Πλευρές των σύγχρονων αντιμπεριαλιστικών αγώνων και της κατάστασης του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος.
Συμβολή στον δημόσιο διάλογο της Συντονιστικής Επιτροπής της Πρωτοβουλίας για την Ανασυγκρότηση του Κομμουνιστικού Κινήματος
Η Πρωτοβουλία για την Ανασυγκρότηση του Κομμουνιστικού Κινήματος βρίσκεται σε διαδικασία συζήτησης και δημοσίευσης συνοπτικών προγραμματικών αξόνων στα πλαίσια της διαμόρφωσης των συνθηκών για ευρύτερες πολιτικές συγκλίσεις στην κατεύθυνση ίδρυσης νέας, μεταβατικής, επαναστατικής, κομμουνιστικής οργάνωσης.
Συνεχίζουμε τη δημοσίευση της συμβολής της Συντονιστικής Επιτροπής στον δημόσιο διάλογο στη θεματική της ανασυγκρότησης του κομμουνιστικού κινήματος, εστιάζοντας συγκεκριμένα στο σύγχρονο διεθνές αντιιμπεριαλιστικό και κομμουνιστικό κίνημα.
Ενθαρρύνουμε κάθε σύντροφο/-ισσα, μέλος, φίλο/η ή συναγωνιστή/-ίστρια της Πρωτοβουλίας μας ή και οργανωμένη συλλογικότητα να συμμετάσχει στον διάλογο αυτό με συντροφικό τρόπο, αποστέλλοντας ατομικά ή συλλογικά κείμενα στην ηλεκτρονική διεύθυνση της Πρωτοβουλίας μας.
Αποτελεί κοινή διαπίστωση η στρατηγική κρίση την οποία διέρχεται το διεθνές κομμουνιστικό κίνημα εδώ και αρκετές δεκαετίες, αδυνατώντας να ανταπεξέλθει στις προκλήσεις της εποχής μας. Τα κομμουνιστικά, εργατικά, επαναστατικά κόμματα αδυνατούν να ξεπεράσουν τη στρατηγική ήττα της ανατροπής της σοσιαλιστικών επαναστάσεων του 20ου αιώνα στη Ρωσία και στην ανατολική Ευρώπη. Στις περισσότερες χώρες, ειδικά αυτές του ιμπεριαλιστικού στρατοπέδου, δεν καταφέρνουν να ηγηθούν στα εργατικά και λαϊκά κινήματα στην κατεύθυνση της σοσιαλιστικής επανάστασης και οικοδόμησης, ούτε στους αντιιμπεριαλιστικούς και αντιαποικιακούς αγώνες της εποχής μας.
Εξαίρεση, αποτελούν, σε κάποιο βαθμό, τα κομμουνιστικά κόμματα που έχουν την εξουσία και καταφέρνουν να τη διατηρήσουν ενάντια στην υπονόμευση του ιμπεριαλισμού, έχοντας τη λαϊκή υποστήριξη και αναβαθμίζοντας το βιοτικό επίπεδο των λαών τους, κάτι που αφορά, κυρίως, την καταπολέμηση της φτώχειας, με δεδομένο ότι πρόκειται για αναπτυσσόμενες χώρες, πρώην αποικίες (Κίνα, Κορέα, Βιετνάμ, Λάος, Κούβα), ενώ η Λ.Δ. της Κίνας αναδεικνύεται σταδιακά σε μια από τις ισχυρότερες χώρες του κόσμου. Ωστόσο, ακόμη και σε αυτές τις περιπτώσεις, αφενός μεν υπάρχουν πολύ οξυμένες αντιφάσεις, ειδικά στον βαθμό που καταφεύγουν σε επανεισαγωγή των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής, αφετέρου δε, δεν προκύπτει μια θεωρητική ανασκόπηση της εμπειρίας τους αυτής, τέτοια που να έχει επιδράσει καταλυτικά στη στρατηγική ανασυγκρότηση του διεθνούς, κομμουνιστικού κινήματος· αντίθετα, επισημαίνεται συνεχώς ο “εθνικός” χαρακτήρας της πολιτικής τους (π.χ. “σοσιαλισμός με κινεζικά χαρακτηριστικά”). Από την άλλη, αναπτύσσονται ελπιδοφόρες πρωτοβουλίες διαλόγου και ανταλλαγής εμπειριών, όπως αυτές με επίκεντρο το ΚΚ Κούβας.
Μάλιστα, η κατάσταση του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος λαμβάνει χαρακτήρα διχοτόμησής του κατά μήκος των παρακάτω τριών διαχωρισμών, οι οποίοι δεν ευθυγραμμίζονται πλήρως και συμπεριλαμβάνουν και σημαντικές εξαιρέσεις, όπως π.χ. του Πορτογαλικού Κομμουνιστικού Κόμματος:
(α) κόμματα που έχουν την εξουσία κατόπιν επιτυχημένης επανάστασης, έναντι κομμάτων που βρίσκονται στην αντιπολίτευση και δεν είχαν ποτέ την εμπειρία αυτή,
(β) κόμματα των αναπτυσσόμενων χωρών, κυρίως πρώην αποικιών, έναντι κομμάτων που δρουν στις ανεπτυγμένες, ιμπεριαλιστικές χώρες,
(γ) κόμματα που ταυτίζονται ή προδιατίθενται θετικά, έστω και με κριτικό τρόπο, στο κυρίαρχο τον 20ό αιώνα, τριτοδιεθνιστικό ρεύμα, έναντι κομμάτων που απορρίπτουν το ρεύμα αυτό, είτε συνολικά, είτε κατά ιστορικές περιόδους.
Περιττό να αναφερθεί ότι η μαζικότητα και η πολιτική δύναμη και σημασία της πρώτης πλευράς των διαχωρισμών αυτών δεν συγκρίνεται με τη δεύτερη (ενδεικτικά, μόνο το ΚΚ Κίνας έχει περίπου 100 εκατομμύρια μέλη και την εξουσία σε μια από τις ισχυρότερες χώρες του κόσμου). Ο πόλεμος στην Ουκρανία ανέδειξε ακόμη πιο έντονα τη στρατηγική αυτή κρίση με πληθώρα κομμουνιστικών και “αντικαπιταλιστικών” κομμάτων, ιδιαίτερα των χωρών του ιμπεριαλιστικού στρατοπέδου, να υιοθετούν θέσεις απολογητικές για τον ιμπεριαλισμό. Η στάση απέναντι στα κράτη υπό την εξουσία των κομμουνιστικών κομμάτων, και ιδιαίτερα απέναντι στη Λ.Δ. της Κίνας, επίσης διχάζει το κομμουνιστικό κίνημα, λίγο-πολύ κατά μήκος των ως άνω διαχωρισμών.
Ιδιαίτερα αρνητικός είναι ο ρόλος του ΚΚΕ για την κατάσταση αυτή, το οποίο ενώ αυτοπαρουσιάζεται ως κληρονόμος του τριτοδιεθνιστικού ρεύματος στη χώρα μας, με το νέο του πρόγραμμα αναθεωρεί βασικές πλευρές της παράδοσης αυτής και συσπειρώνει γύρω του μια ομάδα κομμάτων που υιοθετούν θέσεις απολογητικές για τον ιμπεριαλισμό και πολεμικής ενάντια στη Λ.Δ. της Κίνας. Το ΚΚΕ είναι βασικός διαχειριστής και χρηματοδότης της διαδικτυακής πλατφόρμας ενημέρωσης και πολιτικού διαλόγου solidnet.org, όπως και της περιοδικής έκδοσης της Διεθνούς Κομμουνιστικής Επιθεώρησης, τα οποία συνδέονται με τα κόμματα που συμμετέχουν στις ετήσιες διεθνείς συναντήσεις κομμουνιστικών και εργατικών κομμάτων. Από τη στιγμή που ξέσπασε ο πόλεμος στην Ουκρανία και αυξήθηκε η ένταση μεταξύ των δύο σχηματιζόμενων γραμμών στο διεθνές κομμουνιστικό κίνημα, το ΚΚΕ δέχεται καταγγελίες ότι καταχράται τον ρόλο του στη διαχείριση αυτή για να λογοκρίνει τις αντίθετες απόψεις. Επίσης, καταγγέλλεται ότι επεμβαίνει με φραξιονιστικό τρόπο στα εσωτερικά άλλων κομμάτων. Εξ’ άλλου, με πρωτοβουλία και αυταρχικές πρακτικές του ΚΚΕ διαλύθηκε η Ευρωπαϊκή Κομμουνιστική Πρωτοβουλία τον Σεπτέμβριο του 2023. Οι παρεμβάσεις αυτές του ΚΚΕ τείνουν να ευθυγραμμίζονται με τις επιδιώξεις του ιμπεριαλισμού ή, έστω, να αντιτίθενται στις δυνάμεις που αγωνίζονται ή και πολεμούν ενάντια στον ιμπεριαλισμό, στο όνομα των δήθεν “ίσων αποστάσεων”, όπως στη Βενεζουέλα, όπου προσφέρει απλόχερη στήριξη στη φράξια του πρώην ΚΚ Βενεζουέλας η οποία υποστηρίζει αστούς, ακόμη και (κρυφο)φασίστες, υποψηφίους ενάντια στην κυβέρνηση του Νικολάς Μαδούρο. Πρόσφατη και χαρακτηριστική περίπτωση είναι η αντιπαράθεση που ξέσπασε με τις δυνάμεις που οργάνωσαν το ή / και συμμετείχαν στο Β’ Διεθνές Αντιφασιστικό Φόρουμ στη Μόσχα (23 Απριλίου 2025), ένα σημαντικό γεγονός για το αντιιμπεριαλιστικό και κομμουνιστικό κίνημα, όπου συναντήθηκαν 164 αντιπροσωπείες από 61 χώρες και υιοθετήθηκε κοινό κάλεσμα δράσης κατά του φασισμού-νεοναζισμού, του ιμπεριαλισμού και της νεοαποικιοκρατίας, όπως και στους εορτασμούς για την Αντιφασιστική Νίκη που έλαβαν χώρα στην ίδια πόλη (9 Μαΐου 2025).
Η κατάσταση αυτή αποδεικνύει πόσο δύσκολη υπόθεση είναι σήμερα η διεθνιστική ενότητα και αλληλεγγύη της εργατικής τάξης και συγκεκριμένα του κομμουνιστικού κινήματος, λόγω, ακριβώς, του διεθνούς χαρακτήρα που παίρνει η κυρίαρχη κοινωνική αντίθεση, ανάμεσα στο ιμπεριαλιστικό, μονοπωλιακό κεφάλαιο και στην παγκόσμια, λαϊκή πλειοψηφία, με τον τρόπο που αυτή διαμεσολαβείται από τις αντίστοιχες διακρατικές αντιθέσεις και συγκρούσεις. Επομένως, απαιτείται συνειδητή προσπάθεια για τη σφυρηλάτηση της ενότητας αυτής σε μια συνεπή αντιιμπεριαλιστική κατεύθυνση με τη στρατηγική έννοια, δηλ. της αντίθεσης με τον σύγχρονο ιμπεριαλιστικό καπιταλισμό στην προοπτική της σοσιαλιστικής επανάστασης. Η συμβολή στο καθήκον αυτό, μέσω της διαμόρφωσης συντροφικών επαφών και σχέσεων με τα αντίστοιχα κομμουνιστικά, εργατικά και αντιιμπεριαλιστικά κόμματα και κινήματα των άλλων χωρών, αποτελεί πρώτιστο καθήκον μιας μεταβατικής, κομμουνιστικής οργάνωσης, πόσο μάλλον ενός νέου, επαναστατικού, κομμουνιστικού κόμματος.
Πέραν των εργατικών και κομμουνιστικών κομμάτων, υπάρχουν και άλλα κόμματα με αντιιμπεριαλιστικό προσανατολισμό, όπως για παράδειγμα το κυβερνόν κόμμα στη Βενεζουέλα (Ενωμένο Σοσιαλιστικό Κόμμα Βενεζουέλας), και πλατφόρμες συνεργασίας αντίστοιχων κομμάτων και κινημάτων, όπως η Παγκόσμια Αντιιμπεριαλιστική Πλατφόρμα, η Διεθνής Συνέλευση των Λαών (International Peoples’ Assembly) και η Προοδευτική Διεθνής (Progressive International). Στον βαθμό που θα αναδιοργανώνεται το αντιιμπεριαλιστικό κίνημα στη χώρα μας και θα σχηματίζεται ένα πολιτικό μέτωπο με συνεπή αντιιμπεριαλιστικό προσανατολισμό, θα μπορούσε αυτό να εκτιμήσει από καλύτερες θέσεις την προοπτική κάθε τέτοιας συνεργασίας και να επιδιώξει διεθνείς επαφές και συντονισμό.
Σημαντικές για την αντιμπεριαλιστική προοπτική είναι οι εξελίξεις που σημειώνονται στην Αφρική, με επίκεντρο τις χώρες της περιοχής του Σαχέλ (Μπουρκίνα Φάσο, Μάλι, Νίγηρας), όπου λαϊκές και στρατιωτικές δυνάμεις διεκδικούν και καταλαμβάνουν την εξουσία σε αντιαποικιοκρατική-αντιιμπεριαλιστική κατεύθυνση και δρομολογούν τη μεταξύ τους συνεργασία ενάντια στη νεοαποικιοκρατική επιβολή, προωθώντας ριζοσπαστικές φιλολαϊκές μεταρρυθμίσεις και έναν δρόμο ανάπτυξης ανεξάρτητο από τον ιμπεριαλισμό.
Ιδιαίτερη περίπτωση συνιστούν οι πολιτικές οργανώσεις που μάχονται ενάντια στον ευρωατλαντικό ιμπεριαλισμό και τον σιωνισμό στη Δυτική Ασία. Πρόκειται αφενός για τις (κυρίως σιιτικές) οργανώσεις που διαμορφώνουν τον λεγόμενο Άξονα της Αντίστασης με πρωταγωνιστικό ρόλο της κρατικής εξουσίας του Ιράν, όπως αυτή προέκυψε από την Ισλαμική Επανάσταση του 1979 ενάντια στον Σάχη και την υποταγμένη στον ιμπεριαλισμό δικτατορική του εξουσία. Συνιστούν μαζικές, πολιτικές και στρατιωτικές (ένοπλες) οργανώσεις, όπως η Χεζμπολάχ του Λιβάνου, άλλες πολιτοφυλακές στο Ιράκ και υπολείμματα του στρατού της Συρίας μετά την ανατροπή της κυβέρνησης του Ασάντ. Ηρωικός είναι και ο ένοπλος αγώνας της κυβέρνησης των Ανσάρ Αλλάχ της Υεμένης ενάντια στο Ισραήλ, τη Σαουδική Αραβία και τις ΗΠΑ, σε αλληλεγγύη με την Παλαιστινιακή Αντίσταση. Αφετέρου, πρόκειται για τις οργανώσεις της Παλαιστινιακής Αντίστασης, κυρίαρχα τις σουνιτικές Χαμάς και Ισλαμική Τζιχάντ, αλλά και τις μαρξιστικές Λαϊκό Μέτωπο για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης (PFLP) και Δημοκρατικό Μέτωπο για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης (DFLP). Στην περίπτωση αυτή των λαϊκών, αντιιμπεριαλιστικών κινημάτων στη Δυτική Ασία, η στρατηγική κρίση του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος αναδεικνύεται μέσω της αδυναμίας του να πρωταγωνιστήσει και ηγεμονεύσει στους αγώνες με κύριο διακύβευμα την εθνική αυτοδιάθεση και ανεξαρτησία.
Όσον αφορά την ιστορική κληρονομιά του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος, αρνούμαστε να μηδενίσουμε την προσφορά του στον 20ού αιώνα και ιδιαίτερα – αν και όχι αποκλειστικά – του κυρίαρχου τριτοδιεθνιστικού ρεύματος. Δεν συμφωνούμε με τη συνολική και απόλυτη απόρριψη των στρατηγικών του επιλογών, αυτών που άλλωστε οδήγησαν στις πρώτες σοσιαλιστικές επαναστάσεις και προσπάθειες εργατικής εξουσίας και σοσιαλιστικής οικοδόμησης, ενώ τροφοδότησαν και τους κοινωνικούς και εθνικούς (αντιαποικιακούς, αντιιμπεριαλιστικούς) αγώνες σε ολόκληρο τον κόσμο. Αναγνωρίζουμε, όμως, την ανάγκη για την κριτική μελέτη της ιστορίας αυτής, όπως, φυσικά, και της σύγχρονης εμπειρίας, και για δημιουργική ανάπτυξη της μαρξιστικής – λενινιστικής θεωρίας, προσβλέποντας στη λύση των σύγχρονων στρατηγικών προβλημάτων του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος.



