή “αστική τάξη – εργατική τάξη”; Ποια είναι η κυρίαρχη αντίθεση στο κοινωνικό επίπεδο; Δεν θα έπρεπε η τόσο πλούσια και λεπτομερής αναφορά στον διεθνή και εγχώριο καπιταλισμό να καταλήγει καταρχήν σε αυτήν την αντίθεση, ως βάση για την εκπόνηση οποιουδήποτε στρατηγικού σχεδίου;
- Ακόμη κι έτσι, γιατί είναι ο σοσιαλισμός και ο κομμουνισμός η απάντηση στον (σύγχρονο) καπιταλισμό; Από που προκύπτει η αναγκαιότητα αυτή; Ακόμη και αν υπάρχει τέτοια αναγκαιότητα, ποιες είναι σήμερα οι προοπτικές για τη σοσιαλιστική επανάσταση και μετάβαση/οικοδόμηση, μετά μάλιστα από την ήττα και τις ανατροπές του υπαρκτού σοσιαλισμού στην Ευρώπη και στη Ρωσία στο τέλος του 20ού αιώνα;
- Ακόμη και αν δεχτούμε ότι υπάρχει ιστορική αναγκαιότητα και δυνατότητα για τον σοσιαλισμό, από που προκύπτει η αναγκαιότητα για ένα κόμμα σαν αυτό που περιγράφει ειδικά η θ. 181;
Εν τέλει, τίθεται ένα θέμα με τον χαρακτήρα της ΑΡΑΣ, αλλά και του προτεινόμενου κόμματος της ανασυγκροτημένης ΛΑΕ: θέλει να είναι ένα κόμμα κάποιας άλλης εκδοχής της ριζοσπαστικής, αντικαπιταλιστικής ή κομμουνιστικής Αριστεράς ή, συγκεκριμένα, ένα επαναστατικό, κομμουνιστικό κόμμα (ή, έστω, μια μεταβατική μορφή προς ένα τέτοιο κόμμα) και γιατί;
Στη θ. 179 αναφέρεται το εξής για τη ΛΑΕ:
“[…] επιδιώκουμε να δρομολογηθεί μία διαδικασία για την συγκρότηση και μετασχηματισμό μεσοπρόθεσμα της ΛΑΕ σε ένα αριστερό αντικαπιταλιστικό κόμμα με αριστερές ριζοσπαστικές και κομμουνιστικές αντιλήψεις στο εσωτερικό του.”
που δεν απαντά πραγματικά στο παραπάνω ερώτημα, ενώ στη θ. 181 το ιδεολογικό πλαίσιο δεν αναφέρεται ως “μαρξισμός – λενινισμός”, αλλά ως “μαρξισμός”, παρόλη τη μετέπειτα αναφορά και στον Λένιν:
“Το κόμμα αναφέρεται στον μαρξισμό, ως την επαναστατική επιστημονική θεωρία της πάλης των τάξεων, σύμφωνα με τις αρχές που θεμελίωσαν οι Μαρξ, Ενγκελς, Λένιν.”
Οι ιδεολογικές αυτές αναφορές δεν είναι το σημαντικότερο ζήτημα, φτάνει να είναι ξεκάθαρη η θέση από την οποία ξεκινάει ο καθένας και να εξηγείται ο λόγος, ο σκοπός κ.ο.κ.
Ένα σχετικό θέμα που χρειάζεται να ξεκαθαριστεί είναι εάν μιλάμε όντως για επαναστατικό κόμμα, εάν, δηλαδή, προδιαγράφεται η αναγκαιότητα της επανάστασης, ως ιστορική και πολιτική κατηγορία (χωρίς να περιορίζεται σε μια συγκεκριμένη μορφή), για να ξεκινήσει η μετάβαση από τον καπιταλισμό στον σοσιαλισμό, κάτι που δεν είναι σαφές στη θ. 181.
Τέλος, ο χαρακτήρας του μελλοντικού κόμματος σχετίζεται και με την αντίληψή του για το διεθνές κομμουνιστικό κίνημα, για το οποίο δεν υπάρχουν αναφορές στις θέσεις παρόλη τη μεγάλη τους έκταση και λεπτομέρεια σε άλλα ζητήματα. Με ποια παράδοση και υπαρκτά κόμματα του διεθνούς κινήματος θα βρίσκεται πιο “κοντά” το κόμμα αυτό και θα επιδιώκει συνεργασίες και συμμαχίες;
2. Το οργανωτικό ζήτημα.
Μια επιμέρους παρατήρηση σχετική με την οργανωτική πλευρά των παραπάνω ερωτημάτων αφορά την ύπαρξη ιδεολογικών ρευμάτων στο εσωτερικό της ανασυγκροτημένης ΛΑΕ. Δεν διευκρινίζεται αν θα πρόκειται για μόνιμα συγκροτημένες τάσεις ή ρεύματα που θα συγκροτούνται γύρω από τα εκάστοτε συγκεκριμένα θέματα που θα ανοίγουν στην εσωτερική συζήτηση και για όσο αυτή διαρκεί.
Η αναφορά στη δυνατότητά τους “να αναπτύσσουν μέσα από διάφορους τρόπους, έντυπα και ηλεκτρονικά, θεωρητικές και ιδεολογικές παρεμβάσεις” (θ. 180) δεν είναι σαφής. Αν πρόκειται για έντυπα ή ιστοσελίδες που εκδίδουν τα διαφορετικά ιδεολογικά ρεύματα, τότε αυτό προϋποθέτει και κάποιου είδους εσωτερική οργάνωση και πειθαρχία, έστω μιας συντακτικής επιτροπής. Οπότε, ακόμη και αν οι αποφάσεις παίρνονται κατά πλειοψηφία με δημοκρατικό συγκεντρωτισμό, η ύπαρξη τέτοιου είδους τάσεων παραπέμπει σε έναν -στην πραγματικότητα- μετωπικό σχηματισμό (π.χ. σαν το ΕΑΜ). Κάτι τέτοιο θα ήταν αποδεκτό μόνο για μια μεταβατική περίοδο, αν μιλάμε πραγματικά για επαναστατικό, κομμουνιστικό κόμμα στη βάση του ιστορικού παραδείγματος του κόμματος “νέου τύπου”.
Αν, αντίθετα, υπονοείται ότι τα ιδεολογικά αυτά ρεύματα θα εκφράζονται μέσα από κοινές για όλα τα μέλη διαδικασίες, έντυπα και ιστοσελίδες, τότε αυτό είναι κάτι που μπορεί να γίνει και σε ένα επαναστατικό, κομμουνιστικό κόμμα, ενώ είναι υπό συζήτηση υπό ποιους όρους και πρακτικές, ανάλογα και με τις συγκεκριμένες συνθήκες της ταξικής πάλης (π.χ. νόμιμη δράση σε ειρηνική περίοδο ή παράνομη δράση σε πολεμική ή επαναστατική περίοδο).
Αν πρόκειται για μια μεταβατική μορφή, διότι αναγνωρίζεται ότι η στρατηγική και ιδεολογική συμφωνία είναι ακόμη ασθενής, τότε κι αυτό πρέπει να περιγραφεί πιο συγκεκριμένα, όπως και να διασφαλιστεί η πολιτική και οργανωτική ενότητα για τη μεταβατική αυτή περίοδο (π.χ. η Πρωτοβουλία για την Ανασυγκρότηση του Κομμουνιστικού Κινήματος προτείνει αυξημένες πλειοψηφίες για τις αποφάσεις).
Σχετικό με αυτό είναι και το ζήτημα της διάθεσης για απεύθυνση και σε “άλλες πολιτικές τάσεις που έχουν μία κομμουνιστική αντιιμπεριαλιστική κατεύθυνση, ανένταχτο δυναμικό το οποίο βρίσκεται κοντά στις πολιτικοϊδεολογικές θέσεις που περιγράφουμε, αλλά και ενδεχόμενα ομάδες αγωνιστών που θα προκύψουν από την εκφυλιστική κρίση της άκρας αριστεράς” (θ. 179). Εάν η οργανωτική αρχή απαιτεί τη διάλυση κάθε άλλης οργανωτικής πειθαρχίας, τότε το κάλεσμα αυτό γίνεται με όρους διάλυσης κάθε άλλης τέτοιας οργάνωσης, συλλογικότητας ή ομάδας, σε αντίθεση με την περίπτωση που επιτρέπεται η ύπαρξη οργανωμένων τάσεων, είτε διότι πρόκειται στην πράξη για έναν μετωπικού τύπου σχηματισμό, είτε διότι προβλέπεται μια μεταβατική περίοδος.
Στην περίπτωση, λοιπόν, που το κάλεσμα αφορά τη δημιουργία κόμματος χωρίς οργανωμένες τάσεις, αυτό αντιστοιχεί σε κόμματα που μπορούν να επιτύχουν υψηλή στρατηγική (και ιδεολογική) ενότητα. Κάτι τέτοιο είναι πολύ δύσκολο στη σημερινή εποχή της στρατηγικής κρίσης και της οργανωτικής διάλυσης του κομμουνιστικού κινήματος στη χώρα μας και στις χώρες του ιμπεριαλιστικού στρατοπέδου γενικότερα. Δεν προκύπτει από τις θέσεις με ποιες ομάδες, συλλογικότητες ή οργανώσεις έχουν επιτύχει τέτοιου είδους βαθιά, στρατηγική συμφωνία οι σημερινές συνιστώσες οργανώσεις της ΛΑΕ, ή η ΑΡΑΣ συγκεκριμένα, πόσο μάλλον όταν οι ίδιες οι θέσεις δεν φτάνουν σε επαρκές στρατηγικό βάθος (σοσιαλισμός, κομμουνισμός, κράτος, επανάσταση κ.ο.κ.).
3. Σοσιαλισμός και κομμουνισμός.
Επαναστατικό, κομμουνιστικό κόμμα, με στρατηγική και οργανωτική ενότητα δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς μια -έστω μετρίως- ανεπτυγμένη συμφωνία στο θέμα του σοσιαλισμού και του κομμουνισμού και ειδικότερα στα ερωτήματα: (α) Υπάρχει ιστορική αναγκαιότητα για τη σοσιαλιστική επανάσταση και τη μετάβαση στον κομμουνισμό και αν ναι γιατί; (β) Υπάρχει τέτοια δυνατότητα στη σημερινή διεθνή, ιστορική συγκυρία, και αν ναι, γιατί; (γ) Ποιες είναι οι βασικές πλευρές μιας στρατηγικής σοσιαλιστικής επανάστασης και μετάβασης στον κομμουνισμό;
Είναι στα πλαίσια αυτών των ερωτημάτων που έχει σημασία και η εκτίμηση τόσο για το ιστορικό παρελθόν του υπαρκτού σοσιαλισμού στην ανατολική Ευρώπη και στην ΕΣΣΔ, όσο και για το παρόν και τις μελλοντικές προοπτικές των επαναστατικών εγχειρημάτων που συνεχίζουν (Κίνα, Β. Κορέα, Βιετνάμ, Λάος, Κούβα) ή προκύπτουν στον 21ο αιώνα. Πρόκειται, άλλωστε, για χώρες που βρίσκονται στην αιχμή της αντιπαράθεσης με τον ιμπεριαλισμό, αντέχουν σε ένα πολύ δυσμενές διεθνές περιβάλλον, ενώ κάποιες τουλάχιστον από αυτές, ιδιαίτερα η Λ.Δ. της Κίνας, σημειώνουν πολύ σημαντικές προόδους.
Το θέμα δεν είναι να βάλει κανείς μια ταμπέλα “σοσιαλισμός”, “καπιταλισμός” στο κάθε ένα από αυτά τα εγχειρήματα[46], ούτε να “ταυτιστεί” ιδεολογικά ή προπαγανδιστικά (βλ. σχετική αναφορά στις θ. 75[47] και 76[48] του πρώτου κειμένου). Αντίθετα μάλλον αποτελεί πρόβλημα η “βιασύνη” των θέσεων να ακολουθήσουν τον Δυτικό Μαρξισμό και τη Δυτική Αριστερά σε εκτιμήσεις όπως η παρακάτω για τη Λ.Δ.της Κίνας στη θ. 103 του πρώτου κειμένου, χωρίς επαρκή τεκμηρίωση (πως θα μπορούσε άλλωστε μια ελληνική οργάνωση λίγων εκατοντάδων μελών, με κυρίαρχα νεολαιίστικο χαρακτήρα να προβεί σε μια τέτοια τεκμηριωμένη εκτίμηση;..):
“Το κινέζικο σύστημα αποτελεί μία υβριδική μορφή κρατικού και μονοπωλιακού καπιταλισμού που παρουσιάζει κοινά στοιχεία, αλλά ακόμα μεγαλύτερες διαφορές με το νεοφιλελεύθερο καπιταλισμό που κυριαρχεί διεθνώς.”
Το πραγματικό ερώτημα είναι το εξής: εν έτει 2026, στο πλαίσιο του διεθνούς συστήματος, που με τόση λεπτομέρεια και αρκετή εμπειρική ακρίβεια περιγράφουν οι θέσεις, πως μπορούν να νικήσουν οι σοσιαλιστικές επαναστάσεις (ή να ξεσπάσουν και νέες) ενάντια στον ιμπεριαλιστικό καπιταλισμό, να σταθεροποιηθούν, να διαδοθούν, εν τέλει να επικρατήσουν εις βάρος του, τόσο διεθνώς, όσο και συγκεκριμένα στην Ελλάδα;
Π.χ., για να γίνει λίγο πιο συγκεκριμένο το ερώτημα, αλλά και πιο εμφανής η αντίφαση των θέσεων, αν υποθέσουμε ότι ένα κοινωνικοπολιτικό μέτωπο γύρω από το ανασυγκροτημένο κόμμα της ΛΑΕ κατακτήσει την εξουσία και αρχίσει να εφαρμόζει το μεταβατικό πρόγραμμα, δηλ. βγάλει τη χώρα από την ΕΕ και το ΝΑΤΟ, διαγράψει το χρέος, εθνικοποιήσει τους βασικούς, στρατηγικούς και συγκεντρωμένους κλάδους της παραγωγής (τράπεζες, ενέργεια, επικοινωνίες, μεταφορές, κάποιες -έστω- από τις εναπομείνασες βαριές βιομηχανίες κ.α.), επιβάλει αποκλειστικά δημόσια και δωρεάν υγεία και εκπαίδευση και εκδημοκρατισμό των ΜΜΕ, θέσει σε εφαρμογή ένα σχέδιο παραγωγικής ανασυγκρότησης υπό κεντρικό και δημοκρατικό σχεδιασμό με κύριο άξονα τις δημόσιες επενδύσεις, θέσει τη μεσαία και μικρή ιδιοκτησία, αλλά και άλλες καινοτόμες μορφές ιδιοκτησίας, π.χ. τις συνεταιριστικές, εντός αυτού του σχεδίου, αναπτύξει μορφές εργατικού και λαϊκού ελέγχου σε όλο το φάσμα της (ανα)παραγωγής, επιβάλλει ριζοσπαστικές μεταρρυθμίσεις στο κράτος, στα σώματα ασφαλείας, στον στρατό, αναπτύξει διεθνείς συμμαχίες στη βάση της ισοτιμίας, του αμοιβαίου οφέλους και της διεθνιστικής αλληλεγγύης με την Παγκόσμια Πλειοψηφία και, κυρίως, με τις χώρες που αντιστέκονται στην παγκόσμια ηγεμονία του ιμπεριαλισμού, εν τέλει, τι είδους χώρα θα είναι τότε η Ελλάδα; Μια κρατικοκαπιταλιστική χώρα με (υπο)ιμπεριαλιστικές τάσεις που απλά δεν θα μπορεί να τις …ικανοποιήσει, διότι – π.χ. σε αντίθεση με τη Λ.Δ. της Κίνας- είναι μια μικρή χώρα;!..
Το στρατηγικό κενό γίνεται μάλλον σαφές με αυτό το απλό παράδειγμα… Ακόμη και αν υποθέσουμε ότι εμείς θα τα κάναμε όλα αυτά πολύ καλύτερα από ότι το ΚΚ Κίνας (από που προκύπτει άραγε αυτή η σιγουριά;!), παραμένει εξαιρετικά προβληματικό οι θέσεις είτε να μη λένε τίποτα για το θέμα αυτό, είτε να λαμβάνουν βιαστικές θέσεις απόρριψης και πολεμικής για τα εγχειρήματα μετάβασης στον σοσιαλισμό που λαμβάνουν χώρα σε άλλες χώρες.
Μια παράπλευρη συνέπεια μιας τέτοιας βιασύνης είναι η ουσιαστική απομόνωση από τον κυρίαρχο βραχίονα του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος. Άραγε, η ανασυγκροτημένη ΛΑΕ, όταν παρουσιαστεί σε μια διεθνή συνάντηση των μεγαλύτερων και ισχυρότερων κομμουνιστικών κομμάτων του κόσμου, θα απευθυνθεί στα κομμουνιστικά κόμματα που έχουν την εξουσία και, αν ναι, πώς, ως ταξικούς αντιπάλους που εκπροσωπούν κάποια εκμεταλλεύτρια αστική τάξη με ιμπεριαλιστικές φιλοδοξίες;! Πως θα χτιστούν οι απολύτως αναγκαίες, στρατηγικές, διεθνείς συμμαχίες για να αντέξει μια επαναστατική εξουσία στην Ελλάδα με μια τέτοια πολιτική αντίληψη και στάση;..
Το ΚΚ Κούβας μας δείχνει έναν δρόμο για το πως νικά, επιβιώνει και αντέχει μια σοσιαλιστική επανάσταση σε μια μικρή, νησιωτική χώρα με εξαρτησιακό -ή μάλλον (νεο)αποικιακό- ιστορικό παρελθόν, χωρίς ιδιαίτερο δικό της ορυκτό πλούτο και πηγές ενέργειας, περικυκλωμένη από ισχυρούς και αδίστακτους εχθρούς και χωρίς “στρατηγική/ιδεολογική ταύτιση” με κανέναν, αλλά με σταθερούς, στρατηγικούς συμμάχους. Καλύτερα να το ακολουθήσουμε, αν εννοούμε πραγματικά τις διακηρύξεις μας!..
4. (Αντι)Ιμπεριαλισμός[49].
Παρόλη την έμφαση των θέσεων στο θέμα του ιμπεριαλισμού και της αναγκαιότητας μετώπου εναντίον του, όπως και παρόλο το εύρος και τη λεπτομέρεια της περιγραφής του σύγχρονου, διεθνούς, ιμπεριαλιστικού συστήματος, την έμφαση στη διεθνοποίηση της καπιταλιστικής παραγωγής, την ιμπεριαλιστική εκμετάλλευση με τις μεταφορές υπεραξίας, τη γενικά σωστή περιγραφή της εσωτερικής του διάρθρωσης (ηγεμονία ΗΠΑ, “μια χούφτα” ιμπεριαλιστικές δυνάμεις κ.α.), ακόμη και την -επίσης γενικά σωστή- θέση για τα κριτήρια κατάταξης μιας χώρας ως ιμπεριαλιστικής (θ. 20 πρώτου κειμένου)[50], δυστυχώς ούτε στο ζήτημα του σύγχρονου καπιταλισμού και ιμπεριαλισμού τολμούν οι θέσεις να ολοκληρώσουν τη διάρρηξη των δεσμών με την ιδεολογική παράδοση του Δυτικού Μαρξισμού, κάτι που -μαζί με τα όσα ειπώθηκαν στην προηγούμενη παράγραφο-, εξηγεί σε μεγάλο βαθμό τις στρατηγικες ελλείψεις και αντιφάσεις των θέσεων.
Καταρχήν, απουσιάζει η ιστορική αντίληψη της ανάπτυξης του διεθνούς καπιταλισμού ως ένα όλο και πιο ενοποιημένο, διεθνές σύστημα, στο οποίο αναπτύσσεται και κυριαρχεί ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής. Ιστορικές τάσεις αναγνωρίζονται στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής μόνο στο κεφάλαιο που αναφέρεται στην καταστροφή του φυσικού περιβάλλοντος (θ. 113 και 116 του πρώτου κειμένου).
Ωστόσο, γνωρίζουμε από το Κεφάλαιο του Μαρξ, όπως και από το έργο του Λένιν και μετέπειτα μαρξιστών για τον ιμπεριαλισμό, για τις παρακάτω ιστορικές τάσεις: (α) αύξηση του βαθμού εκμετάλλευσης και της σχετικής εξαθλίωσης της εργατικής τάξης, (β) αύξηση της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου και συνεπαγόμενη πτώση του ποσοστού κέρδους, με παράλληλη αύξηση του άμεσα κοινωνικού χαρακτήρα της εργασίας (εργασία δημιουργική, επιτελική, επιστημονική, καλλιτεχνική ή σε υπηρεσίες που αφορούν τη διαδικασία της αναπαραγωγής όπως η υγεία, η εκπαίδευση, κ.α.) και σχετική μείωση του ρόλου της εκτελεστικής, επαναλαμβανόμενης, κυρίαρχα χειρωνακτικής εργασίας, (γ) συγκέντρωση και συγκεντροποίηση του κεφαλαίου που οδηγεί στην αύξηση του άμεσα κοινωνικού χαρακτήρα της παραγωγής, δηλ. του μη ή λιγότερο διαμεσολαβημένου από την εμπορευματική ανταλλαγή, καθώς δημιουργούνται τεράστια μονοπώλια και ιεραρχικά δίκτυα σχέσεων μεταξύ τους ή με τους προμηθευτές τους, (δ) επέκταση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής σε όλο τον κόσμο και αύξηση της διεθνοποίησης της παραγωγής στην κατεύθυνση δημιουργίας μιας όλο και πιο “ολοκληρωμένης”, δηλ. διασυνδεδεμένης, διεθνούς αγοράς.
Είναι αυτές οι διαδικασίες που οδηγούν τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής σε μια ιστορική υπερωρίμανση (παρασιτισμός), η οποία, από τη μια, συνιστά διαρθρωτική κρίση για τον καπιταλισμό (κάτι που σημαίνει την ιστορική αναγκαιότητα ανατροπής του), ενώ, από την άλλη αναδεικνύουν όλο και πιο έντονα την ιστορική αναγκαιότητα και δυνατότητα μετάβασης στον σοσιαλισμό! Η ανθρωπότητα έχει μπει σε αυτό το στάδιο που επικράτησε ιστορικά να ονομάζεται (κρατικο)μονοπωλιακός, ιμπεριαλιστικός, καπιταλισμός ήδη με το πέρασμα από τον 19ο στον 20ό αιώνα. Αυτό επιβεβαιώνεται και από το ότι ο 20ός αιώνας ήταν αιώνας αλλεπάλληλων, ισχυρότατων, διεθνών καπιταλιστικών κρίσεων και παγκόσμιων πολέμων, με μόνη εξαίρεση τα 25-30 χρόνια ταχύρρυθμης ανάπτυξης μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, για τα οποία, όμως, η ανθρωπότητα πλήρωσε το βαρύτατο τίμημα δύο παγκόσμιων πολέμων (και των σχετικών καταστροφών κεφαλαίου και εργασίας) μέσα σε 31 χρόνια (1914-1945). Καθόλου τυχαία, την ίδια περίοδο έλαβαν χώρα και οι πρώτες εργατικές και σοσιαλιστικές επαναστάσεις.
Δυστυχώς, η ανιστορική αντίληψη του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής είναι χαρακτηριστική μιας δογματικής και μεταφυσικής αντίληψης που κυριαρχεί στον Δυτικό Μαρξισμό, και ιδιαίτερα στο αλτουσεριανό[51] ρεύμα, η οποία έχει δεχτεί συντριπτική κριτική τόσο από τον σοβιετικό μαρξισμό, όσο και άλλες σχολές (π.χ. βλ. τη γνώμη του Ερνστ Μάντελ[52]). Μια τέτοια αντίληψη δεν μπορεί να συνθέσει το εμπειρικό υλικό και να αναδείξει στο υψηλότερο επίπεδο αφαίρεσης το πως το κεφάλαιο σήμερα παρασιτεί ως καρκίνωμα πάνω στους όρους της ίδιας του της αναπαραγωγής, την ανθρώπινη κοινωνία και το φυσικό περιβάλλον, τους οποίους και καταστρέφει σταδιακά. Η άντληση επιπλέον υπεραξίας περνάει μέσα από την υπερεκμετάλλευση της εργασίας, δηλ. μια συνεχή αύξηση του βαθμού εκμετάλλευσης στο παγκόσμιο επίπεδο, εδώ και τουλάχιστον 50 χρόνια (από την κρίση της δεκαετίας του 1970 και την έναρξη της νεοφιλελεύθερης διαχείρισης), ενώ η συσσώρευσή της σχετίζεται άμεσα με την υπερεκμετάλλευση της φύσης, αλλά και τις λεγόμενες “νέες περιφράξεις”, στην ουσία την προσπάθεια του κεφαλαίου να υπάγει διαδικασίες και σχέσεις της κοινωνικής αναπαραγωγής, με στόχο τον προσπορισμό προσόδων διαφορετικών ειδών.
Την καταστροφή του φυσικού περιβάλλοντος οι θέσεις την περιγράφουν με ακρίβεια και εντοπίζουν και τον ιστορικό της χαρακτήρα (θ. 113-120, ειδικά θ. 113 και 116 του πρώτου κειμένου). Ωστόσο, δεν συμβαίνει το ίδιο με την υπερεκμετάλλευση της εργασίας. Οι εμπειρικού τύπου αναφορές για αρνητικό συσχετισμό της εργασίας απέναντι στο κεφάλαιο, για αύξηση της εκμετάλλευσης, για ανόρθωση του ποσοστού κέρδους στη βάση της αύξησης της εκμετάλλευσης αυτής, με μείωση ή καθήλωση των πραγματικών μισθών, με αύξηση του χρόνου εργασίας (απόλυτη υπεραξία) και της έντασης της εργασίας (π.χ. σε σχέση με νέες τεχνολογίες), παρόλη τη σχετική στασιμότητα στην αύξηση της παραγωγικότητας (απαραίτητη για την αύξηση της σχετικής υπεραξίας) αφθονούν και στα πρώτο κείμενο (π.χ. θέση 16, όπου γίνεται σύνδεση και με την αύξηση της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου) και στο δεύτερο, σε σύνδεση και με το παραγωγικό μοντέλο της Ελλάδας και τη θέση της στον διεθνή καταμερισμό εργασίας. Ωστόσο, το θεωρητικό απόσταγμα για την υπερεκμετάλλευση της εργασίας ως την ουσία του σημερινού σταδίου του καπιταλισμού, και ιδιαίτερα της τρέχουσας φάσης της ιμπεριαλιστικής διεθνοποίησης της παραγωγής και της νεοφιλελεύθερης διαχείρισής της, δυστυχώς δεν εντοπίζεται στις θέσεις.
Παρομοίως, η πτώση του ποσοστού κέρδους, η όξυνση των αντιφάσεων της αυτοματοποίησης της παραγωγής κ.α., εναλλάσσονται με παρατηρήσεις για τη συγκυριακή αύξηση του ποσοστού κέρδους κατά τα τελευταία χρόνια, δηλ. με μεταβολές σε έναν πιο βραχύ ιστορικό ορίζοντα, χωρίς να βγαίνει ένα κεντρικό συμπέρασμα για τον χαρακτήρα της εποχής μας, ενώ, σε κάποιον βαθμό, αποδίδονται στον “νεοφιλελευθερισμό”.
Αντίστοιχα ισχύουν και για την ιμπεριαλιστική διεθνοποίηση της παραγωγής. Πέρα από επιμέρους αστοχίες, όπως τη σχετική υποτίμηση της έκτασης των μεταφορών υπεραξίας μόνο στο 3-5% του ΑΕΠ των ανεπτυγμένων, ιμπεριαλιστικών κρατών (θ. 24 του πρώτου κειμένου)[53], υποτιμάται γενικότερα η αναγκαιότητα της διεθνούς, ιμπεριαλιστικής διάρθρωσης της παραγωγής για τη σταθερότητα της εξουσίας του κεφαλαίου παγκοσμίως. Πολύ συνοπτικά, αν η υπερεκμετάλλευση της εργασίας και της φύσης αποτελούν αναγκαιότητα για το κεφάλαιο εξαιτίας της διαρθρωτικής του κρίσης, η γεωγραφική και εθνική διαφοροποίησή τους, δηλ. στην ουσία η όξυνσή τους στις αναπτυσσόμενες και πιο αδύναμες χώρες του κόσμου, αποτελεί αναγκαιότητα για τη θωράκιση της εξουσίας του κεφαλαίου στις πιο ανεπτυγμένες και ισχυρές, ιμπεριαλιστικές χώρες.
Από εδώ προκύπτει η στρατηγική σημασία του αντιιμπεριαλιστικού αγώνα! Δεν πρόκειται απλά ή μόνο για έναν αγώνα για την εθνική ανεξαρτησία από τον ιμπεριαλισμό, ή για έναν πιο ισότιμο, “πολυπολικό” κόσμο, αλλά για την απαραίτητη στρατηγική κατεύθυνση του αγώνα για τον σοσιαλισμό! Κάθε χώρα που σπάει τα ιμπεριαλιστικά δεσμά, ανοίγει τον δρόμο της μετάβασης στον σοσιαλισμό για την ίδια και, ταυτόχρονα, οξύνει την κρίση στις ιμπεριαλιστικές μητροπόλεις αυξάνοντας την ιστορική δυνατότητα και πιθανότητα για το ξέσπασμα της σοσιαλιστικής επανάστασης και σε αυτές (είναι ενδεικτικές ως προς αυτό και οι θ. 88-93 του πρώτου κειμένου για τις αντιφάσεις του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού).
Από την άλλη, γίνεται καλύτερα αντιληπτό και το αναγκαίο της σημερινής, ιμπεριαλιστικής στρατηγικής των επεμβάσεων, κυρώσεων και πολέμων με σκοπό το ξεπέρασμα της κρίσης εις βάρος της Παγκόσμιας Πλειοψηφίας, και ειδικότερα των όποιων χωρών συνεχίζουν να αντιστέκονται σε αυτόν ή και να αμφισβητούν την παγκόσμια ηγεμονία του.
Τέλος, η κατανόηση του σημερινού ιστορικού σταδίου του καπιταλισμού θέτει υπό άλλη οπτική και τα επαναστατικά εγχειρήματα του 20ού αιώνα που επιβιώνουν, αντέχουν ή και προοδεύουν στον 21ό αιώνα, και, ιδιαίτερα, τη Λ.Δ. της Κίνας:
- Άραγε τι είδους καπιταλισμός είναι ο “υβριδικός κρατικός και μονοπωλιακός καπιταλισμός” που δύναται να υπερβεί μια τέτοια διαρθρωτική κρίση;
- Γιατί δεν διστάζει η Λ.Δ. της Κίνας να επενδύσει παραγωγικά για να αυξήσει την παραγωγικότητα, παρόλη την αύξηση της οργανικής σύνθεσης κεφαλαίου και της μείωσης του ποσοστού κέρδους που λαμβάνει χώρα κι εκεί με γοργούς ρυθμούς;
- Πως καταφέρνει ο “καπιταλισμός” αυτός να μην έχει περάσει καμία κρίση υπερσυσσώρευσης;
- Πως γίνεται να αυξάνει η κατανάλωση της εργατικής τάξης με παρόμοιο ή και μεγαλύτερο ρυθμό σε σχέση με την αύξηση του ΑΕΠ, ενώ σε όλο τον υπόλοιπο, καπιταλιστικό, κόσμο κυριαρχεί η στρατηγική της υπερεκμετάλλευσης της εργασίας;
- Έχει πραγματικά “ιμπεριαλιστικές τάσεις” αυτός ο “καπιταλισμός”; Εκλαμβάνεται ως “ιμπεριαλισμός” από τις αναπτυσσόμενες χώρες της Παγκόσμιας Πλειοψηφίας;
- Άραγε πόσους “ιμπεριαλιστές” χωράει ο κόσμος;
- Αντέχει το φυσικό περιβάλλον παραπάνω από 1 δις πληθυσμού που να παράγει και -κυρίως- να καταναλώνει με τα πρότυπα που επικρατούν στις σημερινές ιμπεριαλιστικές χώρες;
- Μπορεί να παραχθεί επαρκής υπεραξία για να τροφοδοτήσει τον παρασιτισμό ενός δεύτερου “χρυσού δισεκατομμυρίου” πληθυσμού ιμπεριαλιστικών χωρών;
- Είναι εφικτή η ανάδειξη ενός τέτοιου ιμπεριαλισμού εις βάρος των σημερινών, χωρίς έναν οξύτατο παγκόσμιο πόλεμο; Θα μπορούσε να διεξαχθεί ένας τέτοιος πόλεμος ή να επιβιώσει η ανθρωπότητα από αυτόν με δεδομένο ότι οι ισχυρότερες εμπλεκόμενες χώρες κατέχουν πυρηνικά όπλα;
Αυτού του είδους τα ερωτήματα είναι πολύ σημαντικά για μια σύγχρονη κομμουνιστική, επαναστατική στρατηγική, αλλά τίθενται με αυτόν τον τρόπο μόνο μέσα από μια στρατηγική αντίληψη που είναι διεθνής και ιστορική (στον μακροπρόθεσμο χρονικό ορίζοντα και προς το παρελθόν και προς το μέλλον). Δυστυχώς, οι θέσεις “ζουν μέσα σε ένα συνεχές ιστορικό παρόν” (να άλλο ένα χαρακτηριστικό της νεότητας!)! Αντίθετα, μια τέτοια ιστορική, στρατηγική αντίληψη, σαν αυτή που προτείνεται εδώ, αναδεικνύει την αντίθεση “ιμπεριαλιστικός καπιταλισμός – σοσιαλισμός” ως την πολιτική μορφή και την “ιμπεριαλισμός/μονοπώλια – εργαζόμενοι λαοί” ως την κοινωνική μορφή της κυρίαρχης αντίθεσης, και όχι απλώς μια αντίθεση “νεοφιλελευθερισμός & ιμπεριαλισμός – Αριστερά” που διέπει το σύνολο των θέσεων της ΑΡΑΣ.
5. Ιμπεριαλιστική εξάρτηση.
Η παραπάνω αντίληψη για τη σύγχρονη, ιμπεριαλιστικά διεθνοποιημένη, καπιταλιστική παραγωγή ξεκαθαρίζει και την ουσία του διαχωρισμού των χωρών σε ιμπεριαλιστικές (εκμεταλλευτές ή και καταπιεστές) και εξαρτημένες (υπό εκμετάλλευση ή και καταπίεση) χώρες. Η ουσία του διαχωρισμού αφορά μια σχέση εκμετάλλευσης και καταπίεσης, τέτοια ώστε η υπερεκμετάλλλευση της εργασίας και της φύσης στις εξαρτημένες χώρες να τροφοδοτεί την προνομιακή αναπαραγωγή του κεφαλαίου στις ιμπεριαλιστικές χώρες. Η σχέση αυτή βασίζεται στη διαφοροποίηση των όρων αναπαραγωγής της εργασιακής δύναμης και της φύσης, άρα και του κεφαλαίου, στους δύο τύπους χωρών, στην ουσία υπάγοντας την αναπαραγωγή των εξαρτημένων χωρών σε αυτήν των ιμπεριαλιστικών.
Επομένως, είναι τελείως άστοχη η παρατήρηση της θ. 32 του πρώτου κειμένου:
“Οι μεταβιβάσεις αξίας επιδρούν στην σταθεροποίηση των ιμπεριαλιστικών κέντρων και στην αύξηση του ποσοστού κέρδους, ωστόσο οι κύριες διαδικασίες της εκμετάλλευσης διεξάγονται στο εσωτερικό του αναπτυγμένου καπιταλισμού. Δεν ισχύει δηλαδή ότι υπάρχουν έθνη εκμεταλλευτές και έθνη εκμεταλλευόμενα.”
Για άλλη μια φορά, ο εμπειρικός πλούτος και η λεπτομέρεια των θέσεων, για τη διεθνοποίηση της παραγωγής, για την ιμπεριαλιστική εκμετάλλευση και τις μεταφορές υπεραξίας κ.ο.κ, αποτυγχάνει να οδηγήσει σε μια αντίστοιχα ορθή θεωρητική σύλληψη για την ιμπεριαλιστική εξάρτηση, διαχωριζόμενες πλήρως από τον Δυτικό Μαρξισμό. Περιορίζοντας την έννοια της εκμετάλλευσης στην παραγωγή και απόσπαση υπεραξίας στην άμεση διαδικασία της παραγωγής, ο Δυτικός Μαρξισμός αποτυγχάνει να αναγνωρίσει ότι η άσκηση κάθε είδους βίας, οικονομικής ή εξωοικονομικής, για την υπαγωγή της αναπαραγωγής τόσο του κεφαλαίου όσο και της εργασίας μιας εξαρτημένης χώρας στην αναπαραγωγή καταρχήν του κεφαλαίου, αλλά, δευτερευόντως, και άλλων, μικροαστικών, ενδιάμεσων στρωμάτων ή εκτεταμένων στρωμάτων “εργατικής αριστοκρατίας” στις ιμπεριαλιστικές χώρες, συνιστά μια μορφή εκμετάλλευσης που καθορίζεται πλήρως από τον σύγχρονο καπιταλισμό, αποτελώντας ουσιαστικό χαρακτηριστικό του, δηλ. ιστορικά αναγκαίο και συστηματικό. Μάλιστα, τόσο ο Μαρξ όσο και ο Λένιν ξεκαθάρισαν ότι ένα έθνος μπορεί να εκμεταλλεύεται ένα άλλο έθνος, και το κάνει[54]!…
Με αυτήν την έννοια, η εξάρτηση δεν αφορά κυρίως την πολιτική στάση της κυρίαρχης μερίδας της αστικής τάξης μια εξαρτημένης χώρας, το αν δηλ., επιτελεί τον ρόλο μιας κομπραδόρικης ελίτ σε μια νεοαποικιακή σχέση εκμετάλλευσης, αν ενσωματώνεται στην ιμπεριαλιστική στρατηγική μην έχοντας άλλη, πιο συμφέρουσα για την αναπαραγωγή της, επιλογή, ή εάν αντιστέκεται επιχειρώντας μεγαλύτερους βαθμούς ελευθερίας και έναν καλύτερο συμβιβασμό με τις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις. Προφανώς οι επιμέρους τρόποι που μια χώρα ενσωματώνεται στον διεθνή καταμερισμό εργασίας ή το κατά πόσο ενσωματώνεται στην ιμπεριαλιστική στρατηγική ή αντιστέκεται σε αυτήν είναι εξαιρετικά σημαντικά ζητήματα. Κάτι ανάλογο, άλλωστε, ισχύει και για τα επιμέρους στρώματα του εργαζόμενου λαού, όσον αφορά τη συγκεκριμένη θέση τους στην (ανα)παραγωγή ή τη θέση που λαμβάνουν στην ταξική πάλη σε μια συγκεκριμένη ιστορική συγκυρία.
Ωστόσο, το κριτήριο διαχωρισμού στις δύο κατηγορίες, ιμπεριαλιστική ή εξαρτημένη δεν είναι βαθμωτό ή ασαφές. Τα πράγματα ξεκαθαρίζουν όταν εστιάσει κανείς στο αν μια χώρα επωφελείται τελικά στο σύνολο των διεθνών συναλλαγών της από θετικές μεταφορές υπεραξίας, αν δηλ. αναπαράγεται στη βάση ενός πλεονάσματος που αποσπά από τις υπόλοιπες χώρες, δηλ. αν αναπαράγεται εις βάρος τους, ή εάν, αντίθετα, υποφέρει από τέτοιες διαρροές τροφοδοτώντας την αναπαραγωγή των ιμπεριαλιστικών χωρών. Αυτό ισχύει και πάλι κατ’ αναλογία με την ταξική σχέση εκμετάλλευσης και το (πάντα θετικό) ποσοστό υπεραξίας ως μέτρο του βαθμού εκμετάλλευσης.
Οπότε είναι λανθασμένη η επιμονή των θέσεων σε αναφορές όπως:
- περί “ανώτερων” ή “κατώτερων” “θέσεων στην ιμπεριαλιστική αλυσίδα” ή στο “ιμπεριαλιστικό μπλοκ” π.χ. όσον αφορά την Ελλάδα (π.χ. στη θ. 181 του δεύτερου κειμένου)·
- περί της Ρωσίας ως “[…] ένα κράτος σε ένα μέσο επίπεδο της ιμπεριαλιστικής ιεραρχίας, που ασκεί ιμπεριαλιστικές λειτουργίες σε ένα περιορισμένο οικονομικό περίγυρο […]”, οπότε και η “[…] ιμπεριαλιστική λειτουργία της Ρωσίας δεν συνιστά, έτσι, έναν διευρυμένο ιμπεριαλιστικό ρόλο” (θ. 60 του πρώτου κειμένου)·
- περί της Κίνας που “δε διαμορφώνει έναν ολοκληρωμένο ιμπεριαλισμό” καθώς:
“Εξακολουθεί να είναι μία χώρα που μεταβιβάζει περισσότερες αξίες στις ιμπεριαλιστικές χώρες από αυτές που λαμβάνει από χώρες με κατώτερη θέση από την ίδια στην ιμπεριαλιστική αλυσίδα. Οι οικονομικές τάσεις μπορεί να οδηγούν μεσοπρόθεσμα σε έναν, υπό διαμόρφωση, ιμπεριαλισμό, ωστόσο κάτι τέτοιο δεν έχει ολοκληρωθεί και είναι αμφίβολο αν θα ολοκληρωθεί.” (θ. 61 του πρώτου κειμένου).
Στις αναφορές αυτές, παρόλο που το τελικό συμπέρασμα καταλήγει να είναι παρόμοιο, διαφαίνεται μια αρκετά λανθασμένη αντίληψη για την έννοια της ιμπεριαλιστικής χώρας. Ενώ οι θέσεις αναγνωρίζουν τη θέση των χωρών αυτών ως προς το αν επωφελούνται ή υποφέρουν της ιμπεριαλιστικής εκμετάλλευσης, παλινδρομούν τελικά προς μια “βαθμωτή” αντίληψη της “ιμπεριαλιστικότητας” που προσιδιάζει περισσότερο σε θεωρίες “ιμπεριαλιστικής πυραμίδας”, ή εστιάζουν υπερβολικά σε επιμέρους ανισότιμες, διεθνείς σχέσεις, π.χ. περιφερειακές, ή στοιχειώδεις, επιμέρους ιμπεριαλιστικές πρακτικές, τις οποίες μάλιστα δεν τεκμηριώνουν εμπειρικά.
Όσον αφορά την Ελλάδα, οι θέσεις στο δεύτερο κείμενο αναφέρονται σε “εξάρτηση” στη θ. 62[55] (βλ. και τη θ. 4[56] για τις χώρες της περιφέρειας της Ευρωζώνης), δίνοντάς της μια πιο πολιτική νοηματοδότηση, παρόλο που η συνολική περιγραφή της ελληνικής οικονομίας και της θέσης της στον διεθνή καταμερισμό εργασίας αντιστοιχεί ακριβώς στο νόημα της ιμπεριαλιστικής εξάρτησης όπως προτείνεται εδώ!
Μπορεί το να το “λέμε αλλιώς” αν και “εννοούμε το ίδιο” να φαίνεται γενικά ασήμαντο. Ωστόσο και πάλι έχει τη -στρατηγική- του σημασία: στις εξαρτημένες χώρες η στρατηγική για τον σοσιαλισμό περνάει μέσα από τον αγώνα για το σπάσιμο των ιμπεριαλιστικών δεσμών, τον αγώνα για την εθνική ανεξαρτησία από τον ιμπεριαλισμό, ενώ είναι (σχετικά) μειωμένο το μέρος του λαού που επωφελείται από τα ψίχουλα της ιμπεριαλιστικής λεηλασίας. Αυτό σημαίνει συγκεκριμένα για την Ελλάδα ότι η σοσιαλιστική επανάσταση περνάει μέσα από το “ζήτημα-κρίκο” της εξόδου από την ΕΕ και το ΝΑΤΟ, κάτι που φαίνεται οι θέσεις να το αναγνωρίζουν (π.χ. θ. 181 του δεύτερου κειμένου). Αντίθετα, στις ιμπεριαλιστικές χώρες τα καθήκοντα των κομμουνιστών τίθενται με διαφορετικό τρόπο: απαιτείται από αυτούς ο αγώνας ενάντια στην ιμπεριαλιστική πολιτική των κυβερνήσεών τους σε διεθνιστική αλληλεγγύη με τους εθνικούς αγώνες των καταπιεσμένων λαών. Είναι γεγονός, βέβαια, ότι η ενδιάμεση -αν κι εξαρτημένη- θέση της Ελλάδας στον διεθνή καταμερισμό εργασίας, αλλά και η απόλυτη ενσωμάτωσή της στην ιμπεριαλιστική στρατηγική, ως μέλος της ΕΕ και του ΝΑΤΟ, επιβάλλει σύνθετα, αν και αλληλένδετα, καθήκοντα. Συγκεκριμένα,η πατριωτική πάλη για την έξοδο από την ΕΕ και το ΝΑΤΟ συνιστά, ταυτόχρονα, και συμβολή στη διεθνιστική πάλη ενάντια στον ιμπεριαλισμό, με τον οποίο ευθυγραμμίζονται πλήρως όλες οι ελληνικές κυβερνήσεις της πρόσφατης ιστορίας της χώρας μας.
6. Ορισμένες επιμέρους μεθοδολογικές παρατηρήσεις.
Ήδη αναφερθήκαμε σε επιρροές του Δυτικού Μαρξισμού που ανιχνεύονται στις θέσεις, εξηγώντας εν μέρει και τις όποιες στρατηγικές ελλείψεις και αντιφάσεις. Στη συνέχεια σχολιάζονται εν συντομία ορισμένα επιπλέον τέτοια σημεία.
α. Ποιες χώρες παράγουν περισσότερη υπεραξία;
Υπάρχει διαφωνία με την εκτίμηση της θ. 10 του πρώτου κειμένου[57], ότι η παραγωγή υπεραξίας αυξάνεται στις ανεπτυγμένες, ιμπεριαλιστικές χώρες, παρόλη τη διεθνοποίηση της παραγωγής και τη μεταφορά της μεταποίησης στις υπό εκμετάλλευση, αναπτυσσόμενες χώρες. Υπάρχουν συντριπτικά στοιχεία για το ότι ο μη παραγωγικός τομέας (π.χ. μη παραγωγικές υπηρεσίες και μη παραγωγικός κρατικός τομέας) στις μητροπόλεις του ιμπεριαλισμού αγγίζει το 40% της απασχόλησης[58].
β. Υπάρχουν εθνικές αστικές τάξεις που να συμμετέχουν στην εθνικοανεξαρτησιακή πλευρά του αντιιμπεριαλιστικού αγώνα;
Το συμπέρασμα της θ. 14 του πρώτου κειμένου[59] για την απροθυμία των υποτελών αστικών τάξεων να υιοθετήσουν έναν προσανατολισμό ρήξης με τον ιμπεριαλισμό είναι απόλυτο. Τα παραδείγματα της Βενεζουέλας, του Ιράν και της Ρωσίας (παλιότερα και της Λιβύης, της Συρίας, της Βολιβίας) είναι ενδεικτικά επί τούτου και όλα έχουν ένα κοινό στοιχείο: αποτελούν χώρες με πλούσιες ενεργειακές πηγές ή και άλλο ορυκτό πλούτο, από τον οποίο οι ντόπιες αστικές τάξεις μπορούν να αντλούν γεωπροσόδους και να τις χρησιμοποιούν για να αμυνθούν απέναντι στον ιμπεριαλισμό, αλλά και να διαμορφώσουν ευρείες συμμαχίες με λαϊκά στρώματα. Το ίδιο λάθος εμφανίζεται και στη θ. 30 του πρώτου κειμένου[60].
γ. Μεταφορές υπεραξίας και μονοπωλιακά υπερκέρδη
Η εξήγηση που δίνεται για τις ιμπεριαλιστικές εξαγωγές κεφαλαίου στη θ. 18 του πρώτου κειμένου[61] είναι ανακριβής. Οι μεταφορές αξίες στη σύγχρονη διεθνή αγορά δεν αφορούν κυρίως μεταφορές λόγω διαφορών στην παραγωγικότητα ή στην οργανική σύνθεση κεφαλαίου, αλλά λόγω μονοπωλιακού υπερκέρδους και διαφόρων ειδών προσόδων, οπότε δεν μπορούν να εξηγηθούν με βάση παράγοντες που δρουν με παρόμοιο τρόπο και εντός μιας εθνικής οικονομίας. Το κίνητρο της αύξησης του ποσοστού κέρδους στοχεύει κυρίαρχα στην υπερεκμετάλλευση της εργασίας και της φύσης στις αναπτυσσόμενες χώρες.
Παρόμοια βάση έχει και το λάθος της θ. 30 του πρώτου κειμένου[62], όπου επιπλέον αναδεικνύεται μια σύγχυση ως προς την έννοια του μονοπωλιακού κεφαλαίου: δεν αφορά το κεφάλαιο που είναι πιο παραγωγικό ή έχει υψηλότερη οργανική σύνθεση κεφαλαίου, αλλά αυτό που εκμεταλλεύεται με μονοπωλιακό τρόπο κάποιον φυσικό ή τεχνολογικό όρο της παραγωγής, ή κατέχει κάποιο άλλο πλεονέκτημα στον ανταγωνισμό (π.χ. εμπορικό), το οποίο δεν μπορεί να αναπαραχθεί από τους ανταγωνιστές του μέσω της εργασίας, τουλάχιστον για ένα μεσοπρόθεσμο, αν όχι και μακροπρόθεσμο, χρονικό διάστημα.
Γενικότερα σε αυτά τα σημεία οι θέσεις μοιάζουν να μην αντιλαμβάνονται σε βάθος τα όσα οι ίδιες καταγράφουν για τη διεθνοποίηση της παραγωγής και, ειδικότερα, τη διάρθρωση του διεθνούς καταμερισμού εργασίας, με βάση την οποία τα ιμπεριαλιστικά μονοπώλια απασχολούνται στην κορυφή (π.χ. σχεδιασμός εμπορεύματος και έλεγχος της παραγωγής) και στο τέλος (π.χ. μονοπωλιακή εμπορική διάθεση) των διεθνών αλυσίδων παραγωγής και μεταφοράς υπεραξίας, ενώ οι μη μονοπωλιακές επιχειρήσεις των αναπτυσσόμενων χωρών αναλαμβάνουν την καθαυτό παραγωγή.
Παρόμοια σύγχυση για τη φύση του μονοπωλιακού υπερκέρδους εμφανίζεται και στη θ. 31 του πρώτου κειμένου[63] κι έρχεται σε αντίθεση με τα όσα καταγράφει η θ. 36 του ίδιου κειμένου[64]!
δ. Ταξική πάλη (εσωτερικές κοινωνικές σχέσεις) και διεθνείς ανταγωνισμοί (διεθνείς κοινωνικές σχέσεις)
Η θ. 19 του πρώτου κειμένου[65] είναι αντιφατική, καθώς ενώ επικεντρώνει στις μεταφορές υπεραξίας ως ουσιαστικό στοιχείο της θέσης κάθε χώρας στην ιμπεριαλιστική αλυσίδα, εμφανίζει ως καθοριστικό παράγοντα την “αποκρυστάλλωση και τη συγκυρία της ταξικής πάλης στο εσωτερικό του κάθε κοινωνικού σχηματισμού”. Προφανώς η ταξική πάλη εντός κάθε κοινωνικού σχηματισμού περιλαμβάνει υποκείμενα που εξορμούν από έναν άλλον κοινωνικό σχηματισμό, εν προκειμένω μια ιμπεριαλιστική χώρα (π.χ. ξένο κεφάλαιο, στρατός και μυστικές υπηρεσίες). Πρόκειται για έναν ανταγωνισμό “όλων εναντίον όλων” ανάμεσα σε κοινωνικά και πολιτικά υποκείμενα με εθνικό προσδιορισμό που καθορίζεται από τον συσχετισμό δυνάμεων μεταξύ τους. Έτσι, αν για παράδειγμα η Ελλάδα είναι εξαρτημένη στον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό, αυτό είναι αποτέλεσμα της ταξικής πάλης που λαμβάνει μεν χώρα στην Ελλάδα (αλλά και στις ΗΠΑ, μιας και ένα αντιιμπεριαλιστικό, διεθνιστικό κίνημα στη χώρα αυτή μπορεί να αναιρούσε μια τέτοια εξάρτηση…), αλλά καθορίζεται από τον συσχετισμό τόσο μεταξύ του κεφαλαίου και της εργασίας γενικά (δηλ. τόσο του αμερικάνικου όσο και του ελληνικού), όσο και μεταξύ του αμερικάνικου και ελληνικού κεφαλαίου.
ε. Που είναι μεγαλύτερος ο βαθμός εκμετάλλευσης της εργασιακής δύναμης; Στις ιμπεριαλιστικές ή στις εξαρτημένες χώρες;
Στη θ. 25 του πρώτου κειμένου[66] δεν είναι σωστή η εκτίμηση ότι “η παραγωγή σχετικής υπεραξίας και ο ρυθμός εκμετάλλευσης είναι συγκριτικά υψηλότερος σε σχέση με τις αναπτυσσόμενες χώρες”. Αυτή είναι μια κλασσική αντιμαρξική σύγχυση όσον αφορά την πολιτική οικονομία της διεθνούς αγοράς.
Όταν εξετάζουμε το “πόση υπεραξία παράγει ένας συλλογικός εργάτης μιας επιχείρησης”, η παραγωγή υπεραξίας δεν έχει να κάνει με την παραγωγικότητα του συγκεκριμένου συλλογικού εργάτη, κάτι που είναι ιδιότητα της συγκεκριμένης και όχι της αφηρημένης εργασία. Ο “ρυθμός εκμετάλλευσης”, δηλ. στην ουσία το ποσοστό υπεραξίας, εξαρτάται από (α) τον ημερήσιο χρόνο εργασίας, (β) την ένταση της εργασίας, (γ) την αξία της εργασιακής δύναμης, δηλ. τον πραγματικό μισθό, παράγοντες που είναι όλοι χειρότεροι στις υπό εκμετάλλευση, αναπτυσσόμενες χώρες (βλ. σχ. και στο άρθρο του Hickel της σημ. 53).
Επιπλέον, το γεγονός ότι μεγάλο μέρος των προϊόντων που καταναλώνει η εργασιακή δύναμη στις ιμπεριαλιστικές χώρες παράγονται από τη φτηνή, υπερεκμεταλλευόμενη εργασία των αναπτυσσόμενων χωρών, με τεχνολογία συγκρίσιμη με αυτήν που χρησιμοποιείται στις ιμπεριαλιστικές χώρες, αδυνατίζει γενικότερα το επιχείρημα ότι παράγεται υψηλότερη σχετική υπεραξία στις ιμπεριαλιστικές χώρες, διότι δήθεν η εργασιακή δύναμη φθηναίνει περισσότερο, λόγω αυξημένης παραγωγικότητας. Το επιχείρημα θα ίσχυε μόνο αν οι εργάτες κατανάλωναν (α) εμπορεύματα παρηγμένα εγχωρίως, (β) η παραγωγικότητα ήταν σημαντικά μεγαλύτερη στις ιμπεριαλιστικές χώρες και (γ) οι υπόλοιποι παράγοντες (ημερήσιος χρόνος εργασίας, ένταση εργασίας, πραγματικοί μισθοί) ήταν παρόμοιοι.
Το ίδιο λάθος υπάρχει και στη θ. 32 του πρώτου κειμένου[67], όπου μάλιστα εισάγεται και η οργανική σύνθεση κεφαλαίου ως παράγοντας που συνηγορεί στη δήθεν μεγαλύτερη παραγωγή υπεραξίας στις ανεπτυγμένες χώρες, σε μια σύγχυση μεταξύ της παραγωγής και της διανομής της υπεραξίας!
στ. Σοσιαλιστική επανάσταση και αντεπανάσταση
Προβληματικές είναι και οι αναφορές περί “κατάρρευσης” της ΕΣΣΔ στη θ. 41 του πρώτου κειμένου (στην ταξική πάλη κανείς δεν “καταρρέει” μόνος του, ειδικά όταν συμβαίνει αντεπανάσταση!). Επίσης, δεν γίνεται πλήρως κατανοητή η ιδιαιτερότητα της αντεπανάστασης στη Ρωσία όταν γράφεται στη θ. 47 του πρώτου κειμένου ότι “η Ρωσία κατέστη μία κανονική καπιταλιστική χώρα μέσου επιπέδου ανάπτυξης”. Επιπλέον, ξενίζουν οι αναφορές περί “εισβολής” της Ρωσίας στην Ουκρανία στη θ. 48, όπως και αυτή για “«αριστερόστροφες» κρατικές οντότητες, όπως Κούβα, η Βενεζουέλα, η Νικαράγουα, η Β. Κορέα κ.λπ.” στη θ. 50, πάντα στο πρώτο κείμενο. Ο χαρακτηρισμός “αριστερόστροφες” σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να περιγράψει την ταξική φύση των κοινωνικών αυτών σχηματισμών…
Δ. Αντί επιλόγου: τι (μπορούμε) να κάνουμε, ενώ πλησιάζουν και οι εκλογές;
Γίνεται σαφές από τα παραπάνω ότι ενώ οι θέσεις είναι σε πολύ καλή κατεύθυνση και έχουν μεγάλο ενδιαφέρον στις επιμέρους περιγραφές, εκτιμήσεις και εμπειρικά στοιχεία που ενσωματώνουν, ωστόσο πάσχουν και από πολύ σημαντικές στρατηγικές ελλείψεις και αντιφάσεις.
Αυτό σημαίνει, μιλώντας από την οπτική ενός εγχειρήματος για την ανασυγκρότηση του κομμουνιστικού κινήματος όπως η Πρωτοβουλία μας, ότι χρειάζεται να διανυθεί πολύς δρόμος για να υπάρξει στρατηγική συμφωνία τέτοιου εύρους και βάθους, ώστε η ΛΑΕ να ανασυγκροτηθεί στην κατεύθυνση δημιουργίας νέου, επαναστατικού, κομμουνιστικού κόμματος, ή έστω μιας μεταβατικής μορφής προς κάτι τέτοιο. Κάτι τέτοιο, άλλωστε, απαιτεί και περαιτέρω κοινή δράση, συμπόρευση, προγραμματικές συγκλίσεις και διάλογο ανάμεσα στις όποιες επιπλέον οργανώσεις, συλλογικότητες ή ομάδες θα ενδιαφέρονταν για μια τέτοια προοπτική, πέραν των τωρινών συνιστωσών της ΛΑΕ, ειδικά αν απαιτείται η οργανωτική τους διάλυση.
Αντίθετα, η προγραμματική και πολιτική συμφωνία είναι ήδη υπεραρκετή για τη δημιουργία ενός πολιτικού μετώπου σε αντιιμπεριαλιστική κατεύθυνση, όπως αυτό που προτάθηκε σε προηγούμενο άρθρο, δηλ. με κεντρικούς άξονες την έξοδο από την ΕΕ και το ΝΑΤΟ, τη διαμόρφωση συμμαχιών με τις χώρες της Παγκόσμιας Πλειοψηφίας, και ειδικότερα αυτές που αντιστέκονται στην παγκόσμια ηγεμονία του ιμπεριαλισμού, και το μεταβατικό πρόγραμμα με το οποίο ήδη υπάρχει μεγάλη σύμπτωση με τις θέσεις της ΑΡΑΣ και της ΛΑΕ συνολικότερα.
Ένα τέτοιο μέτωπο θα μπορούσε:
- να διεκδικήσει να ηγεμονεύσει στον χώρο της κομμουνιστικής και ριζοσπαστικής Αριστεράς, με όρους συνεργασίας αλλά και ανταγωνισμού με την ΑΝΤΑΡΣΥΑ και το ΚΚΕ που ενώ διακηρύττουν την έξοδο από την ΕΕ και το ΝΑΤΟ και τη σύγκρουση με τον ιμπεριαλισμό και τον καπιταλισμό, στην πράξη, με τη στρατηγική και τακτική τους, εμποδίζουν κάτι τέτοιο από το να συγκεντρώσει λαϊκές δυνάμεις και να καταστεί πραγματική δυνατότητα·
- να απευθυνθεί -από μια ισχυρή θέση- και σε ευρύτερες δυνάμεις, στα όρια ή και πέραν της Αριστεράς, στη βάση προγραμματικής συμφωνίας·
- να βαθύνει προγραμματικά τόσο ως προς τις διάφορες πλευρές του μεταβατικού προγράμματος που θα πρέπει και να “ζυμωθεί” μέσα στο εργατικό και λαϊκό κίνημα, όσο και προς μια πιο στέρεα στρατηγική συμφωνία με σκοπό τη δημιουργία νέου, επαναστατικού, κομμουνιστικού κόμματος·
- να έρθει σε συμφωνίες και συνεργασίες και με το διεθνές κομμουνιστικό και αντιιμπεριαλιστικό κίνημα·
- να ωθήσει στη συνεργασία και στο εργατικό και λαϊκό κίνημα, ιδιαίτερα στο αντιιμπεριαλιστικό, αντιπολεμικό και αντιφασιστικό, αλλά και στον συνδικαλισμό, αποκτώντας πιο ευρεία και στέρεα κοινωνική γείωση, στην κατεύθυνση συγκρότησης κοινωνικοπολιτικού μετώπου με δυνατότητες διεκδίκησης της κυβέρνησης και της εξουσίας.
Στη βάση μιας τέτοιας μετωπικής πολιτικής συμμαχιών μπορεί να απαντηθεί και το ερώτημα των εκλογικών συμμαχιών, ιδιαίτερα ενόψει των βουλευτικών εκλογών που πλησιάζουν. Δεν είναι σαφές, όμως, αν το βλέπουν έτσι και οι θέσεις της ΑΡΑΣ οι οποίες φαίνεται να εξακολουθούν να “κοιτάνε” (και) προς τον χώρο της σοσιαλφιλελεύθερης Αριστεράς (ΜΕΡΑ25, Νέα Αριστερά και δυνάμεις που απεγκλωβίζονται από τον ΣΥΡΙΖΑ ή και από αστικά, κεντροαριστερά κόμματα· π.χ. βλ. θ. 141-142 του δεύτερου κειμένου) με σκοπό τη συγκρότηση μιας όσο το δυνατόν ευρύτερης (εκλογικής) συμμαχίας της ριζοσπαστικής Αριστεράς με δυνατότητα εισόδου στη βουλή και συγκρότησης λαϊκής αντιπολίτευσης απέναντι στην επόμενη κυβέρνηση (πιθανόν ξανά γύρω από τη ΝΔ).
Ωστόσο, είναι εξαιρετικά αμφίβολο αν ένας τέτοιος προσανατολισμός είναι καταρχήν ρεαλιστικός με τις σημερινές συνθήκες και συσχετισμούς, και, δεύτερον, εάν θα ευνοούσε πραγματικά τη συγκέντρωση δυνάμεων γύρω από το μεταβατικό πρόγραμμα, διότι οι δυνάμεις αυτές – εξαιρώντας σε κάποιο βαθμό μόνο το ΜΕΡΑ25- πολιτικά απέχουν παρασάγγας από τη συμφωνία με το πρόγραμμα αυτό και, ιδιαίτερα, με τη σύγκρουση με την ΕΕ και το ΝΑΤΟ. Επιπλέον, βαραίνει το γεγονός ότι δεν έχει συγκροτηθεί ακόμη ένας πόλος δυνάμεων της Αριστεράς σε μια συνεπή αντιιμπεριαλιστική κατεύθυνση, με αποτέλεσμα η όποια εκλογική συμμαχία να γίνεται με όρους δυσανάλογα αρνητικούς για τις αντιιμπεριαλιστικές δυνάμεις, όπως, άλλωστε, εκτιμούν (αυτο)κριτικά και οι θέσεις (π.χ. θ. 138-139 του δεύτερου κειμένου). Θέλει δηλ. μια προσοχή ώστε η όποια (εκλογική) τακτική να εξυπηρετεί τη στρατηγική (κατεύθυνση) και να μην αυτονομείται με τρόπο που τελικά οδηγεί σε αδιέξοδο.
Σε κάθε περίπτωση, ας μην αφήνουμε άλλο χρόνο να περνάει χωρίς να προχωράμε σε συγκλίσεις και συμπορεύσεις που έχουν ήδη ωριμάσει!
Σημειώσεις
[1] “Η ασθμαίνουσα δυναμική αποκρυσταλλώνεται στους μειωμένους ρυθμούς αύξησης της παραγωγικότητας της εργασίας και κεφαλαίου, αλλά και στη στασιμότητα της συνολικής παραγωγικότητας των συντελεστών της παραγωγής.” (θ. 2).
[2] “Η δυναμική του τεχνικο – οικονομικού υποδείγματος που στήριξε την άνοδο του νεοφιλελευθερισμού παρουσιάζει σημάδια εξάντλησης, γεγονός που αποτυπώνεται στη στασιμότητα της παραγωγικότητας της εργασίας και της συνολικής παραγωγικότητας των συντελεστών παραγωγής στις περισσότερες αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες, η οποία καθορίζεται: α) από τη φθίνουσα αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας, β) από τη φθίνουσα συσσώρευση του κεφαλαίου, γ) από τη μείωση του βαθμού συμμετοχής του εργατικού δυναμικού ή της μείωσης του ρυθμού αύξησης του. […] Η δυναμική του τεχνικο – οικονομικού υποδείγματος που στήριξε την άνοδο του νεοφιλελευθερισμού παρουσιάζει σημάδια εξάντλησης, γεγονός που αποτυπώνεται στη στασιμότητα της παραγωγικότητας της εργασίας και της συνολικής παραγωγικότητας των συντελεστών παραγωγής στις περισσότερες αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες, η οποία καθορίζεται: α) από τη φθίνουσα αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας, β) από τη φθίνουσα συσσώρευση του κεφαλαίου, γ) από τη μείωση του βαθμού συμμετοχής του εργατικού δυναμικού ή της μείωσης του ρυθμού αύξησης του.” (θ. 16)
[3] “Οι κύριες επιδιώξεις των αστικών τάξεων ήταν η διατήρηση των βασικών δομικών στοιχείων του νεοφιλελευθερισμού: α) της απόκλισης παραγωγικότητας – μισθών, β) της χρηματιστικοποίησης των διαδικασιών συσσώρευσης του κεφαλαίου και γ) της ισχυροποίησης των τάσεων διεθνοποίησης του κεφαλαίου.” (θ. 3).
[4] Ο ταξικός συσχετισμός συμπυκνώνεται: α) στην απόκλιση ανάμεσα στον ρυθμό αύξησης της παραγωγικότητας της εργασίας και τον ρυθμό αύξησης των εργατικών μισθών, β) στη μείωση του μεριδίου της εργασίας στο Α.Ε.Π. και γ) στο γεγονός ότι η μείωση της ανεργίας δεν επιδρά στην αύξηση των εργατικών μισθών.” (θ. 2).
[5] “Μέσα σε αυτές τις δεκαετίες, παγιώθηκαν μεγάλες μεταβιβάσεις αξίας από τις αναπτυσσόμενες προς τις αναπτυγμένες χώρες. Έτσι, η διεθνοποίηση της παραγωγής και η συγκρότηση των παγκόσμιων αλυσίδων αξίας επέτρεψαν στο κεφάλαιο των αναπτυγμένων καπιταλιστικών χωρών να αξιοποιεί τις μεγάλες μισθολογικές διαφοροποιήσεις μεταξύ χωρών, αυξάνοντας το ποσοστό υπεραξίας και ενισχύοντας τις μεταβιβάσεις αξίας από τις αναπτυσσόμενες προς τις αναπτυγμένες καπιταλιστικές οικονομίες.” (θ. 9).
[6] “Η θέση κάθε χώρας στην ιμπεριαλιστική ιεραρχία καθορίζεται από τους ιστορικούς όρους
συγκρότησης κάθε κοινωνικού σχηματισμού, τη δομή των ταξικών σχέσεων και τη δυναμική μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας. Υπό αυτήν την έννοια, προσδιορίζεται από την ιστορική αποκρυστάλλωση και τη συγκυρία της ταξικής πάλης στο εσωτερικό του κάθε κοινωνικού σχηματισμού. Η οικονομική πλευρά του ιμπεριαλισμού (στην οποία συμβάλλουν και αποτελούν δευτερεύουσες πλευρές οι στρατιωτικές, πολιτικές, πολιτιστικές διαστάσεις) εκφράζεται μέσω της διαρκούς μεταφοράς υπεραξίας από τις λιγότερο αναπτυγμένες χώρες στις αναπτυγμένες χώρες. Η μεταφορά αυτή πραγματοποιείται τόσο μέσω της άνισης ανταλλαγής στο διεθνές εμπόριο, όσο και μέσω των καθαρών ροών κερδών, τόκων και προσόδων, που απορρέουν από επενδύσεις” (θ. 19).
[7] “Η παγκόσμια ιμπεριαλιστική ιεραρχία καθορίζεται μεταπολεμικά από τη συγκρότηση ενός διεθνούς ιμπεριαλιστικού μπλοκ, με ηγετικό παράγοντα τις Η.Π.Α.. […] Η κυριαρχία των Η.Π.Α. δεν ασκείται στους κατώτερους εταίρους του ιμπεριαλιστικού μπλοκ με αμιγώς συγκρουσιακό τρόπο, όπως οι ισχυροί ιμπεριαλισμοί του παρελθόντος, αλλά μέσω ενός συνδυασμού συμπληρωματικότητας – συνεργασίας – ηγεμονίας.” (θ. 26).
[8] “Σε αντίθεση με την περίοδο του ανταγωνιστικού καπιταλισμού (δηλαδή μέχρι το τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα) και την πρώτο μισό του 20 αιώνα, κατά την οποία αναβαθμίστηκαν χώρες, όπως, η Γερμανία και η Ιαπωνία, ενώ οι ΗΠΑ απέκτησαν την παγκόσμια οικονομική πρωτοκαθεδρία, μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, καμία νέα χώρα δεν μπόρεσε να ενταχθεί στον ιμπεριαλιστικό πυρήνα. Μία ομάδα χωρών βρίσκεται σταθερά στην κορυφή της ιμπεριαλιστικής αλυσίδας μετά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Πρόκειται για 8 – 10 χώρες, στην κορυφή των οποίων βρίσκονται οι Η.Π.Α..” (θ. 24).
[9] “Σε αντίθεση με τον πυρήνα των κρατών του ιμπεριαλιστικού μπλοκ, […] καμία άλλη χώρα δεν αναβαθμίστηκε στην ιμπεριαλιστική αλυσίδα τα τελευταία ογδόντα χρόνια. ο γεγονός αυτό αποτελεί ένδειξη ότι οι σχέσεις ιμπεριαλιστικής κυριαρχίας είναι σχετικά παγιωμένες, αποκρυσταλλώνουν την ανισόμετρη ανάπτυξη και εξέλιξη της ιμπεριαλιστικής αλυσίδας και καθιστούν εξαιρετικά δύσκολη την είσοδο, ακόμα και πολύ μεγάλων αναπτυσσόμενων χωρών, σε αυτόν τον πυρήνα.” (θ. 28).
[10] “Παρά το γεγονός ότι υπάρχει σημαντική απόσταση από τη συγκρότηση ενός διαφορετικού οικονομικού και πολιτικού διεθνούς πόλου, που να μπορεί να ανταγωνίζεται το κυρίαρχο ιμπεριαλιστικό μπλοκ, οι κυρίαρχοι ιμπεριαλιστές, με ηγέτιδα δύναμη της Η.Π.Α. επιχειρούν: α) προκαταβολικά να αποτρέψουν αυτή την δυνατότητα, οριοθετώντας και πλήττοντας τους
στρατηγικούς δυνητικούς ανταγωνιστές τους και
β) να αποδιοργανώσουν καθεστώτα, τα οποία μπορεί να μην αποτελούν κάποια στρατηγικό
ανταγωνιστή, αλλά είτε θέτουν προσκόμματα σε συγκεκριμένα συμφέροντα των ιμπεριαλιστικών αστικών τάξεων, είτε δεν είναι απόλυτα συμβατά με το πλαίσιο της νεοφιλελεύθερης διεθνοποίησης του κεφαλαίου.
Η προσπάθεια αυτή γίνεται καταρχήν με οικονομικούς όρους: την επιβολή κυρώσεων, την επιβολή δασμών την θέσπιση εμποδίων και απαγορεύσεων των εξαγορών κ.λπ.. Όμως, επειδή, σε τελική ανάλυση, σε συνθήκες κρίσης και ανατροπής των συσχετισμών γίνεται κυρίαρχη η
πολιτικοστρατιωτική διάσταση, οι Η.Π.Α. και η συμμαχία στην οποία ηγούνται, ετοιμάζονται και για με στρατιωτικούς όρους για την θωράκιση και διατήρηση της ιμπεριαλιστικής τους κυριαρχίας.” (θ. 41).
[11] “Οι λόγοι υποστήριξης της διεθνούς πολιτικής του ιμπεριαλιστικού κεφαλαίου από μεγάλα τμήματα της αριστεράς είναι:
- η μακροπρόθεσμη προσαρμογή της στο αστικό πολιτικό σύστημα και η αδυναμία επικοινωνίας και εκπροσώπησης των λαϊκών μαζών,
- ο περιορισμός ή/και ο προσανατολισμός της πολιτικής πρακτικής και η επικέντρωση σε διαχειριστικά ή «ταυτοτικά» ζητήματα,
- τα ιδεολογικά αποτελέσματα που παράγει η ένταξη σε κοινωνικούς σχηματισμούς του αναπτυγμένου καπιταλισμού, που ανάλογα με την ιδεολογική διαπάλη στο εσωτερικό τους, οδηγούν στην ανάλυση των άλλων κοινωνικών σχηματισμών με εργαλεία και κριτήρια που, έστω από μία κριτική αφετηρία, αναγνωρίζουν τον δυτικό κόσμο ως πιο «εξελιγμένο» και με περισσότερα δημοκρατικά και κοινωνικά δικαιώματα.” (θ. 57).
[12] “Οι θέσεις ενός μεγάλου τμήματος των αριστερών ρεφορμιστικών ρευμάτων στα ιμπεριαλιστικά κράτη αντανακλά, εκτός από την επίδραση του αστικού πολιτικού συστήματος και τις ιδεολογικές επιπτώσεις των κοινωνικών χαρακτηριστικών της κοινωνικής τους βάσης, που σταδιακά όλο και περισσότερο διαμορφώνεται από μεσοστρώματα υψηλού μορφωτικού επιπέδου που απασχολούνται σε μη παραγωγικούς τομείς της οικονομίας. Τα στρώματα αυτά ευνοούνται υλικά από τις μεταβιβάσεις αξίας από τα αναπτυσσόμενα κράτη και αντιμετωπίζουν ως φυσική τη σύγχρονη ιμπεριαλιστική διάρθρωση. Ένα σημαντικό τμήμα της κατανάλωσης με την ευρεία έννοια που απολαμβάνουν μικροαστικά και μεσοστρώματα στα ιμπεριαλιστικά κράτη οφείλεται στην εκμετάλλευση των εργαζόμενων τάξεων στα αναπτυσσόμενα κράτη.” (θ. 64).
[13] “Οι αναλύσεις περί σύγκρουσης «πεινασμένων και χορτάτων ιμπεριαλιστών» θεωρούν αδιάφορη την επικράτηση στη σύγκρουση του ενός ή του άλλου εμπλεκόμενου ιμπεριαλιστικού πόλου, δηλαδή, από την μια, αυτού υπό την αιγίδα των Η.Π.Α. και από την άλλη του (υποτιθέμενου), υπό σχηματισμό, άξονα/μπλοκ Κίνας- Ρωσίας. Θεωρούν επίσης ότι είναι δευτερεύουσας σημασίας η ισχύς και η θέση στην ιμπεριαλιστική αλυσίδα του ενός και του άλλου ιμπεριαλιστή. Σε ορισμένες περιπτώσεις, αναπτύσσεται η παράξοδη θέση ότι η ανάδειξη ενός πολυπολικού κόσμου είναι ακόμα πιο επικίνδυνη για τους λαούς, γιατί θα οδηγήσει στην ένταση του ανταγωνισμού εις βάρος των λαϊκών τάξεων και πιθανόν σε μία στρατιωτικοποιημένη αντιπαράθεση που διακυβεύει καταστροφές για τους λαούς. Έτσι θεωρείται, όχι μόνο αδιάφορη η αποδυνάμωση του πιο ισχυρού αντιπάλου, αλλά πιθανά και επικίνδυνη.” (θ. 63).
[14] “Τα κινήματα και οι εξεγέρσεις, οφείλονται στην συγκυριακή ή μονιμότερη ένταση των οικονομικών και κοινωνικών κρίσεων, ενώ εκφράζουν τις αντιθέσεις απέναντι σε αυταρχικά, καταπιεστικά, γραφειοκρατικά, διεφθαρμένα καθεστώτα ειδικά στην Ανατολική Ευρώπη, την Κεντρική Ασία και τις χώρες της Μ. Ανατολής. Έχουν, κατά αυτό τον τρόπο, ως κυρίαρχη την αυτοτελή εσωτερική δυναμική. Όμως για τον ταξικό χαρακτηρισμό ενός
κινήματος πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ο βαθμός επίδρασης του ιμπεριαλιστικού παράγοντα,
ποιες κοινωνικές δυνάμεις ηγεμονεύουν στην εκάστοτε αντιπολιτευτική κίνηση, ποια είναι τα
πολιτικά και ιδεολογικά χαρακτηριστικά αυτών των κινημάτων και ποιες είναι οι πολιτικές και καθεστωτικές μεταβολές που επιδιώκουν ή στις οποίες τείνουν.” (θ. 67).
[15] “Στην παρούσα φάση, σε διεθνές επίπεδο, προτεραιότητα αποτελεί η ήττα του σχεδίου του ευρωατλαντικού ιμπεριαλισμού. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η διαμάχη έχει ευρύτερες διαστάσεις και αφορά, εκτός από τη Ρωσία, και την Κίνα, ενδεχόμενα και χώρες του αναπτυσσόμενου κόσμου που για μια σειρά λόγων θα επιδίωκαν να αυτονομηθούν ή να διατηρούν εναλλακτικές λύσεις απέναντι στον ασφυκτικό έλεγχο που ασκεί η αμερικάνικη χρηματοοικονομική ηγεμονία. Θεωρητικά αφορά και χώρες του ευρωπαϊκού νότου, όπως και την Ελλάδα, που υπέστησαν αλλεπάλληλους εκβιασμούς με την απειλή της χρεοκοπίας και θα αντιμετώπιζαν πιθανόν άμεση πολιτική παρέμβαση με στρατιωτικές όψεις σε περίπτωση εξόδου από το Ευρώ. Ενδεχόμενη επιτυχία των Νατοϊκών σχεδιασμών και ήττα των αντιπάλων τους, θα συμβάλλει στην ενίσχυση της επιθετικότητας των ιμπεριαλιστών σε διεθνές και εθνικό επίπεδο. Η ήττα των Νατοϊκών σχεδιασμών, έστω και σε ένα πεδίο, και ακόμα περισσότερο, η ύπαρξη περισσότερων πόλων ισχύος στο διεθνές σύστημα μπορεί να ενισχύσει, υπό προϋποθέσεις, στην ανάδειξη της ταξικής πάλης σε διεθνές επίπεδο και στην ανάδειξη εναλλακτικών πολιτικής απέναντι στην κυριαρχία του νεοφιλελευθερισμού στις χώρες που βρίσκονται στις κατώτερες θέσεις της ιμπεριαλιστικής αλυσίδας. ” (θ. 76)
[16] “Ο νόμος της αξίας λειτουργεί τροποποιημένα στην Κίνα λόγω: α) του μεγέθους του κρατικού τομέα, β) της επίδρασης που ασκεί ο κεντρικός σχεδιασμός και η κρατική μακροοικονομική πολιτική στην οικονομία, γ) του περιορισμού της ξένης ιδιοκτησίας σε τομείς αιχμής και δ) των ελέγχων στην κίνηση κεφαλαίων. Παρά το γεγονός ότι ο ιδιωτικός τομέας από τη δεκαετία του 1990 αναπτύχθηκε ραγδαία, οι κρατικές επιχειρήσεις διατηρούν το στρατηγικό τους ρόλο. Υπό μία έννοια, ο κυρίαρχος είναι ο ιδιωτικός τομέας, ωστόσο αυτός που δεσπόζει είναι ο κρατικός τομέας.” (θ. 104).
[17] “Οι καταστροφικές περιβαλλοντικές επιπτώσεις συνιστούν ένα από τα σημαντικότερα ζητήματα που προκύπτουν από την εξέλιξη του σύγχρονου καπιταλισμού, μία από τις μείζονες αντιφάσεις του αλλά και αιτία μελλοντικών αντιφάσεων και συγκρούσεων. Η αύξηση της θερμοκρασίας, η καταστροφή της βιοποικιλότητας και της χλωρίδας, η εξάλειψη φυσικών μνημείων, αντανακλούν τη ραγδαία επιτάχυνση της κλιματικής αλλαγής τις δύο τελευταίες δεκαετίες. Με το παρόν ενεργειακό μοντέλο η εξέλιξη της κατάστασης θα καταστεί μη αναστρέψιμη. Οι ιστορικές τάσεις του καπιταλισμού οδηγούν σταδιακά σε μία οριακή κατάσταση. Η διαρκής ανάπτυξη της εκμηχάνισης έχει μία αντιφατική επίπτωση. Από τη μια πλευρά, η ενεργειακή αποδοτικότητα των νέων μηχανών βελτιώνεται. Από την άλλη πλευρά, ο ρυθμός βελτίωσης της δεν μπορεί να αντισταθμίσει την απόλυτη αύξηση της κατανάλωσης ενέργειας λόγω της καπιταλιστικής ανάπτυξης.” (θ. 113).
[18] “Με το υφιστάμενο επίπεδο των παραγωγικών δυνάμεων και τις κυρίαρχες σχέσεις παραγωγής, αυτό το μοντέλο δεν μπορεί να συμπεριλάβει την πλειοψηφία του παγκόσμιου πληθυσμού, γιατί θα εξαντλούσε τους υφιστάμενους πόρους και θα αύξανε δραματικά την αύξηση της θερμοκρασίας.” (θ. 116).
[19] “Υπό αυτήν την έννοια, από το προαναφερόμενο αναγκαίο πρόγραμμα δεν μπορεί να απουσιάζει στις χώρες του αναπτυγμένου καπιταλισμού η αντιιμπεριαλιστική διάσταση, γιατί τα πλεονεκτήματα που αποκτούν οι αστικές τάξεις από την ιμπεριαλιστική τους λειτουργία σταθεροποιούν την κυριαρχία τους στο εσωτερικό των δικών τους εθνικών κοινωνικών σχηματισμών. Αλλά και γιατί προετοιμάζονται για μείζονες συγκρούσεις για να διατηρήσουν αυτά τα πλεονεκτήματα, μια προετοιμασία η οποία προμηνύει μία έντονη επίθεση αυταρχισμού και συμπίεσης των λαϊκών στρωμάτων.” (θ. 138).
[20] “Η οικονομική κρίση και οι επιπτώσεις της, αλλά και η στρατηγική των αστικών τάξεων για την έξοδο από την κρίση με άξονα την εσωτερική υποτίμηση και με στόχο την πάση θυσία παραμονή στην Ο.Ν.Ε., ενίσχυσαν ακόμα περισσότερο την υποβάθμιση, εντείνοντας την αποβιομηχάνιση και προσανατολίζοντας ακόμα περισσότερο την ελληνική οικονομία στους τομείς όπου διαθέτει συγκριτικά πλεονεκτήματα, με βασική την αξιοποίηση του σχετικά παρθένου φυσικού περιβάλλοντος και την ενίσχυση της τουριστικής βιομηχανίας.” (θ. 14).
[21] “Η εσωτερική υποτίμηση για την εξυπηρέτηση του χρέους, η βίαιη αναδιάρθρωση με την καταστροφή οικονομικών κλάδων και σημαντικού τμήματος των εργαζόμενων τάξεων, δεν είναι απλά μία πολιτική που επιβλήθηκε από το εξωτερικό. Εκφράζει πρωτίστως τα συμφέροντα της εγχώριας αστικής τάξης, η οποία μπορεί να έχει υποβαθμισθεί συγκριτικά στην ιμπεριαλιστική αλυσίδα, μετά την κρίση, ωστόσο, διατηρεί ακέραια την κοινωνική της εξουσία, αλλά και σημαντικούς οικονομικούς πόρους στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Γι’ αυτό το λόγο, παρ’ όλο που οι πολιτικές των μνημονίων επέφεραν κοινωνική καταστροφή, αλλά και πολιτική κρίση, δεν υπήρξε καμία μερίδα της αστικής τάξης που να συγκροτείται σε πολιτική δύναμη και να επιδιώκει την έξοδο από το ευρώ ως μία εναλλακτική αστική στρατηγική” (θ. 20).
[22] “Η μείωση της συσσώρευσης του κεφαλαίου έχει σαν αποτέλεσμα την υστέρηση του εκσυγχρονισμού της παραγωγικής δομής στην Ελλάδα, με αποτέλεσμα τη μείωση της παραγωγικότητας της εργασίας. […] Οι απώλειες παραγωγικών συντελεστών σε συνδυασμό με την αύξηση του ειδικού βάρους υπηρεσιών χαμηλής προστιθέμενης αξίας και τη σημαντική εξάρτηση του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών από τον τουρισμό, καθιστούν τον ελληνικό καπιταλισμό περισσότερο ευάλωτο σε συνθήκες κρίσης.” (θ. 27).
[23] “Η προσαρμογή του ελληνικού καπιταλισμού καθορίστηκε από τη συμπίεση του κόστους εργασίας και σε πολύ μικρότερο βαθμό από τις διαδικασίες εκσυγχρονισμού του κεφαλαίου. Με βάση την πτώση των μισθών και του μεριδίου της εργασίας στο Α.Ε.Π. το μοναδιαίο κόστος εργασίας μειώνεται σημαντικά. Ωστόσο, δεν βελτιώνεται ανάλογα η ανταγωνιστικότητα, αλλά ένα σημαντικό τμήμα της μείωσης αυτής κατευθύνεται προς την αύξηση των περιθωρίων κέρδους των επιχειρήσεων.” (θ. 28).
[24] “Η ανάκαμψη της καπιταλιστικής κερδοφορίας δεν βασίστηκε στην βελτίωση της παραγωγικότητας της εργασίας και στην άνοδο της συσσώρευσης του κεφαλαίου.” (θ. 38).
[25] “Η γήρανση του πληθυσμού, η μετανάστευση, η μόνιμη έξοδος από την αγορά εργασίας λόγω έλλειψης ευκαιριών, η μείωση του ρυθμού αύξησης της συμμετοχής στο εργατικό δυναμικό, έχουν σαν αποτέλεσμα τη μη ανάκαμψη της απασχόλησης.” (θ. 30).
[26] “[…] μετά από 15 χρόνια σκληρών μνημονιακών πολιτικών, το ελληνικό χρέος βρίσκεται σε υψηλότερο επίπεδο από ότι την περίοδο έναρξης της κρίσης.” (θ. 36).
[27] “Εντάθηκε έτσι η αναδιάρθρωση της αγοράς εργασίας στην Ελλάδα, με το υψηλό ποσοστό των εργαζομένων να απασχολείται σε τομείς που δεν παράγεται υπεραξία, ή σε παραγωγή εμπορευμάτων και υπηρεσιών μέσης και χαμηλής τεχνολογικής έντασης και προστιθέμενης αξίας.” (θ. 31).
[28] “Η κρίση της δεκαετίας του 2010 έχει οδηγήσει στην υποβάθμιση του ελληνικού καπιταλισμού στη διεθνή ιμπεριαλιστική αλυσίδα και αυτό έχει σαν αποτέλεσμα την ύπαρξη μόνιμων κρισιογόνων παραγόντων, που μπορεί να ενεργοποιηθούν ανάλογα με τη συγκυρία. […] Η ανάκαμψη του ποσοστού κέρδους δεν συνδυάζεται με την αναγκαία συσσώρευση του κεφαλαίου για μία μακροπρόθεσμη έξοδο την κρίση. Και, γι’ αυτό, δεν υφίσταται επίλυση των δομικών προβλημάτων της ελληνικής οικονομίας. Κάθε αναζωπύρωση της διεθνούς κρίσης ή της άρσης της εμπιστοσύνης των ιμπεριαλιστικών κέντρων που σήμερα στηρίζουν τη διαδικασία αργού μετασχηματισμού της, θα οδηγήσει στην επανεμφάνιση κρισιακών συμπτωμάτων.” (θ. 45).
[29] “Η όξυνση των αντιφάσεων και η μεγάλη υποβάθμιση του ελληνικού κράτους κατέστησε την Ελλάδα για την περίοδο 2010-2015 έναν από τους αδύνατους κρίκους της ιμπεριαλιστικής αλυσίδας.” (θ. 52).
[30] “Επρόκειτο για μια έκτακτη κοινωνική και πολιτική περίοδο, η οποία έχει παρέλθει.” (θ. 53).
[31] “Μια άλλη πορεία θα απαιτούσε ένα διαφορετικό πλαίσιο συμμαχιών, την μη συνεργασία με τους ΑΝΕΛ, τη στάση πληρωμών και τη διακοπή των διαπραγματεύσεων με τους δανειστές, αλλά και την αναζήτηση διεθνών συμμαχιών με τον υπό διαμόρφωση άξονα των BRICS, στον όποιο βαθμό ήταν εφικτές. Ωστόσο, η ηγετική ομάδα του ΣΥΡΙΖΑ δεν ήταν διατεθειμένη να προχωρήσει σε μια τέτοιου είδους πολιτική, που, στην πραγματικότητα, θα αποτελούσε συνολική σύγκρουση με την αστική τάξη, αλλά και τους ιμπεριαλιστικούς μηχανισμούς. Ταυτόχρονα, δεν ήταν δεδομένο ότι τα κοινωνικά στρώματα που στήριξαν το ΣΥΡΙΖΑ το 2015 θα ήταν διατεθειμένα να υποστηρίξουν μέχρι τέλους μια τέτοιας έκτασης ρήξη ή ποια θα ήταν η παρέμβαση των κρατικών και των υπερεθνικών μηχανισμών. Για ένα τμήμα των λαϊκών στρωμάτων, οι προσδοκίες αφορούσαν κατά βάση σε μία ανάκαμψη του βιοτικού τους επιπέδου και στην επιστροφή στην προ μνημονίων κατάσταση, χωρίς συνολικότερες ρήξεις, όπως άλλωστε υποσχόταν το πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ.” (θ. 56).
[32] “Ειδικά για την Ελλάδα, οι μακροχρόνιες μεταβολές στην κλαδική διάρθρωση του ελληνικού καπιταλισμού, αλλά και οι ιδιωτικοποιήσεις έχουν αποδυναμώσει τα ισχυρά σημεία του εργατικού συνδικαλισμού που αποτελούσαν άμεσα και έμμεσα τον τροφοδότη της αριστεράς. Η ηλικιακή γήρανση, αλλά και οι όροι ιδεολογικής συγκρότησης της νεολαίας μέσα από πρακτικές ατομικισμού (κοινωνικοποίηση από τα κοινωνικά δίκτυα κ.λπ.) διευκολύνουν τις συντηρητικές μετατοπίσεις και την άνοδο της ακροδεξιάς.” (θ. 58).
[33] “Μετά το 2015 και το σοσιαλφιλελεύθερο μετασχηματισμό του ΣΥΡΙΖΑ, συντελείται μία διαδικασία εκκαθάρισης της πολιτικής σκηνής από την, έστω και έμμεση, παρουσία των λαϊκών στρωμάτων με την θωράκιση του πολιτικού συστήματος από οποιοδήποτε πολιτικό ρεύμα που επεδίωκε να θέσει με μαζικούς όρους το ζήτημα της ρήξης με την Ο.Ν.Ε. και την Ε.Ε. στην πολιτική σκηνή.” (θ. 59).
[34] “Από την μία πλευρά, το ελληνικό κεφάλαιο αξιοποιεί την ένταξή του στο ιμπεριαλιστικό μπλοκ για την ιδιοποίηση παραγόμενης αξίας στις αναπτυσσόμενες χώρες, ενώ, από την άλλη, η ελληνική οικονομία μεταβιβάζει αξίες προς τα αναπτυγμένα καπιταλιστικά κράτη της Ε.Ε. με τους μηχανισμούς της άνισης ανταλλαγής, με τους άνισους όρους εμπορίου και κυρίως με τους πόρους που μεταβιβάζονται για την εξόφληση των δανειακών υποχρεώσεων. Έτσι, στην ευρύτερη αυτή περίοδο, στα πλαίσια του συνασπισμού εξουσίας ενισχύεται το ειδικό βάρος μερίδων του κεφαλαίου που έχουν μικρότερο ενδιαφέρον για την μακροπρόθεσμη αναπτυξιακή στρατηγική και στοχεύουν περισσότερο στην εντατική εκμετάλλευση του φυσικού πλούτου, των δημόσιων υποδομών και στην εκτατική εκμετάλλευση της εργασίας σε τομείς χαμηλής παραγωγικότητας και εξειδίκευσης […]”, ενώ ,στην “αναπτυσσόμενη διαίρεση σε διεθνές επίπεδο μεταξύ των παραδοσιακών ιμπεριαλιστικών κρατών της Δύσης και των ανερχόμενων κοινωνικών σχηματισμών της Ανατολής”, “η ελληνική άρχουσα τάξη έχει αντικειμενικά πάρει θέση, χωρίς να διατηρεί ή και να επιδιώκει κάποια περιθώρια αυτονομίας. Η θέση αυτή καθορίζεται από την οικονομική λειτουργία του ελληνικού καπιταλισμού μέσα στον παγκόσμιο καταμερισμό εργασίας […] Σήμερα, στο συνασπισμό εξουσίας κυριαρχεί το εφοπλιστικό κεφάλαιο με τις διάφορες διακλαδώσεις του στους τομείς της ελληνικής οικονομίας. Σε διεθνές επίπεδο, συμβάλει στην παραγωγή (ως παραγωγικό κεφάλαιο στον τομέα των μεταφορών), αλλά κυρίως στη μεταφορά αξίας από τις αναπτυσσόμενες καπιταλιστικές χώρες προς τα ιμπεριαλιστικά κέντρα. Το ελληνικό εφοπλιστικό κεφάλαιο παίζει ρόλο στις μεταβιβάσεις αξίας από τις αναπτυσσόμενες προς τις αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες λόγω του ρόλου του στο διεθνές εμπόριο και ιδιοποιείται ένα τμήμα αυτής της αξίας.” (θ. 62).
[35] “Η αναπτυξιακή τροχιά του ελληνικού καπιταλισμού επηρεάζεται από τις εισροές από το δυτικό ιμπεριαλιστικό μπλοκ, είτε με τη μορφή των άμεσων μεταβιβάσεων (ΕΣΠΑ, Ταμείο Ανάκαμψης), είτε από τις μεταβιβάσεις στον τομέα του τουρισμού.” (θ. 63).
[36] “Σε επίπεδο διεθνούς προσανατολισμού, υπάρχει πλήρης ενσωμάτωση στη στρατηγική του δυτικού ιμπεριαλιστικού μπλοκ, με αξιοσημείωτη ένταση και επιθετικότητα, σε σημείο που δεν συμβαδίζει με τα βραχυπρόθεσμα συμφέροντα της άρχουσας τάξης, αφού καταλήγει σε πλήρη διάρρηξη σχέσεων με χώρες όπως η Ρωσία, στην αποστολή εξοπλισμού στην Ουκρανία, στην συμμετοχή στον πόλεμο εναντίον του Ιράν. Η ελληνική άρχουσα τάξη οδηγείται ή και φιλοδοξεί να παίξει ένα ρόλο αιχμής στην περιοχή, εκτιμώντας μεταξύ άλλων ότι μπορεί να αξιοποιήσει την αμφιταλαντευόμενη στάση χωρών όπως η Τουρκία.” (θ. 64).
[37] “Το ιστορικό πολιτικοϊδεολογικό πλαίσιο του ΣΥΡΙΖΑ είχε εγγεγραμμένο στο εσωτερικό του ως κυρίαρχη – όχι όμως και μοναδική – την τάση προς την υποταγή στα ιμπεριαλιστικά κέντρα και στο εγχώριο κεφάλαιο. Η αποδοχή του προοδευτικού χαρακτήρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ευρωζώνης, η αντιμετώπισή τους ως ένα πεδίο στο οποίο διεξάγεται η ταξική πάλη και μέσα από το οποίο μπορούν να οικοδομηθούν διεθνείς συμμαχίες, αποτελούν τους καταστατικούς μύθους πάνω στους οποίους τεκμηριώθηκε μία τόσο ραγδαία μεταβολή μεταξύ της διακηρυγμένης και της υλοποιούμενης πολιτικής του.” (θ. 90).
[38] “Ο ΣΥΡΙΖΑ κέρδισε την πρωτοκαθεδρία στην αριστερά, όχι, κυρίως, γιατί έθεσε το ζήτημα της κυβέρνησης, αλλά γιατί πρότεινε μία ενδιάμεση θέση στο πλαίσιο του ηγεμονικού ιδεολογήματος της κυρίαρχης τάξης, δηλαδή ότι η παραμονή στην Ο.Ν.Ε. είναι αναγκαία, ή έστω ότι η έξοδος είναι καταστροφή. Ενώ, ταυτόχρονα, οι άλλες δυνάμεις της αριστεράς απέτυχαν να συγκροτήσουν μια αντιηγεμονική ή νέα ηγεμονική πρόταση που να αντιπαρατίθεται σε αυτή τη στρατηγική. […] Δεν μπορεί να υπάρξει αντικειμενική έκφραση ταξικών συμφερόντων μέσα από ένα κόμμα, του οποίου το πρόγραμμα δεν εμπεριέχει καμία πτυχή ή και αντικειμενική δυνατότητα υλοποίησης των συμφερόντων των λαϊκών τάξεων, όπως είναι ένα πρόγραμμα που επιδιώκει την παραμονή στην Ευρωζώνη και στην Ε.Ε. […] Εκτός των άλλων, διότι το αστικό κράτος ναι μεν συμπυκνώνει ταξικές σχέσεις και συσχετισμούς, αλλά η ίδια η δομή του αποτελεί ενεργό παράγοντα τροποποίησης – αποκρυστάλλωσης αυτών των συσχετισμών σε αστική κατεύθυνση. Δεν αποτελεί ένα εργαλείο, ή ένα ουδέτερο μηχανισμό, ο οποίος αυτόματα μπορεί να τεθεί στην υπηρεσία του λαού, αλλά και αντιστρόφως δεν λειτουργεί ως καθρέφτης που απλώς αντικατοπτρίζει ταξικούς συσχετισμούς στο σύνολο των κοινωνικών σχέσεων παραγωγής και εξουσίας. Μία πολιτική πρόταση για την διεκδίκηση της κυβερνητικής εξουσίας ποτέ δεν πρέπει να είναι αόριστη, αλλά να αναπτύσσεται μόνο σε έκτακτες συγκυρίες, να περιγράφει με ακρίβεια τις πολιτικές συμμαχίες που επιδιώκει, τις τάξεις που εκφράζει και το πολιτικό πρόγραμμα (με συστατικό του στοιχείο ριζοσπαστικές μεταβολές στο εσωτερικό του κράτους) που προωθεί. Κυρίως, να στηρίζεται στην εξωκοινοβουλευτική και εξωθεσμική κινητοποίηση και παρέμβαση των κατώτερων τάξεων.” (θ. 111).
[39] “Θεωρούσαν ότι η πολιτική παρέμβαση στο εσωτερικό ενός μικρού επί της ουσίας πολιτικού μηχανισμού, όπως ο ΣΥΡΙΖΑ, και η συμμετοχή στο κυβερνητικό κέντρο θα ήταν αποφασιστικά πεδία που θα έκριναν τους συσχετισμούς και τον προσανατολισμό του κόμματος και της κυβέρνησης. Αντίθετα, ο ορθός στόχος θα αφορούσε την προσπάθεια συγκρότησης ενός μαζικού λαϊκού μετώπου με αριστερή ηγεμονία που να ανέπτυσσε κοινωνική αντιπολίτευση και μέσω αυτής να όξυνε περαιτέρω την κρίση του κράτους και να διαμόρφωνε τις προϋποθέσεις επιβολής των απαραίτητων ρήξεων στην περίπτωση ανόδου στο κυβερνητικό κέντρο. Αυτό δεν σημαίνει ότι ένα τέτοιο μέτωπο δεν θα μπορούσε διακηρυκτικά να θέτει το στόχο της ανόδου στην κυβέρνηση, αλλά ότι θα έπρεπε να είχε μία προγραμματική σαφήνεια στο ζήτημα της εξόδου από Ο.Ν.Ε. και Ε.Ε. και των απαιτούμενων ριζοσπαστικών ανατροπών στο εσωτερικό του κράτους και να δίνει έμφαση στην ανάπτυξη ριζοσπαστικών πολιτικών πρακτικών, τα οποία να καθορίζουν τη σχέση του με τις λαϊκές τάξεις.” (θ. 116).
[40] “Ένα από τα σημαντικά λάθη που έκανε η αριστερά του ΣΥΡΙΖΑ, η οποία διαχωρίστηκε μετά την υπογραφή του τρίτου μνημονίου, ήταν ότι δεν μπόρεσαν να εκτιμήσουν ότι το πολιτικό πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ είχε δομικά εγγεγραμμένο κατά πολύ περισσότερο το ενδεχόμενο της υποταγής παρά της ρήξης και, κυρίως, ότι η ηγετική ομάδα και ο Τσίπρας ήταν προσανατολισμένοι στην υποχώρηση εφόσον τα ιμπεριαλιστικά κέντρα απέρριπταν το πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ, ήδη πριν από την ανάληψη της διακυβέρνησης. Η έγκαιρη κατανόηση αυτών των δεδομένων, θα οδηγούσε σε ρήξη σε προγενέστερο χρόνο, ακόμα και πριν την ανάληψη της διακυβέρνησης. Θα σήμαινε έναν διαφορετικό προσανατολισμό, όχι τον στόχο της αριστερής κυβέρνησης, αλλά της μετωπικής αριστερής αντιπολίτευσης. Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι αυτό δεν θα είχε δυσκολίες. Το πιθανότερο είναι ότι θα ακολουθούσε ένα τμήμα του κομματικού μηχανισμού ίσως ακόμα μικρότερο σε σχέση με το Σεπτέμβριο του 2015, ενώ η στάση των άλλων δυνάμεων της αριστεράς που υπονόμευαν τη στρατηγική του ενιαίου μετώπου, δεν καθιστούσαν πρόσφορη μία τέτοια ρήξη. Οι δυνάμεις της αριστεράς του ΣΥΡΙΖΑ είχαν καθαρότερη θέση για την ανάγκη σύγκρουσης και εφαρμογής του μεταβατικού προγράμματος. Ωστόσο, δεν υπήρξε ανάληψη πρωτοβουλιών και υπήρξε αμφιταλάντευση μεταξύ μίας ριζοσπαστικής ανάλυσης για την αναγκαιότητα του μεταβατικού προγράμματος από την μία πλευρά και της προνομιμοποίησης της κατάληψης του κυβερνητικού κέντρου από την άλλη. Αποτέλεσε στρατηγικό λάθος η επένδυση στην κυβερνητική αλλαγή, στην βάση ενός μικροαστικού προγράμματος και χωρίς την στήριξη από οργανωμένα τμήματα της εργατικής τάξης και της νεολαίας.” (θ. 117).
[41] “Η αποτυχία της ΛΑΕ να εκπροσωπήσει πολιτικά το αριστερόστροφο τμήμα του ΟΧΙ του δημοψηφίσματος στις εκλογές του Σεπτεμβρίου του 2015, επέδρασε στη σταθεροποίηση του ΣΥΡΙΖΑ και επισφράγισε το τέλος της πολιτικής κρίσης της περιόδου. Η αποτυχία της ΛΑΕ έχει την αφετηρία της στη λανθασμένη στρατηγική, η οποία αναπτύχθηκε από την αριστερά του ΣΥΡΙΖΑ, ήδη από πριν την άνοδό του στην κυβέρνηση, αποκορυφώθηκε κατά την περίοδο της πρώτης κυβέρνησης, και οδήγησε:
- σε μια σειρά συμβιβασμούς, την αποδοχή της δεξιάς μετατόπισης του προγράμματος του ΣΥΡΙΖΑ·
- στην αποδοχή της συγκυβέρνησης με τους ΑΝΕΛ, την παραμονή στην κυβέρνηση μετά την 20η Φλεβάρη 2015, αλλά και την καθυστερημένη και απροετοίμαστη έξοδο από την κυβέρνηση, που ουσιαστικά την προκάλεσε ο Τσίπρας με την προκήρυξη των εκλογών.
- Η έλλειψη πολιτικής προετοιμασίας και η παραμονή στην κυβέρνηση οδήγησε σε μία σχετική απονομιμοποίηση, ήδη κατά τις εκλογές του Σεπτεμβρίου του 2015. Ακόμα και τακτικά λάθη κατά τις εκλογές του 2015, έπαιξαν καταλυτικό ρόλο για την μη είσοδο στη Βουλή, που ήταν καθοριστική για τη συνέχεια της ΛΑΕ, συνολικότερα για την ριζοσπαστική αριστερά, αλλά και για τους πολιτικούς συσχετισμούς στη χώρα. Λάθη όπως η παράλογη προβολή της βεβαιότητας για διψήφια ποσοστά στις εκλογές και για άμεση επανάληψη ανάλογης πορείας με του ΣΥΡΙΖΑ προς την κυβέρνηση, ή η γραφειοκρατική διαχείριση πολιτικών σχέσεων, απέτρεψαν την προβολή του πραγματικού πολιτικού στοιχήματος, που θα ήταν η είσοδος της ΛΑΕ στη Βουλή.” (θ. 118).
[42] “Το βασικό κριτήριο της συνύπαρξης στη βάση ενός τέτοιου προγράμματος είναι αν το πρόγραμμα αυτό σηματοδοτεί ρήξεις με το καθεστώς συσσώρευσης εις όφελος των εργαζόμενων τάξεων και αν διευκολύνει βαθύτερους μετασχηματισμούς, ανεξάρτητα αν το σύνολο αυτών που το υποστηρίζουν συμμερίζονται την αναγκαιότητα για περαιτέρω ανατροπές. Το μεταβατικό πρόγραμμα, όπως το είχε κωδικοποιήσει η ΛΑΕ το 2015 – 2016, είχε αυτό το χαρακτήρα. Οι άξονές του ήταν η διαγραφή χρέους, η έξοδος από την Ευρωζώνη, η αποδέσμευση από την Ε.Ε., η ανατροπή της λιτότητας, η εθνικοποίηση με εργατικό έλεγχο τομέων της καπιταλιστικής οικονομίας (τραπεζικό σύστημα, ΔΕΚΟ, μεταφορές). […] Αυτή η πολιτική δεν ταυτίζεται με τον σοσιαλιστικό μετασχηματισμό των σχέσεων παραγωγής, ούτε εξαρτάται βραχυπρόθεσμα από αυτόν. Η εφαρμογή του μεταβατικού προγράμματος αποτελεί μία αντικειμενικά ριζοσπαστική πολιτική, γιατί, στην παρούσα περίοδο, αντίκειται στις βασικές επιλογές των κυρίαρχων τάξεων, της παραμονής στην Ευρωζώνη, της καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης και της εσωτερικής υποτίμησης. Η ανατροπή αυτών των πολιτικών αποτελεί αναγκαία συνθήκη, δημιουργεί δυνατότητες για τις συνολικότερες αλλαγές που απαιτούνται για τη σοσιαλιστική προοπτική.” (θ. 130).
[43] Ένα από τα μείζονα πολιτικά προβλήματα αυτής της συνεργασίας σχετίζεται με την ανισοτιμία στο εσωτερικό της Ενωτικής Πρωτοβουλίας. […] Το συμπέρασμα το οποίο βγαίνει είναι ότι οι πολιτικές συνεργασίες πρέπει να εγγυούνται την ανεξαρτησία των πολιτικών οργανώσεων της αριστεράς και αυτό να αποτυπώνεται μέσα από συγκεκριμένες δομές και συμφωνίες.” (θ. 139).
[44] “[…] βασικές κατευθύνσεις:
- Την στάση πληρωμών, με στόχο τη δραστική μείωση του του χρέους.
- Την έξοδο από την Ευρωζώνη και την αποκατάσταση εθνικής νομισματική πολιτικής
- Την ανυπακοή στις πολιτικές και τις δομές της Ε.Ε., στην κατεύθυνση της αποδέσμευσης
- Την εθνικοποίηση του πιστωτικού συστήματος και τη λειτουργία στο σύνολό του υπό ένα και μόνο
- δημόσιο πιστωτικό ίδρυμα.
- Την εθνικοποίηση των τομέων της ενέργειας, ύδρευσης, μεταφορών, τηλεπικοινωνιών,
- κατασκευής βασικών υποδομών (οδικών αξόνων, αεροδρομίων, λιμένων) και τη λειτουργία τους
- κάτω από συλλογικό δημοκρατικό κοινωνικό σχεδιασμό.
- Τον αναπροσανατολισμό της κοινωνικο-οικονομικής δραστηριότητας, για την κάλυψη ενός
- συνόλου υλικών (υγεία, πρόνοια, εκπαίδευση) και άυλων (πολιτιστικών, ηθικών κ.λπ.) αναγκών
- των λαϊκών τάξεων
- Την έξοδο από το ΝΑΤΟ.” (θ. 175)
- [45] “Ο στρατηγικός στόχος του κόμματος είναι η οικοδόμηση της εργατικής και λαϊκής εξουσίας και ο σοσιαλιστικός μετασχηματισμός της ελληνικής κοινωνίας. Αυτόν τον στόχο υπηρετούν οι εκάστοτε τακτικές.
- Το κόμμα αναφέρεται στον μαρξισμό, ως την επαναστατική επιστημονική θεωρία της πάλης των τάξεων, σύμφωνα με τις αρχές που θεμελίωσαν οι Μαρξ, Ενγκελς, Λένιν.
- Το κόμμα επιδιώκει την κατάκτηση της κυβερνητικής εξουσίας από μία συμμαχία των εργαζόμενων τάξεων. Ανεξάρτητα με τον τρόπο που αυτό μπορεί να επιτευχθεί, ο σοσιαλιστικός μετασχηματισμός προϋποθέτει την κατάργηση του υφιστάμενου κρατικού μηχανισμού που συμπυκνώνει την αστική κυριαρχία με ένα άλλο κράτος που θα λειτουργεί υπό την κυριαρχία και την διεύθυνση των εργαζόμενων τάξεων.
- Το κόμμα προωθεί τη συλλογική ιδιοκτησία των βασικών μέσων παραγωγής κάτω από δημοκρατικό έλεγχο. Προωθεί επίσης άμεσα ένα φιλολαϊκό πρόγραμμα που περιλαμβάνει την εθνικοποίηση σημαντικών υποδομών και οικονομικών τομέων και του χρηματοπιστωτικού συστήματος. Το πρόγραμμα αυτό δεν ταυτίζεται με το σοσιαλισμό, αλλά βελτιώνει τις συνθήκες και τους συσχετισμούς για τις εργαζόμενες τάξεις.
- Στην ευρύτερη περίοδο, ο αμερικάνικος ιμπεριαλισμός διατηρεί ηγεμονικό ρόλο σε διεθνές επίπεδο, σε σχέση κυριαρχίας και ενότητας με τους βασικούς ιμπεριαλιστικούς πόλους, πρωτίστως την Ε.Ε.. Η Ε.Ε. αποτελεί ένα ιμπεριαλιστικό συνασπισμό κεφαλαίων και αντιφατικών κρατικών συμφερόντων.
- Ο ελληνικός κοινωνικός σχηματισμός αποτελεί μία χώρα του αναπτυγμένου καπιταλισμού και εντάσσεται στις κατώτερες θέσεις του ιμπεριαλιστικού μπλοκ της Ε.Ε.
- Το κόμμα αναγνωρίζει ότι η επιβολή μίας πολιτικής προς όφελος της εργατικής τάξης και τη σοσιαλιστική προοπτική οδηγεί στην σύγκρουση με τις ιμπεριαλιστικές ολοκληρώσεις και μηχανισμούς. Στην έξοδο από την Ο.Ν.Ε, την Ε.Ε. και από το ΝΑΤΟ.” (θ. 181)
[46] Βλ. σχ. από το Περδίκης Δ. (2025). Οι σοσιαλιστικές επαναστάσεις του 20ού αιώνα. Λαϊκές δημοκρατίες και εγχειρήματα μετάβασης στον σοσιαλισμό στον 21ό αιώνα. Με το βλέμμα στην ανασυγκρότηση του κομμουνιστικού κινήματος στη χώρα μας. anasygkrotisiKK.gr:
“Ούτε, φυσικά, αυτή η συζήτηση μπορεί να περιοριστεί στη «μάχη της ταμπέλας», στην οποία ολιγομελείς οργανώσεις και συλλογικότητες σκιαμαχούν για το εάν υπήρξε/υπάρχει ή όχι σοσιαλισμός στη μια ή στην άλλη χώρα, την ίδια ώρα, μάλιστα, που εκατοντάδες εκατομμύρια άνθρωποι έζησαν και ζουν, αγωνίστηκαν και αγωνίζονται, πολέμησαν και πολεμούν στις χώρες αυτές και σε ολόκληρο τον κόσμο, ακριβώς στο όνομα του σοσιαλισμού! Μόνο και μόνο λόγοι ταπεινοφροσύνης και διεθνιστικής αλληλεγγύης θα αρκούσαν για να αποκαλούνται οι χώρες αυτές όπως επιθυμούν οι λαοί αυτοί… Μάλιστα, η απόλυτη άρνηση όλων των ιστορικών ή εν εξελίξει επαναστατικών εγχειρημάτων αντικειμενικά συμπλέει με την κυρίαρχη ιδεολογία και την αντεπανάσταση…
Άλλωστε, είναι ανάγκη η συζήτηση αυτή να ξεφύγει από τη δογματική σύγκριση της θεωρίας με την ιστορική πράξη και από τις βεβαιότητες που υιοθετούν το ένα ή το άλλο «κριτήριο» για το εάν ένα κράτος είναι σοσιαλιστικό ή όχι, όπως και από τις ιδεολογικές διαμάχες των ιστορικών ρευμάτων του κομμουνιστικού κινήματος («τροτσκισμός», «σταλινισμός», «μαοϊσμός» κ.α.) και, αντίθετα, να βασιστεί στη δημιουργική ανάπτυξη («διαλεκτική άρση») του μαρξισμού – λενινισμού στη βάση της εξελισσόμενης ιστορικής πραγματικότητας.
Ωστόσο, καταθέτοντας μια αυστηρά προσωπική οπτική, από τη στιγμή που:
(α) κατακτά μια εργατολαϊκή επανάσταση την εξουσία και τη σταθεροποιεί (σχετικά πάντα),
(β) κοινωνικοποιεί τα βασικά, συγκεντρωμένα και στρατηγικά μέσα παραγωγής με την τυπική μορφή της εθνικοποίησης/κρατικοποίησης,
(γ) επιβάλλει, στον έναν ή στον άλλο βαθμό, μορφές κεντρικού σχεδιασμού της παραγωγής που κυριαρχούν έναντι του κινήτρου του κέρδους,
(δ) με πρωταγωνιστικό τον ρόλο των μαζικών, εργατολαϊκών, κοινωνικών και πολιτικών οργανώσεων, κι ιδιαίτερα του κομμουνιστικού κόμματος,
μπορούμε να πούμε ότι ξεκινάει η διαδικασία μετάβασης από τον καπιταλισμό στον σοσιαλισμό. Το από ποιο ιστορικό σημείο θα συμπεριλάβουμε τη μετάβαση αυτή στον ορισμό του «σοσιαλισμού», πιθανόν σε κάποιο αρχικό του στάδιο, και με ποια κριτήρια, είναι ασφαλώς ένα σημαντικό επιστημονικό και πολιτικό ερώτημα, αλλά όχι το σημαντικότερο.
Αν θα έπρεπε, οπωσδήποτε, να διαλέξουμε, λοιπόν, μια ταμπέλα, θα επιλέγαμε αυτή που δείχνει προς το μέλλον, τον σοσιαλισμό και τον κομμουνισμό, και όχι κάποια, π.χ. «κρατικός καπιταλισμός», που λοξοκοιτάει προς το παρελθόν και αφήνει αναπάντητα περισσότερα ερωτήματα από όσα απαντάει. Ούτε είναι δυνατόν να υπάρξει ένα άπειρο και απροσδιόριστο φάσμα «ανέκδοτων» ή «ιδιότυπων» εκμεταλλευτικών συστημάτων μεταξύ καπιταλισμού και σοσιαλισμού. Άλλωστε, η ιστορία είναι αντιφατική κίνηση, όχι στατική κατάσταση ή απλοϊκός, μηχανιστικός, μονόδρομος. Σημασία έχει ποια τάξη έχει την εξουσία και προς τα που κινείται και αυτό απαιτεί σοβαρή μελέτη για να διαγνωστεί σε κάθε συγκεκριμένη κατάσταση και ιστορική συγκυρία, χωρίς να αποκλείονται ασυνέχειες, άλματα ή/και πισωγυρίσματα.”
[47] “Στο επίπεδο των σημερινών ανταγωνισμών, ακόμα και αν δεν μπορεί να υπάρξει στρατηγική
ταύτιση με τα υποκείμενα αυτών των συγκρούσεων (Ρωσική Ομοσπονδία, Λαϊκή Κίνα, Ιράν), τα
αποτελέσματα τους στις επιμέρους εκδηλώσεις τους (Ουκρανία, Μέση Ανατολή, Λατινική Αμερική) θα είναι κρίσιμα για τις διεθνείς και τις εσωτερικές εξελίξεις.” (θ. 75 του πρώτου κειμένου)
[48] “Μπορεί, επίσης, να βοηθήσει στην υπονόμευση της πολιτικής και ιδεολογικής κυριαρχίας του συνασπισμού εξουσίας στις χώρες του αναπτυγμένου καπιταλισμού. Έτσι, δεν είναι απαραίτητη η ταύτιση ή και η υποστήριξη ενός καθεστώτος για να εκτιμηθεί ποια πλευράς η επικράτηση σε μία αντιπαράθεση ευνοεί τις εργαζόμενες τάξεις σε διεθνές επίπεδο. Σε αντίθετη περίπτωση, δηλαδή αν κυριαρχήσει το κριτήριο της στρατηγικής ταύτισης με ένα κοινωνικό σύστημα ή της σύμπλευσης με την πολιτική ηγεσία ενός κράτους, σχεδόν σε όλες τις διεθνείς συγκρούσεις θα έπρεπε να διατηρείται μία θέση ουδετερότητας.” (θ. 76 του πρώτου κειμένου)
[49] Σχετικά με την παράγραφο αυτή βλ. και τους Προγρ. Αξ. της Πρωτοβουλίας για την Ανασυγκρότηση του Κομμουνιστικού Κινήματος για τον σύγχρονο καπιταλισμό και ιμπεριαλισμό και για τη σύγχρονη συγκυρία των διεθνών αντιθέσεων και την αμφισβήτηση της ιμπεριαλιστικής ηγεμονίας.
[50] “Η κυριαρχία των σύγχρονων καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής και του μονοπωλιακού κεφαλαίου, καθώς και η ένταση της διεθνοποίησης του κεφαλαίου, δεν σημαίνει ότι το σύνολο των χωρών στις οποίες κυριαρχούν αυτές οι σχέσεις είναι ιμπεριαλιστικές
Bασικά κριτήρια για να χαρακτηριστεί μία χώρα ως ιμπεριαλιστική είναι τα ακόλουθα:
- το μέγεθος του θετικού ισοζυγίου της αξίας που μεταφέρεται προς αυτή,
- ο βαθμός ελέγχου που ασκούν, σε διεθνές επίπεδο, οι προερχόμενες από τη χώρα μονοπωλιακές επιχειρήσεις στους κλάδους που δραστηριοποιούνται,
- το μέγεθος και ο ρόλος του χρηματοοικονομικού συστήματός της χώρας σε παγκόσμιο επίπεδο και τα προνόμια που προκύπτουν από αυτό,
- οι πολιτικές και στρατιωτικές δυνατότητες που διαθέτει η χώρα και ο βαθμός στον οποίο τις ασκεί, για να αποκτήσει τα εκάστοτε πλεονεκτήματα που επιδιώκει,
- η συμμετοχή της χώρας σε ένα ιμπεριαλιστικό μπλοκ που την διευκολύνει, από κοινού με άλλες χώρες, να ιδιοποιείται μέρος της μεταβιβαζόμενης αξίας από τις αναπτυσσόμενες χώρες, ακόμα και αν η αξία αυτή επιμερίζεται άνισα στους διαφορετικούς συμμετέχοντες στο μπλοκ,
- ο βαθμός συμβολής της χώρας στη σταθεροποίηση και τη διευρυμένη αναπαραγωγή των ιστορικά συγκεκριμένων καπιταλιστικών σχέσεων εξουσίας σε διεθνές ή περιφερειακό επίπεδο.
” (θ. 20 του πρώτου κειμένου)
[51] Απόσπασμα από το Σακελλαρόπουλος Σ. (2001) Σχετικά με τη θεωρία του ιμπεριαλισμού της εποχής μας. Θέσεις – τριμηνιαία επιθεώρηση. Τεύχος 74, Ιανουάριος – Μάρτιος.:
«Η δεύτερη [ένσταση] σχετίζεται με το αν μπορεί να υπάρξει περιοδολόγηση σε επίπεδο τρόπου παραγωγής. Θα απαντήσουμε, πολύ συνοπτικά, πως αυτό είναι αδύνατο γιατί ο τρόπος παραγωγής αποτελεί μια ιδεοτυπική κατάσταση, ένα αναλυτικό εργαλείο σε υψηλότατο επίπεδο αφαίρεσης, που στην «καθαρή» του μορφή δεν μπορεί να υπάρξει στα πλαίσια κάποιας συγκεκριμένης ιστορικής συγκυρίας.»
[52] Απόσπασμα από το Μάντελ E. Ο Ύστερος Καπιταλισμός. Ο ιμπεριαλισμός στην τελική του φάση, μετ.-επιμ. Κ. Χατζηαργύρης, Εκδόσεις Gutenberg και συγκεκριμένα από το Κεφάλαιο 1 “Νόμοι κίνησης κι ιστορία του κεφαλαίου”, σελ. 11-13:
«Στο μεταξύ έχει αποβεί κοινοτοπία πως οι νόμοι κίνησης του καπιταλισμού, που επισήμανε ο Μαρξ, είναι προϊόν μιας διαλεχτικής ανάλυσης που προχωρεί από το αφηρημένο στο συγκεκριμένο […] Μα παραγνωρίζεται ο όλος πλούτος της μεθόδου τούτης του Μαρξ, όταν την περιορίζουμε στην άνοδο από το ‘αφηρημένο στο συγκεκριμένο’. Πρώτο, παραβλέπεται έτσι πως για το Μαρξ το συγκεκριμένο αποτελεί τόσο το ‘πραγματικό σημείο ξεκινήματος’ όσο και το στόχο της διαδικασίας της γνώσης, που τη θεωρεί σαν κάτι το ενεργό και πραχτικό, σαν την ‘αναπαραγωγή του συγκεκριμένου μέσω της σκέψης’. Κατά δεύτερο λόγο λησμονούν πως στην ‘άνοδο από το αφηρημένο στο συγκεκριμένο’ (όπως την έχει περιγράψει ο Λένιν) προηγήθηκε μια άνοδος από το συγκεκριμένο στο αφηρημένο. […] Τρίτο, καταστρέφεται έτσι η ενότητα και των δύο διαδικασιών, της αναλυτικής και της συνθετικής. […] Τέταρτο, τέλος, η πετυχημένη αναπαραγωγή της συγκεκριμένης ολότητας αποχτά αποδειχτική δύναμη μονάχα με την πραχτική εφαρμογή της, κι αυτό σημαίνει ανάμεσα στ’ άλλα – όπως και τονίζει ρητά ο Λένιν- πως επιβάλλεται να πραγματοποιηθεί στο κάθε βήμα της ανάλυσης ‘ένας έλεγχος με βάση τα δεδομένα, δηλαδή την πράξη’. Με βάση τα παραπάνω, και για να αναφερθούμε ξανά στο Λένιν, η μαρξιστική διαλεκτική εξυπακούει ‘μια διπλή ανάλυση, παραγωγική, αλλά κι επαγωγική, λογική αφενός κι ιστορική αφετέρου’. Αποτελεί την ενότητα των δύο τούτων μεθόδων. Κι εφόσον η επαγωγική ανάλυση δεν μπορεί παρά να είναι ιστορικοεπαγωγική, αφού για το Μαρξ όλες οι σχέσεις είναι πάντοτε ιστορικά καθορισμένες σχέσεις, έχουμε στη διαλεκτική αυτή μιαν ενότητα θεωρίας κι ιστορικής εμπειρίας.».
[53] “Το καθαρό ισοζύγιο μεταφοράς αξίας προς τις χώρες αυτές από την υπόλοιπη παγκόσμια
οικονομία ανέρχεται σε περίπου 3-5% του Α.Ε.Π. τους και συνιστά σημαντικό ποσοστό των
συνολικών κερδών του κεφαλαίου σε αυτές.” (θ. 24). Αντίθετα, βλ. π.χ. το Hickel, J., Hanbury Lemos, M. & Barbour, F. (2024). Άνιση ανταλλαγή εργασίας στην παγκόσμια οικονομία. μετ. Δ. Γκότσης, επιμ. Δ. Περδίκης & Δ. Κούλος, kordatos.org, από το Unequal exchange of labour in the world economy. Nat Commun 15, 6298 (2024) για μια αυξημένη εκτίμηση.
[54] Αντιγράφουμε από το Foster, J.B. (2024). Η νέα άρνηση του ιμπεριαλισμού στην Αριστερά. μετ. Δ.
“Ωστόσο, όχι μόνο δεν είναι η εκμετάλλευση ενός έθνους από ένα άλλο θεμελιωδώς αντίθετη με τον μαρξισμό, αλλά ο Καρλ Μαρξ δεν έδειχνε τίποτα άλλο παρά περιφρόνηση για όσους, όπως έλεγε, δεν μπορούσαν να δουν «πώς ένα έθνος μπορεί να πλουτίσει εις βάρος ενός άλλου». Ομοίως, ο Λένιν υποστήριξε ρητά στο Ιμπεριαλισμός: Το Ανώτατο Στάδιο του Καπιταλισμού ότι η κυρίαρχη τάση του ιμπεριαλισμού ήταν «η εκμετάλλευση ενός αυξανόμενου αριθμού μικρών ή αδύναμων εθνών από μια εξαιρετικά μικρή ομάδα των πλουσιότερων και ισχυρότερων εθνών». Αργότερα, δήλωσε ότι «η εκμετάλλευση των καταπιεσμένων εθνών… και ιδιαίτερα η εκμετάλλευση των αποικιών από μια χούφτα Μεγάλων Δυνάμεων» ήταν η οικονομική κύρια ρίζα του ιμπεριαλισμού. Ο Λένιν κατέστησε απολύτως σαφές ότι η αναφορά στην εκμετάλλευση σε αυτό το πλαίσιο σήμαινε ότι ένα ιμπεριαλιστικό έθνος στο κέντρο του καπιταλιστικού παγκόσμιου συστήματος «αντλεί πλεονάζοντα κέρδη από» ένα καταπιεσμένο έθνος στον αποικιακό/ημιαποικιακό/εξαρτημένο κόσμο.”
[55] Κατά την διαχείριση της κρίσης επανέρχεται η πολιτική εξάρτηση του μπλοκ εξουσίας από τους ιμπεριαλιστικούς μηχανισμούς που καθόρισε την ελληνική σκηνή για μεγάλες περιόδους μεταπολεμικά, με το μετεμφυλιακό κράτος, τη χούντα κ.λπ.. Έμμεσες μορφές πολιτικής εξάρτησης υφίσταντο κατά τις περιόδους της Ε.Ε. και της Ο.Ν.Ε., κατά τις οποίες το ελληνικό κράτος είχε εκχωρήσει σημαντικά στοιχεία της οικονομικής πολιτικής στους υπερεθνικούς μηχανισμούς.” (θ. 62 του δεύτερου κειμένου)
[56] “Η προσχώρηση αυτή δεν ήταν αποτέλεσμα της – με τη στενή έννοια – εξάρτησής τους, αλλά της εκτίμησης ότι αποκόμιζαν ορισμένα συγκριτικά πλεονεκτήματα σε συγκεκριμένους κλάδους.” (θ. 4 του δεύτερου κειμένου)
[57] “Για αυτό το λόγο, η ποσοστιαία μείωση του καθεαυτού βιομηχανικού τομέα στις χώρες του αναπτυγμένου καπιταλισμού δε σημαίνει μία αντίστοιχη ποσοστιαία μείωση της εργατικής τάξης ή του μεγέθους της αξίας που παράγεται σε αυτές τις χώρες. Αντίθετα, η εργατική τάξη από την οποία παράγεται υπεραξία ή τα εργαζόμενα στρώματα τα οποία υφίστανται εκμετάλλευση, διευρύνονται σε απόλυτα μεγέθη στις χώρες του αναπτυγμένου καπιταλισμού.” (θ. 10 του πρώτου κειμένου)
[58] Π.χ. βλ. σχετικά Rotta T.N. (2018). Μη παραγωγική συσσώρευση στις ΗΠΑ: ένα νέο αναλυτικό πλαίσιο. Cambridge Journal of Economics, 42(5), μετ. Δ. Περδίκης.
[59] “Έτσι, αυξάνεται το μερίδιο της αξίας που μεταφέρεται από τις αναπτυσσόμενες προς τις αναπτυγμένες χώρες, ενώ ταυτόχρονα αυξάνεται (ποσοστιαία και απόλυτα) η υπεραξία που αποσπούν οι τοπικές/εθνικές αστικές τάξεις, σε σχέση με την προηγούμενη περίοδο, που αυτές οι οικονομικές σχέσεις ήταν περιορισμένες. Η συνθήκη αυτή καθιστά τις κυρίαρχες τάξεις των αναπτυσσόμενων χωρών, απρόθυμες – ή και ανίκανες – να αλλάξουν προσανατολισμό, ακόμα και όταν εντάσσονται στο διεθνή καταμερισμό εργασίας με υποτελή τρόπο.” (θ. 14 του πρώτου κειμένου)
[60] “Υπάρχουν μονοπωλιακές επιχειρήσεις στις αναπτυσσόμενες χώρες, που αναπτύσσονται σε τομείς στους οποίους έχουν, είτε ένα καλύτερο βαθμό εξειδίκευσης, είτε συγκριτικά πλεονεκτήματα. Η συμπίεση του εργατικού κόστους είναι όρος για την επιτυχή ενσωμάτωση των λιγότερο αναπτυγμένων χωρών σε αυτόν το διεθνή καταμερισμό εργασίας Ο μηχανισμός αυτός εξηγεί γιατί η σχέση μεταξύ πολυεθνικού κεφαλαίου και τοπικών αστικών τάξεων είναι συμπληρωματική, καθώς και γιατί δεν μπορεί να υπάρξουν τμήματα της εθνικής αστικής τάξης που να προχωρήσουν σε σύγκρουση με τα ιμπεριαλιστικά κράτη και να ηγηθούν εθνικοανεξαρτησιακής πολιτικής.” (θ. 30 του πρώτου κειμένου)
[61] “Η αναζήτηση νέων πεδίων και κλάδων για την επίτευξη υψηλότερης κερδοφορίας. Τα κεφάλαια με υψηλότερη παραγωγικότητα (καλύτερα μέσα παραγωγής, υψηλότερη εξειδίκευση και τεχνολογικό πλεονέκτημα) αποσπούν υψηλότερο ποσοστό κέρδους, επενδύοντας σε λιγότερο αναπτυγμένες οικονομίες ή σε κλάδους χαμηλότερης τεχνολογικής στάθμης. Πρόκειται για τάση ανάλογη με αυτή που υπάρχει στο εσωτερικό ενός κοινωνικού σχηματισμού, όπου τα παραγωγικότερα κεφάλαια αποσπούν κέρδος υψηλότερο από το μέσο ποσοστό κέρδους.” (θ. 18 του πρώτου μέρους)
[62] “Η τροποποιημένη λειτουργία του νόμου της αξίας σε διεθνές επίπεδο έχει σαν αποτέλεσμα ότι χώρες με υψηλότερη παραγωγικότητα έχουν την δυνατότητα να ανταλλάξουν προϊόντα, τα οποία ενσωματώνουν λιγότερες ώρες εργασίας με άλλα τα οποία προέρχονται από λιγότερο αναπτυγμένες χώρες (με χαμηλότερη παραγωγικότητα), τα οποία ενσωματώνουν περισσότερη εργασία. Τα κεφάλαια με υψηλότερη οργανική σύνθεση και υψηλότερη παραγωγικότητα πωλούν τα προϊόντα τους σύμφωνα με τη μέση τιμή αγοράς, η οποία αντιστοιχεί σε ένα μέσο ποσοστό κέρδους, το οποίο είναι χαμηλότερο από το ποσοστό κέρδους που έχουν αυτά τα κεφάλαια με υψηλότερη οργανική σύνθεση και παραγωγικότητα. Έτσι πωλούν τα προϊόντα τους σε τιμές οι οποίες είναι υψηλότερες από την αξία τους. Με αυτό τον τρόπο, το εμπόριο γίνεται ο βασικός μηχανισμός μεταφοράς αξίας. Ο μηχανισμός αυτός είναι αντίστοιχος του ρόλου που παίζει σε μία καπιταλιστική οικονομία ο ανταγωνισμός: σε εθνικό επίπεδο, ο ανταγωνισμός οδηγεί στη συγκέντρωση και συγκεντροποίηση του κεφαλαίου, με αποτέλεσμα τα πλέον παραγωγικά και υψηλότερης οργανικής σύνθεσης κεφάλαια να αποσπούν μονοπωλιακά κέρδη – δηλαδή κέρδη υψηλότερα από μέσο κέρδος – και να κυριαρχούν επί των ανταγωνιστικών κεφαλαίων, χαμηλότερης παραγωγικότητας και οργανικής σύνθεσης.” (θ. 30 του πρώτου κειμένου).
[63] “Η μονοπωλιακή τιμή απορρέει από την δυνατότητα εφαρμογής τεχνολογικών καινοτομιών και είναι προσωρινή. Διατηρείται όσο δεν υπάρχει δυνατότητα ανταγωνισμού.” (θ. 31 του πρώτου κειμένου)
[64] “Οι μεγάλες πολυεθνικές επιχειρήσεις στους τομείς των ΤΠΕ, που κατά βάση προέρχονται από τις Η.Π.Α., αποσπούν υπερκέρδη λόγω του πραγματικού ή υποτιθέμενου εχνολογικού προβαδίσματος. Οι εταιρείες αυτές λαμβάνουν μονοπωλιακές προσόδους, αποσπώντας ένα σημαντικό τμήμα της παραγόμενης υπεραξίας ως ιδιοκτήτες των ευρεσιτεχνιών. Στη βάση αυτή, μία τεχνολογική καινοτομία, εφόσον της αποδοθεί νομικό μονοπώλιο, μετατρέπεται σε μεγάλο πλεονέκτημα στον ανταγωνισμό. […] Οι πολιτικές αυτές αντανακλούν την προσπάθεια διατήρησης των τεχνολογικών μονοπωλίων και των μονοπωλιακών προσόδων που συνδέονται με αυτά.” (θ. 36 πρώτου κειμένου)
[65] “Η θέση κάθε χώρας στην ιμπεριαλιστική ιεραρχία καθορίζεται από τους ιστορικούς όρους συγκρότησης κάθε κοινωνικού σχηματισμού, τη δομή των ταξικών σχέσεων και τη δυναμική μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας. Υπό αυτήν την έννοια, προσδιορίζεται από την ιστορική αποκρυστάλλωση και τη συγκυρία της ταξικής πάλης στο εσωτερικό του κάθε κοινωνικού σχηματισμού. Η οικονομική πλευρά του ιμπεριαλισμού (στην οποία συμβάλλουν και αποτελούν δευτερεύουσες πλευρές οι στρατιωτικές, πολιτικές, πολιτιστικές διαστάσεις) εκφράζεται μέσω της διαρκούς μεταφοράς υπεραξίας από τις λιγότερο αναπτυγμένες χώρες στις αναπτυγμένες χώρες. Η μεταφορά αυτή πραγματοποιείται τόσο μέσω της άνισης ανταλλαγής στο διεθνές εμπόριο, όσο και μέσω των καθαρών ροών κερδών, τόκων και προσόδων, που απορρέουν από επενδύσεις και περιουσιακά στοιχεία που κατέχουν οι αναπτυγμένες χώρες στις αναπτυσσόμενες.” (θ. 19 του πρώτου μέρους)
[66] “Η βασική προέλευση κερδών για το κεφάλαιο στις ιμπεριαλιστικές χώρες εξακολουθεί να είναι η εκμετάλλευση των εθνικών εργατικών τάξεων στις χώρες του αναπτυγμένου καπιταλισμού, όπου η παραγωγή σχετικής υπεραξίας και ο ρυθμός εκμετάλλευσης είναι συγκριτικά υψηλότερος σε σχέση με τις αναπτυσσόμενες χώρες.” (θ. 25 του πρώτου κειμένου)
[67] “Για αυτόν το λόγο, το ποσοστό εκμετάλλευσης και η μάζα της υπεραξίας είναι υψηλότερα στο καπιταλιστικό κέντρο, αφού εκεί συγκεντρώνονται τα κεφάλαια και οι επενδύσεις με την υψηλότερη οργανική σύνθεση του κεφαλαίου.” (θ. 32 του πρώτου κειμένου)



