ΑΡΘΡΟ ΑΠΟΨΗΣ
Γραφει ο Βασίλης Λιόσης
αναδημοσίευση από το Από τη σπίθα στη φλόγα
Η ιδεολογικοπολιτική διαπάλη ανάμεσα στο κομμουνιστικό κίνημα και την αναρχία, μπορεί να θεωρήσει κάποιος ότι εκκινεί από την αντιπαράθεση Μαρξ-Προυντόν και Μαρξ-Μπακούνιν. Έκτοτε, συνεχίστηκε με την κριτική του Λένιν στις μεθόδους ατομικής τρομοκρατίας των Ναρόντινικων (αν και πρέπει να διευκρινιστεί ότι οι Ναρόντνικοι δεν ήταν ένα τυπικό παράδειγμα αναρχισμού αλλά κάτι σαν πρόπλασμά του), με τη σύγκρουση Μπολσεβίκων-αναρχικών στην περίπτωση της Κροστάνδης και του κινήματος Μάχνο, με τη διαπάλη κομμουνιστών-αναρχικών στην Ισπανία και κατά τις δεκαετίες του 1960 και 1970. Στα καθ΄ημάς η αντιπαράθεση μεταξύ των δύο ρευμάτων έλαβε χώρα κατά κύριο λόγο μεταπολιτευτικά.
Αν και στον αναρχισμό διακρίνονται διάφορα ρεύματα (ατομικιστικός αναρχισμός, μηδενισμός, αναρχοσυνδικαλισμός, αναρχοκομμουνισμός, οικοαναρχισμός, αναρχοφεμινισμός κ.ά.) σε αδρές γραμμές βασικές συνιστώσες του αναρχισμού είναι οι κάτωθι:
α) Η αναρχία στοχοποιεί ως κύριο εχθρό της το κράτος. Το κράτος σε οποιαδήποτε μορφή του είναι απορριπτέο. Οι έννοιες του μονοπωλίου και της αστικής τάξης είτε εξαφανίζονται είτε υποβαθμίζονται.
β) Απόρροια της παραπάνω θέσης και κεντρικός πολιτικός στόχος της αναρχίας είναι η κατάργηση του κράτους.
γ) Η αναρχία, αν όχι στο σύνολό της, στη συντριπτική της πλειονότητα, απορρίπτει μετά βδελυγμίας τις έννοιες του πατριωτισμού, του αντιιμπεριαλισμού, της εθνικής ανεξαρτησίας. Τις θεωρεί αντιδραστικές.
δ) Η αναρχία απορρίπτει την έννοια του κόμματος ως μιας μορφής που μιμείται την κρατική δομή και επιβάλλει εξουσίες, αν και πρέπει να πούμε ότι συχνά οι αναρχικές δομές χαρακτηρίζονται από αυστηρή ιεραρχία και γραφειοκρατία. Στο δίπολο αυθόρμητο-συνειδητό, το βάρος ρίχνεται αναμφίβολα στον πρώτο πόλο.
ε) Η αναρχία συχνά υποτιμά τους μηχανισμούς χειραγώγησης που μετέρχεται το σύστημα και για αυτό κρίνει αφ΄υψηλού τον λαό (ας θυμηθούμε το παλαιότερο σύνθημα που απευθυνόταν στην «πλέμπα»: «Όταν οι μπάτσοι σκοτώσουν τα παιδιά σας, τότε θα βγείτε από τα κλουβιά σας»).
στ) Η αναρχία χρησιμοποιεί στον δρόμο μεθόδους πάλης που λειτουργούν προβοκατόρικα, ανεξάρτητα από τις προθέσεις που υπάρχουν. Οι μολότοφ που καίνε αυτοκίνητα ανυποψίαστων πολιτών ή που εν γένει χρησιμοποιούνται ως όπλο σύγκρουσης, το σπάσιμο καταστημάτων, η διάλυση μαζικών πορειών, η κατάληψη ακαδημαϊκών χώρων χωρίς αποφάσεις γενικών συνελεύσεων, είναι μερικές από τις πρακτικές που απομαζικοποιούν τις διαδηλώσεις και τις συλλογικές διαδικασίες ενώ παράλληλα προσφέρουν το άλλοθι στο κράτος και τις αστικές κυβερνήσεις για ένταση της βίας και αυταρχικοποίηση του νομικού καθεστώτος (π.χ. κατάργηση πανεπιστημιακού ασύλου). Η σύγκρουση στον δρόμο φετιχοποιείται και μετατρέπεται σε αυτοσκοπό.
Οι κομμουνιστές κινούνται σε άλλη κατεύθυνση:
α) Το κράτος θεωρείται ασφαλώς όργανο κυριαρχίας της αστικής τάξης αλλά αποτελεί το πολιτικό εποικοδόμημα της αστικής εξουσίας. Ως εκ τούτου το κύριο είναι η ίδια η αστική τάξη και τα μονοπώλια που στο πρόσωπό τους αποτυπώνονται οι εκμεταλλευτικές σχέσεις και η αναπαραγωγή τους. Το αστικό κράτος δεν εξαιρείται από την αντιπαράθεση, ιδεολογική και πολιτική, αλλά δεν τοποθετείται στην πρώτη γραμμή. Για παράδειγμα, δεν αρκεί να μιλάμε για τις δυνάμεις καταστολής ή τους δικαστές αλλά να τα αναδεικνύουμε ως όργανα της αστικής τάξης.
β) Στη νέα κοινωνία το κράτος δεν καταργείται αλλά ακολουθεί διαδικασία απονέκρωσης. Η κεντρική διοίκηση εξακολουθεί να υπάρχει, οι κεντρικές αποφάσεις το ίδιο και εγκαθιδρύεται η δικτατορία του προλεταριάτου προκειμένου να τσακιστεί η αντίδραση της αντεπανάστασης. Πρόκειται για την επιβολή της βίας των πολλών έναντι των λίγων και εναπομεινάντων στοιχείων που επιθυμούν και επιδιώκουν έμπρακτα το ιστορικό πισωγύρισμα. Η δικτατορία του προλεταριάτου δεν είναι η θεωρητική σύλληψη διεστραμμένων αιμοσταγών κομμουνιστών, αλλά ιστορική αναγκαιότητα που αν κανείς την παραβλέψει, οδηγείται μοιραία σε τραγική ήττα.
Ωστόσο, ο τελικός στόχος είναι η απονέκρωση του κράτους (σε μια μεταβατική φάση είναι μισοκράτος). Πρόκειται για διαδικασία αντιφατική, σύνθετη, μακρόχρονη και δύσκολη, όπως έχει αποδειχτεί στην ιστορία. Και είναι τέτοια διαδικασία γιατί ούτε οι τάξεις μπορούν να καταργηθούν σε μία μέρα, ούτε η συνείδηση των ανθρώπων στο σύνολό τους επαναστατικοποιείται αυτομάτως, ούτε η διεθνής αντίδραση παρακολουθεί απαθής μια νέα επαναστατική εξουσία.
γ) Σε χώρες όπως η Ελλάδα που χαρακτηρίζονται από την οικονομική και την πολιτική εξάρτηση και οι οποίες επιβάλλονται από τον αμερικανικό και ευρωπαϊκό ιμπεριαλισμό, οι έννοιες του πατριωτισμού, του αντιιμπεριαλισμού και της εθνικής ανεξαρτησίας είναι (ή πρέπει να είναι) βασικά στοιχεία της πολιτικής τους. Δεν πρόκειται για ένα αυθαίρετο θεωρητικό απόφθεγμα. Εδράζεται στην επιστημονική (λενινιστική) ανάλυση του ιμπεριαλισμού και στην ιστορία αυτού του τόπου που αποτελεί πολύτιμη παρακαταθήκη (το ΕΑΜ προσφέρει πλούσια διδάγματα). Πρόκειται για τη διαλεκτική μεταρρύθμισης-επανάστασης, εθνικού-διεθνικού, εθνικού-ταξικού, τακτικής-στρατηγικής.
δ) Το κόμμα για τους κομμουνιστές αποτελεί πολυτιμότατη και κεντρική έννοια. Δεν είναι αυτοσκοπός. Δεν πρέπει να ιδωθεί ως μια μορφή θρησκευτικής σέχτας που πάντα έχει δίκιο. Είναι μέσο για τον επαναστατικό μετασχηματισμό της κοινωνίας. Συσπειρώνει την πρωτοπορία της εργατικής τάξης και τα πρωτοπόρα στοιχεία των σύμμαχων κοινωνικών δυνάμεων, οργανώνει τους λαϊκούς αγώνες, ενοποιεί κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις, συγκροτεί μέτωπα, μετατρέπει ή προσπαθεί να μετατρέψει το αυθόρμητο σε συνειδητό. Στο δίπολο αυθόρμητο-συνειδητό, το βάρος πέφτει στον δεύτερο πόλο. Το ζητούμενο είναι η μετατροπή του αυθόρμητου σε συνειδητό και όχι η αποθέωση του αυθόρμητου. Ο λαός μπορεί να ικανοποιείται από την ύπαρξη μερικών «τιμωρών», αλλά οι «τιμωροί» ακόμη κι αν δεν καθοδηγούνται από κέντρα, παθητικοποιούν και εφησυχάζουν τον λαό. Πρόκειται για μια μορφή ανάθεσης και ως εκ τούτου δεν βάζουν τον λαό σε ρόλο ενεργού υποκειμένου. Και ο λαός μπαίνει σε τέτοιο ρόλο (ενεργού υποκειμένου) όταν μαζικοποιεί τα συνδικάτα, τις όποιες κοινωνικές συλλογικότητες και το επαναστατικό κόμμα. Σε αυτό το σημείο, αξίζει να επικαλεστούμε το ταξικό ένστικτο του εισηγητή του ελληνικού νεοφιλελευθερισμού, Ανδρέα Ανδριανόπουλου, που το 1980 έγραφε πως «η μεγάλη ελπίδα για την απελευθέρωση της νεολαίας από τα μαρξιστικά δεσμά και για την επανακάλυψη των αξιών της ελευθερίας, είναι οι αναρχοαυτόνομοι».
ε) Οι κομμουνιστές δεν κρίνουν από καθέδρας τον λαό. Δεν τον αντιμετωπίζουν με μικροαστικό ελιτισμό. Αποκωδικοποιούν τους μηχανισμούς αλλοτρίωσης και χειραγώγησης (φετιχοποίηση του εμπορεύματος, συστημικά ΜΜΕ, ρουσφέτια και μικροπαροχές, φόβος, αναπαραγωγή κυρίαρχης ιδεολογίας μέσω του σχολείου, του πανεπιστημίου, της εκκλησίας) και έχοντάς τους υπόψη, αναζητούν τρόπους ιδεολογικής και πολιτικής παρέμβασης για να δημιουργήσουν ρήγματα. Επιδεικνύουν υπομονή στα φαινόμενα υποταγής χωρίς να παραδίδονται σε βολικές και απολύτως λανθασμένες απόψεις («ο κόσμος δεν καταλαβαίνει», «αυτό μας αξίζει», «όλοι είναι ζώα», «δεν υπάρχει σωτηρία»). Κατανοούν ότι τα άλματα στη συνείδηση πραγματοποιούνται όχι μόνο ή κυρίως με την ιδεολογική δουλειά και τη ζύμωση, αλλά μέσα από τις μαζικές διαδικασίες.
στ) Όσον αφορά τις μεθόδους πάλης, η λαϊκή αντιβία ασφαλώς και δεν απορρίπτεται. Οι κομμουνιστές δεν συμφωνούν με την ανιστόρητη φράση «στην επανάσταση δεν θα σπάσει βιτρίνα», πολύ περισσότερο με το αστικό ιδεολόγημα «καταδικάζουμε τη βία από όπου κι αν προέρχεται». Η επανάσταση δεν είναι δρόμος στρωμένος με ροδοπέταλα. Ακόμη και αν πραγματοποιηθεί η κατάληψη της εξουσίας ειρηνικά (η έφοδος στα χειμερινά ανάκτορα ήταν σχεδόν αναίμακτη), αυτό που θα ακολουθήσει δεν θα είναι παιδική χαρά. Η αστική τάξη δεν παραδίδεται ποτέ αμαχητί. Αυτό διδάσκει η ιστορία. Η επιλογή της σύγκρουσης δεν είναι αυτοσκοπός. Είναι αναγκαιότητα. Ωστόσο, σε περιόδους που δεν είναι προεπαναστατικές ή επαναστατικές, η σύγκρουση στον δρόμο πραγματοποιείται όταν κριθεί απολύτως αναγκαία και όταν πληρούνται στοιχειωδώς κάποιες συνθήκες όπως π.χ. η μεγάλη μαζικότητα του κόσμου και το κλίμα που υπάρχει.
Τόσο σε επίπεδο θεωρίας όσο και πράξης οι δυο χώροι είναι εξαιρετικά δύσκολο να συμφωνήσουν. Ασφαλώς δεν αποκλείονται οι περιπτώσεις κατά τις οποίες σε κάποιες περιπτώσεις και με κάποιες δυνάμεις, να υπάρξουν κοινοί βηματισμοί (στους εργασιακούς χώρους, σε αντιπολεμικές πρωτοβουλίες, στις γειτονιές, σε διεκδικήσεις δημοκρατικών δικαιωμάτων). Ωστόσο, η προτεραιότητα των κομμουνιστών πρέπει να είναι άλλη: η δημιουργία επαναστατικού κόμματος, η συγκέντρωση αντιιμπεριαλιστικών δυνάμεων, η αναζωογόνηση των συνδικάτων, η δημιουργία ενός λαϊκού Μετώπου με αντιιμπεριαλιστικά, αντιμονοπωλιακά, αντιφασιστικά χαρακτηριστικά. Η εύκολη (και ατελέσφορη) λύση είναι οι υπερεπαναστατικές φωνασκίες που θα αγγίζουν κάποια μικροαστικά στρώματα, κάποιες φορές και λούμπεν στοιχεία. Η δύσκολη λύση είναι η «άχαρη» δουλειά του μυρμηγκιού. Προτιμάμε τη δεύτερη όσο «άχαρη» κι αν είναι…



