του Βασίλη Λιόση
Πρόσφατα είδε το φως της δημοσιότητας ένα άρθρο του Γιάνη Βαρουφάκη (ΓΒ) με θέμα την ενότητα της Αριστεράς. Δεν θα διαφωνήσει κανείς με τις διαπιστώσεις που θα συναντήσει σε αυτό το κείμενο σχετικά με το τι συμβαίνει στην ελληνική κοινωνία. Πρόκειται για διαπιστώσεις που ακόμα και ένας δεξιός αναγνώστης μπορεί να τις κάνει αποδεκτές. Το ερώτημα είναι ποια είναι η πρόταση στο κείμενο του ΓΒ. Και η πρόταση αυτή έχει δύο άξονες: συμπυκνώνεται στις λέξεις «επανάκτηση» και «ενότητα της αριστεράς». Εδώ αρχίζουν τα προβλήματα…
Ι. ΠΡΟΒΛΗΜΑ Νο 1: ΠΕΡΙ ΕΠΑΝΑΚΤΗΣΗΣ
Με τον όρο επανάκτηση ο ΓΒ εννοεί να πάρουμε πίσω τον δημόσιο και ιδιωτικό πλούτο που μας λεηλατούν. Καμία αντίρρηση. Αλλά, αναφύεται ένα σημαντικό ζήτημα: απουσιάζει το πολιτικό σχέδιο μέσω του οποίου θα υλοποιηθεί η ανάκτηση και κατ’ επέκταση δεν αναφέρεται η ανάγκη εξόδου από την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Για να γίνουμε πιο συγκεκριμένοι και για να μην μείνει καμία απορία, ακόμη και ένα σχέδιο αριστερού κεϋνσιανισμού, δεν είναι εφικτό στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η Ευρωπαϊκή Ένωση δημιουργήθηκε εξαρχής ως ένας ιμπεριαλιστικός οργανισμός στον οποίο κυριαρχούν τα ισχυρότερα ευρωπαϊκά μονοπώλια. Παρουσιάστηκε ψευδώς ως μια ιστορική ανάγκη για να διατηρηθεί η ειρήνη, εντούτοις αποτέλεσε έναν οργανισμό από πολιτικές και οικονομικές μυλόπετρες που κονιορτοποίησαν σταδιακά τα δικαιώματα των εργαζομένων και εργάστηκαν υπέρ των ευρωπαϊκών μονοπωλίων. Αυτή η αλήθεια δεν μπορεί να κρύβεται. Η Συνθήκη του Μάαστριχτ, η Λευκή Βίβλος, τα αντικομουνιστικά μνημόνια που εξισώσουν κομμουνισμό και φασισμό, ο βομβαρδισμός της Σερβίας με συμμετοχή κρατών της ΕΕ, η στάση της ΕΕ στον ρωσονατοϊκό πόλεμο και στη γενοκτονία των Παλαιστινίων, τα μνημόνια για να διασωθούν οι τράπεζες, είναι γεγονότα και ως γεγονότα είναι πεισματάρικα. Αν ένας πολιτικός οργανισμός συμφωνεί με τις παραπάνω διαπιστώσεις πρέπει να τις προβάλλει προκειμένου να αναδείξει τα πραγματικά αίτια των όσων βιώσαμε στα μνημονιακά χρόνια. Αν πάλι δεν συμφωνεί τότε τρέφει αυταπάτες για τον ρόλο της Ευρωπαϊκής Ένωσης τις οποίες διασπείρει και στον λαό. Η ΕΕ δεν μεταρρυθμίζεται και αυτό λόγω της φύσης της. Σε κάθε περίπτωση πρέπει να ξέρουμε με σαφή τρόπο ποια είναι η θέση του ΓΒ και του ΜΕΡΑ25.
Επιπλέον, τίθεται το ερώτημα ποιος θα υλοποιήσει την πολιτική επανάκτησης. Αντιλαμβάνεται κανείς την ανάγκη να αναζωογονηθούν τα εργατικά συνδικάτα; Οι φοιτητικοί σύλλογοι; Να δημιουργηθούν συλλογικότητες στις γειτονιές; Να αποκτήσει πολιτικό περιεχόμενο η δράση πολιτιστικών και επιστημονικών συλλόγων; Συμφωνούμε με ένα σχέδιο μετωπικής δράσης που θα μπορούσε να οδηγήσει σε μια κυβέρνηση αντιιμπεριαλιστικών-αντιμονοπωλιακών δυνάμεων που θα ερχόταν σε σύγκρουση και ρήξη με την ελληνική ολιγαρχία και την ΕΕ; Συμφωνούμε με το ότι αυτή η σύγκρουση θα έπρεπε να φτάσει μέχρι τέλους και όχι να μείνει στα μισά του δρόμου;
ΙΙ. ΠΡΟΒΛΗΜΑ Νο 2: ΠΕΡΙ ΕΝΟΤΗΤΑΣ ΤΗΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑΣ
Η δεύτερη παρατήρησή μας αφορά την ενότητα της Αριστεράς. Όχι ότι είναι δευτερεύον ζήτημα αλλά αυτό που υπερβαίνει την ενότητα της Αριστεράς είναι η ενότητα του λαϊκού κινήματος. Είναι η δημιουργία μετώπων στους εργασιακούς χώρους, στις γειτονιές, στους χώρους εκπαίδευσης. Και σε όλους αυτούς τους χώρους πρέπει να κινείται κάποιος με όρους ενότητας του λαού. Εκεί πρέπει να δημιουργηθούν ενωτικά πλαίσια, ενωτικές δράσεις και να υπάρξουν αποτελέσματα. Αυτό δεν μπορεί να γίνεται αποκλειστικά και μόνο στο όνομα της ενότητας της Αριστεράς. Κάτι τέτοιο στενεύει το πεδίο δράσης και επιρροής. Η παραπάνω διαπίστωση δεν σημαίνει ότι δεν χρειάζεται συντονισμός των αριστερών δυνάμεων. Χρειάζονται συνεννοήσεις, συμπορεύσεις, κοινές θέσεις, κοινή δράση, κοινά συνδικαλιστικά σχήματα όπου αυτό είναι εφικτό. Δυστυχώς, η αρρώστια του σεχταρισμού εξακολουθεί να κατατρύχει την πλειονότητα των δυνάμεων της Αριστεράς και να στέκεται εμπόδιο στο να γίνουν ένα-δύο βήματα παραπάνω.
Επιπλέον, χρειάζεται ξανά ένας εννοιολογικός επαναπροσδιορισμός. Τι σημαίνει άραγε Αριστερά; Πέρα από τις διάφορες εκδοχές της –ρεφορμιστική, επαναστατική, αριστερίστικη κ.λπ.– δεν μπορούμε να κάνουμε αναφορά στην έννοια της Αριστεράς αν μια πολιτική δύναμη δεν εμπεριέχει στον πολιτικό λόγο της τον σοσιαλισμό. Το πώς θα συνδέει την τακτική με τη στρατηγική είναι ένα άλλο κεφάλαιο.
ΙΙΙ. ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΣ: ΜΕΣΩ ΠΟΙΟΥ ΔΡΟΜΟΥ;
Και σε αυτό το σημείο ερχόμαστε σε ένα κρίσιμο θέμα. Μοιάζει θεωρητικό αλλά δεν είναι καθόλου. Το κείμενο του ΓΒ καταλήγει στην ανάγκη του σοσιαλισμού. Σωστά, αλλά εδώ χρειάζονται αποσαφηνίσεις: από τη μια είναι γεγονός ότι η προβολή του σοσιαλιστικού οράματος ή για να είμαστε ακριβείς της κομμουνιστικής κοινωνίας έχει ατονήσει σε σημείο εξαφάνισης. Από την άλλη στον βαθμό που συζητάει κάποιος για τον σοσιαλισμό πρέπει να διευκρινίζει τον δρόμο μέσω του οποίου φτάνει σε αυτόν. Έχουμε στα χέρια μας πλέον μια πολύτιμη ιστορική εμπειρία που μας επιτρέπει με βεβαιότητα να πούμε πως οι κοινοβουλευτικοί δρόμοι και οι εκλογές –ως μοναδικό μέσο για να πάμε σε μια άλλη κοινωνία– είναι μια καταστροφική αυταπάτη. Το πέρασμα σε μια άλλη κοινωνία προϋποθέτει ταξική σύγκρουση. Η σύγκρουση δεν αποτελεί αυτοσκοπό αλλά ιστορική αναγκαιότητα. Καμία τάξη δεν παραδίδει την εξουσία της ειρηνικά επειδή κάποια άλλη έχει ένα κοινωνικό όραμα. Και για να μην υπάρξει παρανόηση το εν λόγω ζήτημα δεν μπορεί να αποτελέσει προϋπόθεση συμμαχιών, ωστόσο πρέπει να αποτελέσει αντικείμενο συζήτησης.
IV. ΠΕΡΙ ΠΟΛΙΤΙΚΩΝ ΣΥΜΜΑΧΙΩΝ
Όσον αφορά τις πολιτικές συμμαχίες και χωρίς να μπούμε στη διαδικασία να συζητήσουμε για τη σύγκρουση ΑΡΑΣ και ενός τμήματος της Αναρχίας, πρέπει να πούμε ότι η διακοπή των δεσμών του ΜΕΡΑ25 με τη ΛΑΕ, πραγματοποιήθηκε χωρίς συλλογικές αποφάσεις. Αυτό, όμως, δεν συνιστά πολιτική συμμαχιών.
Η εσφαλμένη αντίληψη για τις συμμαχίες του ΓΒ φαίνεται ακόμη από τρία στοιχεία. Πρώτον, το ΜΕΡΑ25 είναι «ανοικτό» στη συμμαχία με στελέχη της Νέας Αριστεράς με την προϋπόθεση ότι θα μιλήσουν για επανάκτηση. Δεν απαιτεί όμως τη δημόσια αυτοκριτική τους για τη συμμετοχή τους επί πολλά έτη στον ΣΥΡΙΖΑ και τις ευθύνες τους ακριβώς λόγω αυτής της συμμετοχής τους.
Δεύτερον, προς το τέλος του κειμένου λέει ο ΓΒ ότι με χαρά θα δεχόταν τη συμμετοχή στα ψηφοδέλτια του ΜΕΡΑ25 ανθρώπων όπως η Νάντια Βαλαβάνη, ο Θανάσης Καμπαγιάννης, ο Αντώνης Νταβανέλος κ.ά. κάνοντάς μας έτσι ξεκάθαρη την άποψή του για το τι εννοεί συμμαχίες. Επειδή το ΜΕΡΑ25 είναι ένα προσωποπαγές κόμμα, με τον ίδιο τρόπο βλέπει και τις πολιτικές συμμαχίες: στο επίπεδο προσέλκυσης κάποιων γνωστών προσώπων από τον χώρο της Αριστεράς. Ένα αριστερό κόμμα ασφαλώς και έχει ανάγκη από την ένταξη σε αυτό κάποιων προβεβλημένων προσώπων, αλλά το πρώτο του μέλημα θα ήταν να έχει στα ψηφοδέλτιά του καθημερινούς αγωνιστές: συνδικαλιστές που μάχονται ανυστερόβουλα, καλλιτέχνες που εκφράζουν δημόσια την άποψή τους ενάντια στην αδικία, επιστήμονες που εργάζονται για το κοινό καλό. Η Αριστερά στο δίπολο ατομικό-συλλογικό δίνει την προτεραιότητα στο δεύτερο.
Τρίτον, είναι άκομψο για να μην πούμε διαλυτικό το να καλείς στελέχη πρώτης γραμμής άλλων οργανώσεων να αφήσουν τα κόμματα και τις οργανώσεις τους προκειμένου να συμμετάσχουν στον δικό σου εκλογικό μηχανισμό. Αυτό πραγματικά δεν έχει ξαναγίνει. Δεν συνάδει με το πολιτικό ήθος της Αριστεράς.
V. ΤΑ ΞΕΧΑΣΜΕΝΑ ΠΑΛΙΑ ΑΤΟΠΗΜΑΤΑ
Ο ΓΒ συγκροτεί ένα ριζοσπαστικό προφίλ και για να είμαστε δίκαιοι υπάρχουν τέτοια χαρακτηριστικά στη σκέψη του, θα πρέπει ωστόσο να δούμε και την άλλη πλευρά. Και η άλλη πλευρά αφορά τη συμμετοχή του στον ΣΥΡΙΖΑ και στο τι έπραξε. Ας θυμηθούμε, λοιπόν, κάποια κομβικά γεγονότα.
Το 2014 σύμφωνα με δικό του κείμενο ο ΓΒ πρότεινε στην τριανδρία Τσίπρα-Παππά-Δραγασάκη, ανάμεσα σε άλλα α) την αναδιάρθρωση (σ.σ. όχι τη διαγραφή) του χρέους, β) πρωτογενές πλεόνασμα όχι πάνω από 1,5% του ΑΕΠ, γ) μείωση στη φορολογία των επιχειρήσεων και δ) στρατηγικές ιδιωτικοποιήσης. Αυτά αναφέρει στο βιβλίο του, «Conversations entre adultes». Για να μην μείνει καμία αμφιβολία στο ίδιο βιβλίο γράφει ότι «επρόκειτο για μετριοπαθή μέτρα και πολιτικά αποδεκτά για τους δανειστές, δεδομένου ότι δεν προέβλεπαν κανενός είδους διαγραφή του χρέους».
Επιπλέον, καταφέρεται ενάντια στο πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης και θεωρεί πως περιλάμβανε δεσμεύσεις που ούτε καν έπρεπε να αναλάβει ο ΣΥΡΙΖΑ και ότι αντιστρατευόταν κάθε λογική στρατηγικής διαπραγμάτευσης για την παραμονή της Ελλάδας στο ευρώ. Στη συνέχεια περιγράφει τον αγώνα του για την παραμονή της Ελλάδας στο ευρώ. Με άλλα λόγια θεωρούσε ότι είναι πολύ καλύτερη η παραμονή στο ευρώ παρά η μετάβαση στη δραχμή. Δηλαδή αποδεχόταν ένα στόχο του ευρωπαϊκού κεφαλαίου σύμφωνα με δικές του ομολογίες, το οποίο κεφάλαιο, ήξερε ότι το τυχόν πέρασμα στο εθνικό νόμισμα θα δημιουργούσε ένα ντόμινο πολιτικών και οικονομικών εξελίξεων καταστροφικό για τα ευρωπαϊκά μονοπώλια.
Σημαντικό είναι ακόμη ότι ο ΓΒ αφηγούμενος τα γεγονότα του 2011 δεν μνημονεύει πουθενά τη σημαντική πρωτοβουλία πολιτών για τον λογιστικό έλεγχο του κράτους, μια διαδικασία στην οποία έχει αρνηθεί να συμμετάσχει. Σύμφωνα με μαρτυρία του Ερίκ Τουσέν σε προσωπική τους συζήτηση o ΓΒ θεώρησε ότι η πρωτοβουλία λαϊκού ελέγχου του χρέους ήταν εσφαλμένη διότι αυτή η πρωτοβουλία αμφισβητούσε το κατά πόσο ήταν επί της ουσίας εύλογο και τυπικά νόμιμο το ελληνικό χρέος. Για τον ΓΒ δεν υπήρχε βάση αμφισβήτησης ούτε της τυπικής ούτε της ουσιαστικής νομιμοποίησης του ελληνικού χρέους.
Ίσως όλα τα παραπάνω δεν είναι ιδιαίτερα γνωστά και φροντίζει να μας τα γνωστοποιήσει ο Ερίκ Τουσέν στο βιβλίο του «Συνθηκολόγηση ενηλίκων» με παραπομπές πέραν κάθε αμφισβήτησης. Αυτό, όμως, που σίγουρα είναι γνωστό είναι η δήλωση του ΓΒ ότι συμφωνούσε με το 70% των μέτρων του μνημονίου…
* Η κεντρική φωτογραφία είναι από το εν λόγω άρθρο του Γ. Βαρουφάκη στην Εφ. τ. Συν.


