Συμβολή στον δημόσιο διάλογο της Συντονιστικής Επιτροπής της Πρωτοβουλίας για την Ανασυγκρότηση του Κομμουνιστικού Κινήματος
Η Οκτωβριανή επανάσταση στη Ρωσία το 1917 και οι αντιιμπεριαλιστικές, αντιαποικιακές και σοσιαλιστικές επαναστάσεις που ακολούθησαν στην ανατολική Ευρώπη, στην Κίνα, στο Βιετνάμ, στο Λάος, στην Κορέα και στην Κούβα σήμαναν την έναρξη της ιστορικής περιόδου επαναστατικής ανατροπής του ιμπεριαλιστικού καπιταλισμού και μετάβασης στον σοσιαλισμό, ως πρώτο στάδιο της κομμουνιστικής κοινωνίας. Οι επαναστάσεις αυτές (α) εγκαθίδρυσαν εργατο-αγροτικές εξουσίες, υπό τον πολιτικό έλεγχο κομμουνιστικών κομμάτων, και (β) κοινωνικοποίησαν με την τυπική μορφή της κρατικοποίησης – κατ’ ελάχιστον και με δυναμικές παραλλαγές και διαβαθμίσεις στην ιστορική εξέλιξή τους – τα βασικά και συγκεντρωμένα μέσα παραγωγής, συμπεριλαμβανομένων της γης και των υπόλοιπων φυσικών πόρων, αλλά και των κύριων κοινωνικών (τεχνολογικών) πόρων. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, (γ) επέβαλαν έναν τρόπο παραγωγής και ανάπτυξης που έπαψε να βασίζεται κυρίαρχα στην ιδιωτική ιδιοκτησία και έλεγχο των μέσων παραγωγής, αλλά, αντίθετα, στον συλλογικό, κοινωνικό έλεγχο και στον κεντρικό, συνειδητό, σχεδιασμό, κυρίως μέσω του κράτους, και (δ) με αυξημένη ανεξαρτησία από τον ιμπεριαλισμό.
Με αυτόν τον τρόπο αναδείχθηκε στο εσωτερικό τους μια αντίθεση εσωτερική της εργασίας, αυτή μεταξύ της δημιουργικής, επιτελικής, κυρίαρχα διανοητικής εργασίας με σχεδιοποιητικό και οργανωτικό ρόλο στην παραγωγή και γενικότερη κοινωνική αναπαραγωγή, έναντι της εκτελεστικής, τυποποιημένης, περισσότερο χειρωνακτικής εργασίας. Η αντίθεση αυτή εκδηλώνεται κυρίαρχα ως αντίθεση μεταξύ του διευθυντικού, κομματικού ή κρατικού, σε κάποιον βαθμό γραφειοκρατικοποιημένου, στρώματος, και των άμεσα παραγωγικών εργαζομένων.
Άλλες αντιθέσεις κληρονομήθηκαν από το ιστορικό (προ)καπιταλιστικό παρελθόν των χωρών αυτών, όπως η αντίθεση μεταξύ της βιομηχανικής ανάπτυξης με επίκεντρο τις πόλεις και την εργατική τάξη από τη μια, και της αγροτοκτηνοτροφικής παραγωγής της υπαίθρου και των αντίστοιχων τάξεων και στρωμάτων από την άλλη, αλλά και οι εθνικές αντιθέσεις και ανταγωνισμοί μεταξύ των χωρών αυτών που δίχασαν το διεθνές κομμουνιστικό κίνημα (π.χ. σχίσμα ΕΣΣΔ και Λ.Δ. Κίνας) και οδήγησαν μέχρι και σε πολεμικές συγκρούσεις (π.χ. Λ.Δ. Κίνας – Σ.Δ. Βιετνάμ).
Καθ’ όλη την ιστορική τους πορεία, οι σοσιαλιστικές χώρες διατήρησαν ή επανεισήγαγαν, σε διάφορους βαθμούς, εμπορευματοχρηματικές ή και καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής, υπό την κυριαρχία της κοινωνικής και κρατικής ιδιοκτησίας, ενώ ταυτόχρονα συμμετείχαν στη διεθνή αγορά, όπου κυριαρχούσε ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής και η ιμπεριαλιστική διεθνοποίηση του κεφαλαίου. Ο ανταγωνισμός με τον καπιταλιστικό κόσμο πήρε τη μορφή της διεθνούς ταξικής αντιπαράθεσης κεφαλαίου και εργασίας, καθορίζοντας την εξέλιξη και των δύο συστημάτων.
Όλες αυτές οι αντιθέσεις συμπυκνώνονται σε μια κυρίαρχη αντίθεση: την πάλη ανάμεσα στην ανάπτυξη του κοινωνικού χαρακτήρα της παραγωγής υπό εργατική εξουσία, με στόχο την ουσιαστική κοινωνικοποίηση και τον επιστημονικό, δημοκρατικό έλεγχο από τους εργαζόμενους, και στην αντεπαναστατική παλινόρθωση του καπιταλισμού που σημαίνει και εθνική εξάρτηση από τις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις. Καθοριστικός όρος για την υπέρβαση αυτής της αντίθεσης και τη συνακόλουθη εξασθένιση των κοινωνικών αντιθέσεων και απονέκρωση του κράτους είναι η διεθνής επικράτηση της σοσιαλιστικής επανάστασης.
Οι αντιθέσεις στις χώρες αυτές εκδηλώθηκαν με σκληρές συγκρούσεις μεταξύ τάξεων και κοινωνικών στρωμάτων, αλλά και στο εσωτερικό του κράτους και των κομμουνιστικών κομμάτων. Ανεξάρτητα από το αν οι πιο βίαιες μορφές τους θα μπορούσαν να αποφευχθούν, πρόκειται για πλευρές της αντιφατικής πορείας του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος, τις οποίες αντιμετωπίζουμε με (αυτο)κριτικό πνεύμα. Αυτό που αναδεικνύεται είναι ότι η κατάκτηση της εξουσίας από τις υποτελείς τάξεις δεν συνεπάγεται αυτόματα την κατάργηση της ατομικής ιδιοκτησίας, του κοινωνικού καταμερισμού εργασίας ή κάθε καταπίεσης ανθρώπου από άνθρωπο, ιδίως μέσα σε ένα διεθνές πλαίσιο ιμπεριαλιστικής κυριαρχίας. Αντίθετα, οι επαναστάσεις αυτές όξυναν την ταξική πάλη, προσδίδοντάς της διακρατικά και πολεμικά χαρακτηριστικά.
Στεκόμαστε κριτικά απέναντι σε εναλλακτικές προσεγγίσεις που εμφανίστηκαν ιστορικά στο κομμουνιστικό κίνημα και εν μέρει κυριάρχησαν στις χώρες που είναι ενσωματωμένες στη στρατηγική του ιμπεριαλισμού, οι οποίες αντιμετωπίζουν με δογματικό, απλουστευτικό τρόπο την πολυπλοκότητα και τις αντιφάσεις -τόσο εσωτερικές όσο και εξωτερικές- αυτής της ιστορικής διαδικασίας, αναφερόμενες σε “κρατικό καπιταλισμό” ή “ανέκδοτα / πρωτότυπα / γραφειοκρατικοποιημένα εκμεταλλευτικά συστήματα”. Αν και περιέχουν σημαντικές επιμέρους κριτικές παρατηρήσεις και προτάσεις, δεν πρόσφεραν μετά από αρκετές δεκαετίες μια ολοκληρωμένη, κριτική θεώρηση της ιστορικής εμπειρίας του σοσιαλισμού του 20ού αιώνα που να βασίζεται με επιστημονικό τρόπο στην εμπειρία αυτή και να λειτουργεί προωθητικά για το διεθνές κομμουνιστικό κίνημα. Αντίθετα, μάλλον λειτουργούν παρελκυστικά, μυστικοποιώντας την πραγματική, αντιφατική, ιστορική διαδικασία της σοσιαλιστικής οικοδόμησης.
Στην ΕΣΣΔ και την Ανατολική Ευρώπη η μεταβατική διαδικασία διακόπηκε με την επικράτηση της αντεπανάστασης, ως αποτέλεσμα τόσο των εσωτερικών αντιθέσεων όσο και της εξωτερικής πίεσης του ιμπεριαλισμού. Υποκείμενο αυτής της ανατροπής υπήρξε η συμμαχία τμήματος της κρατικής-κομματικής γραφειοκρατίας με την αναδυόμενη, εκ της σκιώδους οικονομίας, αστική τάξη σε συνεννόηση με τις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις. Η αντεπανάσταση δεν ήταν στιγμιαίο γεγονός, αλλά κατάληξη μιας παρατεταμένης διαδικασίας αδυναμίας επίλυσης της κυρίαρχης αντίθεσης της σοσιαλιστικής οικοδόμησης. Η επαναφορά των καπιταλιστικών σχέσεων συνοδεύτηκε από υποτέλεια στον ιμπεριαλισμό. Στη σημερινή Ρωσία, η αντεπανάσταση δεν έχει ολοκληρωθεί απόλυτα, καθώς η αστική τάξη δεν έχει σταθεροποιήσει πλήρως την κυριαρχία της. Το σύστημα χαρακτηρίζεται από παρασιτισμό, εξάρτηση από τις ιμπεριαλιστικές αγορές και κυριαρχία του στρατιωτικο-βιομηχανικού και ενεργειακού συμπλέγματος, στο οποίο το κράτος διατηρεί πλειοψηφική ιδιοκτησία. Η αυξανόμενη αντιπαράθεση με τον ιμπεριαλισμό επιβάλλει μορφές “πολεμικής οικονομίας”, ενώ ενισχύονται η νοσταλγία για το σοσιαλιστικό παρελθόν και οι αναφορές στην αντιφασιστική νίκη, ως βασικά στοιχεία της κοινωνικής συνείδησης.
Αντίθετα, στις Λαϊκές και Σοσιαλιστικές Δημοκρατίες της ανατολικής Ασίας, και κυρίως στη Λ.Δ. της Κίνας, η διαδικασία αυτή εξακολουθεί να βρίσκεται σε εξέλιξη, χωρίς να μπορεί να προβλεφθεί η κατάληξή της.
Η Λ.Δ. της Κίνας έχει έναν πρωταγωνιστικό ρόλο ανάμεσα στις αναπτυσσόμενες χώρες του κόσμου, πρώην αποικίες, αλλά, πλέον, και ως ανερχόμενη παγκόσμια δύναμη, δυνητικά ανταγωνιστική των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων σε κάθε επίπεδο. Είναι σημαντικό να τονιστεί ότι η ανάπτυξη και ισχυροποίηση της Λ.Δ. της Κίνας έχει επιτευχθεί χωρίς να βασιστεί στην εκμετάλλευση άλλων λαών, εθνών ή χωρών, με μοναδικό τέτοιο προηγούμενο στην ανθρώπινη ιστορία την αντίστοιχη ανάπτυξη της ΕΣΣΔ κατά περιόδους του 20ού αιώνα. Η ανάπτυξη αυτή συνοδεύεται με ταχύρρυθμη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου του κινεζικού λαού, ο οποίος μέχρι και πριν λίγες δεκαετίες υπέφερε μαζικά από τη φτώχεια, αν και η βελτίωση αυτή συμβαδίζει με μεγάλη αύξηση των κάθε είδους κοινωνικών και περιφερειακών ανισοτήτων.
Σημαντικό σταθμό στην ανάπτυξη αυτή, χωρίς να υποτιμάται η ως τότε ιστορία της, αποτέλεσε η ευρεία επανεισαγωγή των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής που φαίνεται να εξυπηρετεί σκοπούς όπως (α) τη χρήση του “νόμου της αξίας” για την αποδοτικότερη κατανομή των μέσων παραγωγής και της εργασιακής δύναμης, (β) τη χρήση του κινήτρου του κέρδους για την ανάπτυξη της τεχνολογικής καινοτομίας και την άμεση εφαρμογή της στην παραγωγή, (γ) τις χρηματικές απολαβές ως κίνητρο αύξησης της ατομικής εργασιακής απόδοσης, (δ) την προσέλκυση άμεσων, ξένων, παραγωγικών επενδύσεων, και μαζί με αυτές, τη μεταφορά τεχνογνωσίας προς ενίσχυση της εγχώριας ανάπτυξης, (ε) το σπάσιμο της απομόνωσης και την ένταξη στη διεθνή αγορά για μια εξωστρεφή ανάπτυξη με διαμόρφωση εμπορικών και άλλων οικονομικών δεσμών, κυρίως με τις υπόλοιπες αναπτυσσόμενες χώρες του κόσμου, οι οποίες παραμένουν κατά πλειοψηφία καπιταλιστικές και υπό τον έλεγχο του ιμπεριαλισμού. Ωστόσο, η ανάπτυξη των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής, άρα και εκμετάλλευσης, αντεπιδρά στην κοινωνική συνείδηση της εργατικής τάξης και του λαού, ενώ η ανάπτυξη της αστικής τάξης, συγκροτεί ένα, φύσει και θέσει, αντεπαναστατικό κοινωνικο-ταξικό υποκείμενο. Ως προς αυτό, αποτελεί ανησυχητική εξέλιξη η εγγραφή μελών από την αστική τάξη στο ΚΚ Κίνας εδώ και κάποια χρόνια.
Η διαδικασία αυτή παραμένει – προς το παρόν – υπό τον έλεγχο του κρατικού, κεντρικού σχεδιασμού και τον πολιτικό έλεγχο του ΚΚ Κίνας χάρις (α) στην κυριαρχία των (ημι)κρατικών μορφών ιδιοκτησίας και ελέγχου των μέσων παραγωγής, συμπεριλαμβανομένων των συνεταιριστικών (π.χ. Huawei), ιδιαίτερα των πιο βασικών, στρατηγικών και συγκεντρωμένων (ενέργεια, βαριά βιομηχανία, τράπεζες, μεταφορές, τηλεπικοινωνίες, ηλεκτρονικά και νέες τεχνολογίες, αυτοκινητοβιομηχανία, επιστημονική έρευνα κ.α.), (β) στον έμμεσο έλεγχο και του ιδιωτικού τομέα, μέσω του συνδυασμού των συμμετοχών των κρατικών επιχειρήσεων στη μετοχική ιδιοκτησία των ιδιωτικών επιχειρήσεων με τον εργατικό έλεγχο επιτροπών εργαζομένων, κυρίως μελών του ΚΚ Κίνας, (γ) στην κρατική ιδιοκτησία στη γη, στους φυσικούς και κοινωνικούς (τεχνολογικούς) πόρους (π.χ. “πνευματική ιδιοκτησία”) που έχουν έναν μονοπωλιακό χαρακτήρα, και (δ) στον πολιτικό αγώνα του ΚΚ Κίνας για την ανάπτυξη της σοσιαλιστικής, αντιιμπεριαλιστικής και πατριωτικής συνείδησης.
Εν τέλει, η ανάπτυξη υποτάσσεται στους εθνικούς στόχους (π.χ. πενταετή πλάνα) του στρατηγικού σχεδιασμού του κράτους, υπό τον έλεγχο του ΚΚ Κίνας και όχι στο κίνητρο του (μονοπωλιακού υπερ)κέρδους, όπως συμβαίνει στις καπιταλιστικές χώρες. Μάλιστα, φαίνεται να υπάρχουν ενδείξεις αντιστροφής της ανάπτυξης των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής μετά τις αλλεπάλληλες καπιταλιστικές κρίσεις (2007, πανδημία κορωνοϊού), οι οποίες είχαν επιπτώσεις και στο εσωτερικό της ΛΔ της Κίνας, λόγω της έκθεσής της στη διεθνή αγορά, της εγχώριας ανάπτυξης μορφών πλασματικού κεφαλαίου και της όξυνσης της ιμπεριαλιστικής επίθεσης, κυρίως με τη μορφή του εμπορικού πολέμου.
Συνολικά, πρόκειται για μια εξαιρετικά αντιφατική διαδικασία, με τις αντιφάσεις να αντανακλώνται και εντός του ΚΚ Κίνας.
Αντίστοιχες διαδικασίες συμβαίνουν στον έναν ή στον άλλο βαθμό και στις υπόλοιπες λαϊκές και σοσιαλιστικές δημοκρατίες της Ασίας, π.χ. τη Σοσιαλιστική Δημοκρατία του Βιετνάμ, επηρεασμένες από το – με θετικό πρόσημο – παράδειγμα της Λ.Δ. της Κίνας, όπως και στη Δημοκρατία της Κούβας, ενώ αναπτύσσονται περαιτέρω και οι μεταξύ τους σχέσεις. Αναφερόμαστε σε θετικό πρόσημο, με την έννοια (α) της ανακοπής της νίκης της αντεπανάστασης και της αποτροπής υποταγής στον ιμπεριαλισμό μέσω της σχετικής σταθεροποίησης της εξουσίας των κομμουνιστικών κομμάτων και (β) της οικονομικής προόδου που βελτιώνει το βιοτικό επίπεδο των λαών αυτών μέσω μιας εθνικά ανεξάρτητης και αυτόκεντρης ανάπτυξης.
Η βιασύνη να αποδοθεί η πρόοδος αυτή σε κάποια ήδη συντελεσμένη και ολοκληρωμένη καπιταλιστική παλινόρθωση προσφέρει επιχειρήματα στην προπαγάνδα της αστικής τάξης, εμφανίζοντας τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής, έστω στην υποτιθέμενη εκδοχή των λαϊκών αυτών δημοκρατιών, ως αν να έχει προοδευτικό, ιστορικό ρόλο, ακόμη και στη σημερινή εποχή, ιδιαίτερα για τις αναπτυσσόμενες χώρες του κόσμου. Επιπλέον αντιφάσκει με την άποψη ότι η εθνικά ανεξάρτητη και αυτόκεντρη ανάπτυξη, όταν πρόκειται για καπιταλιστική ανάπτυξη, είναι κάτι αδιάφορο για τις εργατικές και λαϊκές τάξεις. Η αντίφαση αυτή γίνεται πιο έντονη στον βαθμό που οι δύο αυτές – αντίθετες – απόψεις εκπορεύονται από τις ίδιες δυνάμεις του κομμουνιστικού κινήματος και της Αριστεράς των χωρών του ιμπεριαλιστικού στρατοπέδου. Άλλωστε, η διαδικασία αυτή δεν μπορεί να γίνει αντιληπτή ανεξάρτητα από την αντιπαράθεση με τις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις και την προσπάθειά τους να παρεμποδίσουν την ανάπτυξη των λαϊκών και σοσιαλιστικών δημοκρατιών, να τις υποτάξουν ανατρέποντας την εξουσία των κομμουνιστικών κομμάτων ή και, στην περίπτωση της Κίνας, να τη διαμελίσουν σε μικρότερα, πιο αδύναμα και ελεγχόμενα κράτη, όπως συνέβη, εν μέρει, και με την πρώην ΕΣΣΔ.
Σε κάθε περίπτωση, υπερασπιζόμαστε τα επιτεύγματα των επαναστάσεων του 20ού αιώνα και των λαϊκών και σοσιαλιστικών δημοκρατιών στον 21ό αιώνα, όπως (α) την απόδειξη στην πράξη ότι οι υποτελείς τάξεις μπορούν να επαναστατήσουν και να εγκαθιδρύσουν τη δική τους εξουσία, (β) την αποτίναξη του αποικιακού και ιμπεριαλιστικού ζυγού σε ένα μεγάλο μέρος του κόσμου, όπου νίκησαν οι επαναστάσεις αυτές, (γ) την ενίσχυση των ανά τον κόσμο αντιιμπεριαλιστικών και αντιαποικιακών κινημάτων, (δ) την εθνικά, ανεξάρτητη, αυτόκεντρη ανάπτυξη, ιδιαίτερα ταχύρρυθμη κατά τόπους και ιστορικές περιόδους, χωρίς να βασίζεται στην εκμετάλλευση άλλων λαών και χωρών, (ε) τις κατακτήσεις για τις εργαζόμενες, λαϊκές τάξεις που συγκρίνονται ή και ξεπερνούν -επίσης κατά τόπους και ιστορικές περιόδους- αυτές που παρατηρούνται στις ανεπτυγμένες, ιμπεριαλιστικές χώρες, (στ) την ενίσχυση σε όλο τον κόσμο των εργατικών και λαϊκών κινημάτων για τέτοιες κατακτήσεις, αλλά και συνολικά για ειρήνη, δημοκρατία, ενάντια στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο, για τον πυρηνικό αφοπλισμό, (ζ) την πρόοδο σε θέματα διακρίσεων και αντιθέσεων εθνικιστικών, φυλετικών (ενάντια στον ρατσισμό) και φύλου (θέση και ρόλος της γυναίκας στην παραγωγή και στην κοινωνία), (η) την αντιφασιστική νίκη κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, στην οποία πρωταγωνίστησαν από όλες τις απόψεις (συμπεριλαμβανομένου του φόρου αίματος και των κάθε είδους καταστροφών) τόσο η ΕΣΣΔ όσο και ο κινεζικός λαός που αμέσως μετά έφερε εις πέρας την κινεζική επανάσταση, (θ) την ανάπτυξη του εργατικού και λαϊκού πολιτισμού.
Αντιμετωπίζουμε την ιστορική εμπειρία, το παρόν, και το μέλλον των σοσιαλιστικών επαναστάσεων και εγχειρημάτων από θέσεις υπεράσπισής τους από την επίθεση των δυνάμεων της παλινόρθωσης του καπιταλισμού και του ιμπεριαλισμού, με πνεύμα διεθνιστικής αλληλεγγύης, αλλά και συντροφικής κριτικής, προσβλέποντας στην παγκόσμια νίκη του σοσιαλισμού, στον κομμουνισμό. Επιδιώκουμε με ταπεινοφροσύνη τον επιστημονικό, θεωρητικό, πολιτικό διάλογο και την ανταλλαγή εμπειρίας με τα κομμουνιστικά κόμματα και αντιιμπεριαλιστικά κινήματα που διαχειρίζονται την κρατική εξουσία ή/και βρίσκονται στην πρώτη γραμμή της σύγκρουσης με τον ιμπεριαλισμό. Ιδιαίτερα εμπνεόμαστε από τον ηρωικό αγώνα του λαού της Κούβας που αντέχει εδώ και δεκαετίες αγωνιζόμενος με αξιοπρέπεια ενάντια στις υπονομευτικές προσπάθειες του ιμπεριαλισμού, στις παράνομες, διεθνείς κυρώσεις και το εμπάργκο, συνορεύοντας με τον πιο αδίστακτο και ισχυρό αντίπαλο, τον μεγαλύτερο εχθρό της ανθρωπότητας σύμφωνα με τα λόγια του Τσε Γκεβάρα, τον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό.



