Η συμβολή της κ.ο. ΑΝΑΣΥΝΤΑΞΗ στον πολιτικό διάλογο για την αποτίμηση της περιόδου 2010 – 2015

Η συμβολή της κ.ο. ΑΝΑΣΥΝΤΑΞΗ στον πολιτικό διάλογο για την αποτίμηση της περιόδου 2010 – 2015

Σκοπός του παρόντος σημειώματος είναι η συμβολή στο διάλογο γύρω από την ταραγμένη και εξαιρετικά, από πολιτικής απόψεως, σημαντική περίοδο 2010-2015.  Η περίοδος αυτή αξίζει πολιτικής αποτίμησης, διότι τα χρόνια εκείνα αποτέλεσαν τα πλέον οξυμένα από την άποψη της ταξικής πάλης στην Ελλάδα κατά τη μεταπολιτευτική περίοδο και μαζί με τις ευκαιρίες που ανέδειξαν, ταυτόχρονα απέδειξαν τα χρόνια πολιτικά και οργανωτικά προβλήματα του συνόλου των πολιτικών δυνάμεων που εντάσσονται στην αριστερά κομμουνιστική και μη.

Ως κ.ο. ΑΝΑΣΥΝΤΑΞΗ, η άποψη μας για την περίοδο, αν έπρεπε να διατυπωθεί με τον πλέον συνοπτικό τρόπο, είναι η ακόλουθη: «Η διεθνής καπιταλιστική κρίση που ξέσπασε το 2008-2009 ήταν η έκφραση των αντιφάσεων του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής και των νόμων κίνησής του, απόδειξη του ιστορικού και εφήμερου χαρακτήρα του καπιταλισμού, και η αντικειμενική βάση για την επαναστατική δράση του προλεταριάτου για την ανατροπή του καπιταλισμού.  Το τελευταίο αναδείχθηκε με τον πιο έντονο τρόπο, θετικό και αρνητικό, στην περίπτωση της Ελλάδας, η οποία αναδείχθηκε σε αδύναμο κρίκο της καπιταλιστικής αλυσίδας εξαιτίας της καπιταλιστικής κρίσης.» Ήδη το 2010 η κρίση οδηγούσε με γοργούς ρυθμούς, αφενός στη διάρρηξη των παραδοσιακών κοινωνικών συμμαχιών της αστικής τάξης και αφετέρου, ως αποτέλεσμα, σε κρίση του αστικού κομματικού-πολιτικού συστήματος.  Σαν συνέπεια, έμπαινε εξ’ αντικείμενου το ζήτημα της εξουσίας.  Η κατάσταση της κομμουνιστικής Αριστεράς ωστόσο, τόσο οργανωτικά όσο και πολιτικά ήταν τέτοια που δεν επέτρεπε να καταστεί αυτό αντιληπτό.  Έτσι, το αποτέλεσμα ήταν, ότι όταν στα τέλη του 2011 δημιουργήθηκαν συνθήκες που αντιστοιχούν σε επαναστατική κατάσταση, καμιά πολιτική δύναμη να μην είναι σε θέση να διατυπώσει συγκεκριμένη πολιτική πρόταση και τακτική για να διεκδικήσει την εξουσία, αφήνοντας επί του πρακτέου το εργατικό κίνημα ακέφαλο και χωρίς προοπτική.  Συνέπεια όλων των παραπάνω ήταν να εκμεταλλευτεί το πολιτικό κενό ο μέχρι τότε ανυπόληπτος ΣΥΡΙΖΑ και να καταστεί με αστραπιαίο τρόπο δύναμη διεκδίκησης της κυβέρνησης.  Η νομοτελειακή κατάρρευση της αριστερής κυβέρνησης που προέκυψε, σε συνδυασμό με τον επίμονο πολιτικό αναχωρητισμό των κομμουνιστών, κατέληξε σε σφοδρή ήττα του εργατικού κινήματος.

Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή.

 

1. Καθοδόν προς το πρώτο μνημόνιο.

Τα κρισιακά-εκφυλιστικά χαρακτηριστικά του πολιτικού-κομματικού συστήματος της χώρας μπορούν εντοπιστούν ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του 1980 αρχές δεκαετίας 1990.  Το ΚΚΕ συνταράσσεται από την πτώση της ΕΣΣΔ και της εσωκομματικής κρίσης που διέρχεται με τις συγκυβερνήσεις και τη συνακόλουθη διάσπασή του, ενώ σε ό, τι αφορά τα αστικά κόμματα εξουσίας, αυτά στην ουσία έχουν μετατραπεί σε μηχανισμούς λεηλασίας δημοσίου χρήματος.  Βεβαίως, μέσω αυτών των κομμάτων συγκροτείται και η συμμαχία της αστικής τάξης ως ηγέτιδας κοινωνικής δύναμης με ορισμένα στρώματα της μισθωτής εργασίας.  Κατά τη διάρκεια όλη της προμνημονιακής περιόδου, σκληρός πυρήνας της συμμαχίας αυτής ήταν οι μισθωτοί του δημοσίου στους οποίους τόσο η ΝΔ όσο και το ΠΑΣΟΚ είχαν μεγάλη επιρροή.  Στο συνδικαλιστικό επίπεδο δε, κυρίαρχο ρόλο διαδραμάτιζε η ΠΑΣΚΕ η ο οποία πετύχαινε ορισμένες βελτιώσεις μισθολογικού τύπου ειδικά στους εργαζομένους του ιδιωτικού τομέα.  Σε αυτό το πλαίσιο και η αριστερά διαδραμάτιζε έναν μικρό ρόλο, κυρίως ως πιο μαχητική και βεβαίως έντιμη δύναμη.

Το 2008 όμως και στο πλαίσιο πια της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης, τα πράγματα αρχίζουν να αλλάζουν.  Η κυβέρνηση Καραμανλή, αν και προσπάθησε να διατηρήσει της δεδομένες συμμαχίες, εν τέλει υπό το βάρος του Δεκεμβρίου του 2008, των διαφόρων σκανδάλων αλλά και της διαφαινόμενης χρεοκοπίας εξαιτίας της εκτόξευσης του δημοσιονομικού ελλείμματος, οδηγείται σε ήττα στις εκλογές (με ενδιάμεσο σταθμό τις ευρωεκλογές του ιδίου έτους), του Οκτωβρίου του 2009, στις οποίες επικράτησε με συντριπτικό τρόπο το ΠΑΣΟΚ του «λεφτά υπάρχουν».

Οι εκλογές του Οκτωβρίου όμως σήμαναν ταυτόχρονα και την καταβύθιση της ΝΔ σε μια εσωκομματική κρίση, ως αποτέλεσμα της σύγκρουσης δύο διαφορετικών στρατηγικών.  Από την μία, ήταν ο Α. Σαμαράς, ο οποίος, μέσω του «Ζάππειο» 1 και 2, υποστήριζε επί της ουσίας ότι μέτρα λιτότητας δεν ήταν αναγκαία να παρθούν για να την έξοδο από την κρίση.  Από την άλλη, ήταν η Ντ. Μπακογιάννη, η οποία κατανοούσε ότι η πολιτική της λιτότητας και γενικώς της απαξίωσης της εργασίας, που αργότερα εκφράστηκε με τα μνημόνια σε πλήρη έκταση, ήταν μονόδρομος, αν η χώρα ήταν να παραμείνει στο πλαίσιο του υπάρχοντος κοινωνικού, οικονομικού και γεωπολιτικού status quo.  Αξίζει να σημειωθεί ότι ελάχιστοι αστοί πολιτικοί είχαν κατανοήσει εκείνη την εποχή το βάθος της κρίσης και άρα ποια κατάσταση αντιμετώπιζαν.  Ανάλογη βέβαια ήταν και η άγνοια που παρουσίαζε η Αριστερά, σε όλες τις της εκδοχές, ως προς την κατανόηση της κρίσης με χαρακτηριστικό το γεγονός της παντελούς έλλειψης αναφοράς στην κρίση, στις συνέπειες και στα αίτιά της, στον προεκλογικό λόγο των συνδυασμών της Αριστεράς στις εκλογές του Οκτωβρίου.

Η κρίση η οποία βρισκόταν σε πλήρη εξέλιξη οδήγησε σε κατάρρευση των δημοσίων εσόδων, στη ραγδαία αύξηση του ελλείμματος και των επιτοκίων δανεισμού, θέτοντας για πρώτη φορά, με αγρίως πραγματικούς όρους, το ενδεχόμενο της χρεοκοπίας μια χώρας της Ευρωζώνης.  Αυτό οδηγεί στην συγκρότηση του ευρωπαϊκού μηχανισμού χρηματοπιστωτικής σταθερότητας που θα αναλάβει τη στήριξη της χώρας και έτσι φτάνουμε στο Καστελόριζο στις 23 Απριλίου του 2010, όπου ξεκινά και τυπικά η περίοδος των μνημονίων.

Η βάρβαρη ταξική πολιτική που συμπυκνώθηκε στον όρο μνημόνιο, αποτέλεσε την μοναδική λύση για τον αστισμό στη χώρα που του προσέφεραν οι ευρωπαίοι σύμμαχοί του.  Βεβαίως, η διάσωση από τη χρεοκοπία είχε και το κόστος της.  Για παράδειγμα, αναγκάστηκε η αστική τάξη να παραδώσει μέρος της εθνικής της κυριαρχίας, να συρρικνωθεί η εσωτερική αγορά, να σπάσει τις συμμαχίες της με τους μισθωτούς και με ορισμένη μερίδα των μικροαστικών στρωμάτων και να υποβαθμιστεί στην ιμπεριαλιστική αλυσίδα.

 

2. Η κρίση βαθαίνει, η επαναστατική κατάσταση διαμορφώνεται

Απέναντι στην πρωτοφανή επίθεση που δέχεται από τα μνημονιακά μέτρα, η εργατική τάξη αντιδρά με κλαδικές και πανελλαδικές απεργίες και διαδηλώσεις.  Κάτω από το βάρος των κινητοποιήσεων της περιόδου, ακόμα και οι γραφειοκρατικές ηγεσίες της ΓΣΕΕ και ΑΔΕΔΥ προκηρύσσουν αλλεπάλληλες απεργίες και επιχειρούν με πλάγια μέσα να πετύχουν κάποιες εξαιρέσεις από την λαίλαπα των περικοπών, οι οποίες όμως θα προβούν εν γένει άκαρπες, καθώς θα σαρωθούν από την κλιμάκωση της εφαρμογής του μνημονίου.  Στο μεταξύ, στο επίπεδο των πολιτικών δυνάμεων, ουδεμιάς εξαιρουμένης, συνεχίζουν να επικρατούν αυταπάτες και αμηχανία.  Η ΝΔ με το «Ζάππειο» υποστηρίζει ότι με ένα άλλο μείγμα διαχείρισης θα επιστρέψουμε σύντομα και εύκολα στην προμνημονιακή κατάσταση.  Η Αριστερά πάλι θεώρησε ότι το μνημόνιο αποτελεί απλώς μια ποσοτικού χαρακτήρα κλιμάκωση της, ούτως η άλλως, υπαρκτής –τουλάχιστον από το 1985 – πολιτικής λιτότητας.  Ακριβώς αυτή η αντίληψη καθόρισε και την πολιτική στάση και πρακτική της.  Το γεγονός ότι δεν κατάλαβε εγκαίρως ότι το μνημόνιο αποτελούσε ποιοτική αλλαγή του πολιτικο-οικονομικού πλαισίου και ότι συνιστούσε ζήτημα «ζωής ή θανάτου» για την αστική τάξη, την οδήγησε στο να θέσει ως στόχο, όχι το ζήτημα της εξουσίας, που η ίδια η πραγματικότητα προήγαγε στο προσκήνιο, αλλά την ανάπτυξη κινημάτων διαμαρτυρίας και απόκρουσης της μνημονιακής πολιτικής.  Αδυνατούσε να κατανοήσει ότι στις νέες συνθήκες, το οποιοδήποτε αντιλαϊκό μέτρο προέβλεπε το μνημόνιο μπορούσε να αποτραπεί μόνο με ανατροπή της αστικής εξουσίας.  Ταυτόχρονα την περίοδο 2010-2011 οι αδυναμίες της αριστεράς θα εκφραστούν και στο πλαίσιο της συζήτησης για τον χαρακτήρα της κρίσης που όμως δεν καταλήγει σχεδόν ποτέ σε πολιτικούς στόχους.  Κορυφαίο παράδειγμα από αυτή την άποψη είναι οι διάφορες τοποθετήσεις που έγιναν τότε γύρω από το πρόγραμμά και κυρίως ως προς την κεντρικότητα του συνθήματος της διαγραφής του χρέους, το οποίο θα αντιμετωπιστεί είτε αδιάφορα και δύσπιστα είτε και εχθρικά.  Λίγο αργότερα βεβαίως, η σημασία της διαγραφής του χρέους, και ανεξάρτητα από τι κατανοούσε κανείς με αυτό το σύνθημα, θα καταστεί κοινός τόπος στην Αριστερά πράγμα που σαφώς αποτέλεσε μια θετική εξέλιξη της περιόδου.

Το έτος 2010 κλείνει με όλους τους οικονομικούς δείκτες να προμηνύουν ότι ο τυφώνας κλιμακώνεται.  Ενδεικτικά το ΑΕΠ μειώθηκε κατά 5,5%, ενώ η ανεργία με βάση τα τότε στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ ανερχόταν στο 13,9%, παρουσιάζοντας αύξηση 3,3% σε σχέση με το 2009.  Η κατρακύλα κλιμακώθηκε το 2011, με την ανεργία να αγγίζει το 18% ενώ η απότομη πτώση του βιοτικού επιπέδου της εργατικής τάξης και η ραγδαία καταστροφή των μεσαίων στρωμάτων αποτελούσαν εν ενεργεία πραγματικότητα.  Η εργατική τάξη συνεχίζει να αντιστέκεται με συνεχείς απεργίες συγκεντρώσεις και διαδηλώσεις, ενώ τα συνθλιμμένα μεσαία στρώματα μάχονται κι αυτά.  Κορυφαία στιγμή του εργατικού κινήματος την χρονιά εκείνη ήταν οι δύο 48ωρες απεργίες (28-29/6 και 19-20/10), ενώ σε ό, τι αφορά τα μεσαία στρώματα το κίνημα των πλατειών θα αποτελέσει τη μορφή με την οποία θα κορυφωθεί η δική τους αντίδραση.

Το κίνημα των πλατειών αλληλοτροφοδοτείται και ενισχύει το απεργιακό κίνημα.  Η 48ωρή του Ιουνίου έχει πολύ μεγάλη επιτυχία και καταλήγει να ενωθεί σε μια τεράστια συγκέντρωση στην πλατεία Συντάγματος, όπου και θα δεχτεί δολοφονική επίθεση από τις δυνάμεις της αστυνομίας και τις δύο μέρες.  Παρόλα αυτά πετυχαίνει να κλονίσει την κυβέρνηση πράγμα που αποδεικνύεται από το κάλεσμα Παπανδρέου σε Σαμαρά για τον σχηματισμό κυβέρνησης συνεργασίας.  Ο Σαμαράς θα απορρίψει την πρόταση και έτσι το ΠΑΣΟΚ θα συνεχίσει μόνο του.  Το καλοκαίρι το κίνημα των πλατειών φθίνει και τελειώνει τον Ιούλιο με την παρέμβαση της αστυνομίας.  Ωστόσο, το απεργιακό κίνημα επανέρχεται αμέσως μετά το καλοκαίρι με αμείωτη δυναμικότητα.  Κορυφαίες στιγμές υπήρξαν η μεγαλειώδης 48ωρη απεργία στις 19-20 Οκτωβρίου, μια από τις μεγαλύτερες στην ιστορία του ελληνικού εργατικού κινήματος με συμμετοχή 500.000 διαδηλωτών, η οποία θα σημαδευτεί από τον θάνατο ενός μέλους του ΠΑΜΕ και του ΚΚΕ ως αποτέλεσμα της καταστολής και των χημικών της αστυνομίας  Δεύτερη ανάλογη στιγμή, ορόσημο του αγώνα ενάντια στην μνημονιακή πολιτική, ήταν η ματαίωση της παρέλασης της 28ης Οκτωβρίου στη Θεσσαλονίκη.

Απέναντι στην αγωνιζόμενη εργατική τάξη και σε ένα κίνημα που ολοένα και φουντώνει, η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ βρίσκεται σε πανικό και τελεί πλέον υπό κατάρρευση.  Παράλληλα, οι στόχοι που έχει επιβάλλει το μνημόνιο αποτυγχάνουν και η ύφεση αρχίζει να λαμβάνει τεράστιες διαστάσεις.  Οι δανειστές ζητούν νέα μέτρα και ο λαός βρίσκεται στα πρόθυρα της επαναστατικής έκρηξης.  Είναι ακριβώς αυτή η συγκυρία μέσα στην οποία το αστικό πολιτικό σκηνικό αποκτά συνείδηση του μνημονιακού μονόδρομου.  Η ΝΔ είναι στριμωγμένη, καθώς πιέζεται να κάνει στροφή 180 μοιρών από τα όσα υποσχόταν, ενώ ο χρόνος πιέζει.  Ο πανικός που επικρατεί στα αστικά επιτελεία θα εκφραστεί με την πρόταση Παπανδρέου στις 31 Οκτωβρίου για δημοψήφισμα.  Η πρόταση αυτή θα προκαλέσει πανικό στις αγορές και τη λυσσασμένη αντίδραση των ευρωπαίων ηγετών.  Ο κίνδυνος από μια τέτοια εξέλιξη ήταν σαφής: Το δημοψήφισμα θα αφορούσε την έγκριση του προγράμματος στήριξης που συμφωνήθηκε με το PSI, πράγμα που πολιτικά όλοι οι αστοί πολιτικοί κατανοούσαν ότι επί της ουσίας θα αφορούσε την πορεία της χώρας.  Έτσι ένα ενδεχόμενο και πολύ πιθανό βέβαια ΟΧΙ θα έριχνε λάδι στη φωτιά του κινήματος και θα δημιουργούσε μια ανεξέλεγκτη κατάσταση στη χώρα.  Παρά το γεγονός ότι τελικά το δημοψήφισμα δεν έγινε ποτέ, αυτό που πέτυχε ο Παπανδρέου ήταν να σύρει τη ΝΔ στο μνημονιακό μπλοκ και να αποκρυσταλλώσει την κοινή συνείδηση πια του αστικού πολιτικού συστήματος γύρω από την ανάγκη αταλάντευτης και απαρέγκλιτης παραμονής στον μνημονιακό δρόμο σε μια κυβέρνηση-μέτωπο (ΠΑΣΟΚ, ΝΔ, ΛΑΟΣ) με πρωθυπουργό τον Παπαδήμο στις 11 Νοεμβρίου.  Έτσι ο Παπανδρέου κατόρθωσε στήσει ένα πάνοπλο αστικό μέτωπο για να αντιμετωπίσει το εργατικό κίνημα, την επαναστατική κατάσταση που είχε δημιουργηθεί και τον σαφή κίνδυνο μια εργατικής επαναστατικής ανάφλεξης.  Πέραν όλων αυτών όμως, η πρόταση για δημοψήφισμα η οποία λειτούργησε εκβιαστικά για την ΝΔ, εκβιασμός που από τα πράγματα αποδείχθηκε επιτυχημένος, στόχο είχε και την εξ αριστερών αντιπολίτευση.  Μπροστά στην προοπτική ενός τέτοιου δημοψηφίσματος τα μεγάλα λόγια και οι συνδικαλιστικοί αγώνες τελείωναν για την Αριστερά.  Η Αριστερά θα όφειλε να παρουσιάσει το δικό της πολιτικό σχέδιο, αν βεβαίως διέθετε κάτι τέτοιο, και να δώσει τη μάχη του δημοψηφίσματος και τη συνακόλουθη μάχη για την εξουσία.  Αντ’ αυτού φυσικά, η Αριστερά, σχεδόν στο σύνολό της (υπήρξαν ελάχιστες εξαιρέσεις) ,υποδέχτηκε με τρόμο την πρόταση για δημοψήφισμα, κάνοντας επίδειξη της ανεπάρκειάς της χαρακτηρίζοντάς την αποπροσανατολιστική.  Η αριστερά έκανε αυτό που τις αναλογούσε, δυστυχώς, και στοιχήθηκε πίσω από τις αστικές δυνάμεις ζητώντας εκλογές.

 

2.1 Ειδικά για την επαναστατική κατάσταση  του 2011

Η επαναστατική κατάσταση κατά Λένιν προσδιορίζεται στη βάση τριών ουσιωδών χαρακτηριστικών. Με τα λόγια του ιδίου:

«1) Η αδυναμία των κυρίαρχων τάξεων να διατηρήσουν σε αναλλοίωτη μορφή την κυριαρχία τους· η μία είτε η άλλη κρίση των «κορυφών», η κρίση της πολιτικής της κυρίαρχης τάξης που δημιουργεί ρωγμή, απ’ όπου εισχωρεί η δυσαρέσκεια και ο αναβρασμός των καταπιεζόμενων τάξεων. Συνήθως, για να ξεσπάσει η επανάσταση, δεν είναι αρκετό  «τα κάτω στρώματα να μην θέλουν», μα χρειάζεται ακόμη και «οι κορυφές να μην μπορούν» να ζήσουν όπως παλιά. 2) Επιδείνωση, μεγαλύτερη από τη συνηθισμένη, της ανέχειας και της αθλιότητας των καταπιεζόμενων τάξεων. 3) Σημαντικό ανέβασμα για τους παραπάνω λόγους της δραστηριότητας των μαζών που σε «ειρηνική» εποχή αφήνουν να τις ληστεύουν ήσυχα, ενώ σε καιρούς θύελλας τραβιούνται τόσο απ’ όλες τις συνθήκες της κρίσης, όσο και από τις ίδιες τις «κορυφές» σε αυτοτελή ιστορική δράση.»[1]

Ως κ.ο. ΑΝΑΣΥΝΤΑΞΗ θεωρούσαμε και θεωρούμε ότι όσα περιγράφονται στα παραπάνω λόγια του Λένιν, αποκτούσαν σάρκα και οστά εκείνη την περίοδο στη χώρα, αρχής γενομένης από την 48ωρη απεργία του Ιουνίου. Ήδη έχει περιγραφεί η κατάσταση στην οποία βρισκόμασταν εκείνη την περίοδο, όποτε ας ανακεφαλαιώσουμε:

  • Απότομη πτώση του βιοτικού επιπέδου του λαού και συνακόλουθη ανάπτυξη της κινηματικής του δραστηριότητας.
  • Οι «κάτω» όπως και οι από πάνω, οι «αστικές κορυφές» δεν μπορούσαν να συνεχίσουν να ζουν όπως παλιά ως φάνηκε, καθώς οι κοινωνικές συμμαχίες που εξασφάλιζαν την κοινωνική ειρήνη είχαν πλέον διαλυθεί. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι σε αυτό πλαίσιο η αστική τάξη αξιοποίησε και το χαρτί του φασισμού με την ξετσίπωτη στήριξη και ενίσχυση της ΧΑ η οποία μέσα σε ελάχιστο χρονικό διάστημα από περιθωριακή νεοναζιστική γκρούπα έγινε κόμμα με κοινοβουλευτικές αξιώσεις.
  • Δημιουργήθηκαν οι «ρωγμές» στις αστικές «κορυφές» από τις οποίες εισχωρούσε ο αναβρασμός του λαού. Ποιες ήταν αυτές οι ρωγμές;  Ήταν οι διαφορετικές στρατηγικές διαχείρισης της δυσαρέσκειας και των αγώνων που αρχικώς, σε πρώτη φάση εκφράστηκε στην εσωκομματική αντιπαράθεση και κρίση της ΝΔ.  Εν συνεχεία, όπως ήδη περιγράφηκε νωρίτερα, η ρωγμή αυτή άρχισε να αποκτά πιο ουσιαστικό χαρακτήρα καθώς η τακτική του Σαμαρά να αρθρώνει αντιμνημονιακό λόγο εν τέλει νομιμοποιούσε «το πεζοδρόμιο», τροφοδοτώντας αυταπάτες και υπονομεύοντας το αστικό σχέδιο.  Οι μάζες λοιπόν εξωθούνταν σε «αυτοτελή ιστορική δράση» τόσο από τις αντικειμενικές κρισιακές συνθήκες, όσο όμως και από τις «αστικές κορυφές».

Η ως άνω αντικειμενικώς προσδιορισμένη επαναστατική κατάσταση δεν θα μπορούσε όμως ποτέ να μετατραπεί σε επαναστατική κρίση, εν τη απουσία επαναστατικού πολιτικού φορέα.  Καμιά δύναμη εκείνη την εποχή δεν έθεσε το ζήτημα της εξουσίας, ούτε φυσικά και πολιτική γραμμή αντίστοιχη ενός τέτοιου ζητήματος.  Η μοναδική πολιτική γραμμή που απαντούσε στην επαναστατική κατάσταση ήταν αυτή της εργατικής κυβέρνησης, την οποία ως κ.ο. ΑΝΑΣΥΝΤΑΞΗ είχαμε επεξεργαστεί στην 3η  Συνδιάσκεψη της οργάνωσης στα μέσα του 2010.  Έτσι, από την στιγμή που καμία κομμουνιστική δύναμη δεν επεδίωξε την κατάκτηση της εξουσίας με οποιονδήποτε τρόπο, βαθμιαία και αναμενόμενα η πίεση προς την αστική τάξη υποχώρησε.

Ακριβώς λοιπόν σε αυτό το πολιτικό πλαίσιο και με δεδομένη την εκκωφαντική ανεπάρκεια των κομμουνιστικών δυνάμεων απάντηση στο ζήτημα της εξουσίας έδωσε…. ο Αλέξης Τσίπρας και το μικροαστικό, ετερόκλητο μόρφωμα που λέγεται ΣΥΡΙΖΑ.  Η γραμμή της «αριστερής κυβέρνησης» εμφανίστηκε ακριβώς στα τέλη του 2011 για να καταστεί αρκετά αργότερα βασικό πολιτικό σύνθημα του ΣΥΡΙΖΑ, λίγο πριν τις εκλογές του Μαΐου του 2012.

 

3. Η υποχώρηση του κινήματος, οι εκλογές του Μαΐου-Ιουνίου, και η πορεία ως τον Γενάρη του 2015

            Αν ένα πράμα πέτυχε κατ’ απόλυτο τρόπο η κυβέρνηση Παπαδήμου, αυτό ήταν η εδραίωση της άποψης ότι απλές κι εύκολες λύσεις πλέον δεν υπάρχουν.  Πόσο μάλλον λύσεις που να προέρχονται από τον παραδοσιακό δικομματισμό.  Η απουσία άμεσης και ορατής πολιτικής λύσης έχει καταλυτική επίδραση στο κίνημα του οποίου η ρώμη και η φόρα υποχωρούν με ταχύτατους ρυθμούς.  Παράλληλα όμως οι προσδοκίες έχουν ήδη αρχίσει να στρέφονται στα αριστερά του πολιτικού φάσματος και, καθώς μόνον ο ΣΥΡΙΖΑ έθεσε τον στόχο της κυβέρνησης, εκτοξεύτηκε εκλογικά.

Έτσι λοιπόν φτάνουμε στις εκλογές του Μαΐου, οι οποίες είχαν ένα και βασικό διακύβευμα: Το εάν και κατά πόσον οι μνημονιακές δυνάμεις θα ήταν σε θέση την επομένη των εκλογών να σχηματίσουν ισχυρή κυβέρνηση που θα συνέχιζε να κυβερνά απρόσκοπτα.  Η εργατική τάξη αυτό το κατάλαβε μαυρίζοντας τις μνημονιακές δυνάμεις πετυχαίνοντας να μην είναι εφικτός ο σχηματισμός κυβέρνησης.[2]

Δεδομένου του συσχετισμού δύναμης που προέκυψε τον Μάιο, οι εκλογές του Ιουνίου του 2012 είχαν έναν αναβαθμισμένο χαρακτήρα και ανάλογα σημαντικό διακύβευμα, καθώς από αυτές θα μπορούσαν να προκύψουν τα εξής δυο σενάρια:

  • Νίκη ενός αστικού μνημονιακού κόμματος. Πράγμα που θα αποτελούσε σοβαρή ήττα.
  • Νίκη του ΣΥΡΙΖΑ, ο οποίος υιοθετούσε έναν κεντρικό στόχο, την κατάργηση των μνημονίων, που όμως μπορούσε μόνο επαναστατικώ τω τρόπω να επιτευχθεί.

            Το δεύτερο ενδεχόμενο θα οδηγούσε σε μια περίοδο πολιτικής αστάθειας και θα δημιουργούσε μια μεγάλη ευκαιρία για τους επαναστάτες, καθώς ο συνδυασμός ενός επαναστατικού στόχου και ενός προγράμματος εκτός τόπου και χρόνου θα καθιστούσε την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ βραχύβια.  Αυτό θα ήταν αποτέλεσμα του γεγονότος ότι ο ΣΥΡΙΖΑ θα αναγκαζόταν να υπαναχωρήσει από τον διακηρυγμένο κεντρικό του στόχο, να αφήσει εκτεθειμένη την εκλογική του βάση και έτσι να καταρρεύσει.  Από αυτή την άποψη, λοιπόν, μονόδρομος για τους κομμουνιστές ήταν να συμβάλλουν στην πραγματοποίηση του δεύτερου σεναρίου.  Δυστυχώς, και πάλι κανείς δεν έπραξε προς αυτή την κατεύθυνση συμπεριλαμβανομένων ημών.  Η αστική τάξη, από την άλλη, κατανοούσε ότι μια πιθανή νίκη του ΣΥΡΙΖΑ θα δυναμίτιζε την κατάσταση γι’ αυτό και επιδόθηκε σε μια πρωτοφανή εκστρατεία τρομοκρατίας της εργατικής τάξης και του λαού.  Εκστρατεία η οποία εν πολλοίς πέτυχε, όπως δείχνουν τα εκλογικά αποτελέσματα.

Τα 2μιση χρόνια της κυβέρνησης Σαμαράς-Βενιζέλου που ακολούθησαν μέχρι τις εκλογές του Γενάρη του 2015, ήταν μια περίοδος κινηματικής νηνεμίας με εξαίρεση τις μαζικές αντιφασιστικές πορείες μετά τη δολοφονία Φύσσα.  Βεβαίως έγιναν πάρα πολλοί μικροί ή μεγαλύτεροι αμυντικοί αγώνες με μερικό ή τοπικό χαρακτήρα οι οποίοι σε κάποιες περιπτώσεις σημείωσαν επιτυχία.  Η κυβέρνηση όμως δεν είχε να αντιμετωπίσει ένα κίνημα ανάλογο με αυτό του 2010-12.  Η εργατική τάξη πλέον περίμενε τις επόμενες εκλογές, έχοντας ποντάρει τα «ρέστα» της στην κυβερνητική αλλαγή και στον Α. Τσίπρα, τον οποίο οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ως βέβαιο νικητή.

Στο πλαίσιο της ίδιας περιόδου, της περιόδου Σαμαρά, όλες οι πολιτικές δυνάμεις της Αριστεράς τηρούν στάση αναμονής για την επερχόμενη κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ.  Σε ό, τι αφορά την πολιτική συζήτηση είναι ενδεικτικό ότι απουσιάζουν σοβαρές εκτιμήσεις για την αλλαγή της κατάστασης, ενώ κυριαρχεί η άποψη ότι ο ΣΥΡΙΖΑ αποτελεί ένα «νέο ΠΑΣΟΚ» και η ανέξοδη κριτική ότι «θα κινηθεί στα πλαίσια της αστικής πολιτικής».  Κανείς δεν έκανε την εκτίμηση ότι ο ΣΥΡΙΖΑ θα υποταχτεί στην μνημονιακή πολιτική και βεβαίως κανείς δεν έκανε εκτιμήσεις για το τι μπορεί να σημαίνει αυτό.  Όλοι θεωρούσαν ρητά ή άρρητα ότι ο ΣΥΡΙΖΑ πιθανά «κάτι θα δώσει».  Ουδείς αντιλαμβανόταν ότι τα περιθώρια της αστικής πολιτική ορίζονται απολύτως από τα περιθώρια του καπιταλισμού στην εκάστοτε συγκυρία και φυσικά η συγκυρία του 2015 δεν ήταν ευνοϊκή.  Σε ό, τι αφορά εμάς, επιμέναμε ότι ο ΣΥΡΙΖΑ θα υποταχθεί στο μνημονιακό πλαίσιο και θα καταρρεύσει.  Αυτό που προσπαθούσαμε να εκτιμήσουμε συνεπώς ήταν τον τρόπο με τον οποίο θα τελείωνε η αριστερή κυβέρνηση και το τι θα την αντικαθιστούσε.  Επισημαίναμε ότι «η τροπή που θα πάρουν τα πράγματα δεν είναι δεδομένη, θα εξαρτηθεί από τον υποκειμενικό παράγοντα και τελικά θα κριθεί από τη στάση της εργατικής τάξης, από το αν θα δείξει την απαιτούμενη αυτενέργεια ή θα κυριαρχήσει η παθητικότητα, κάτι που όμως επίσης εξαρτάται από τον υποκειμενικό παράγοντα και από τις πολιτικές πρωτοπορίες» (Απόφαση Π.Ε. 16/2/2014). Συνεπώς οι επερχόμενες εκλογές έπρεπε να αξιοποιηθούν έτσι ώστε η εργατική τάξη να βρεθεί στην βέλτιστη δυνατή θέση μάχης.

Με ενδιάμεσους σταθμούς τις δημοτικές-περιφερειακές εκλογές και τις ευρωεκλογές του 2014, στις οποίες ο ΣΥΡΙΖΑ κατακτά την πρώτη θέση, φθάνουμε στον Γενάρη του 2015.  Στις εκλογές αυτές το διακύβευμα είναι η νίκη του ΣΥΡΙΖΑ, καθώς αυτός ήταν ο μοναδικός δρόμος που υπήρχε πλέον για να ανοίξει ένας δρόμος συγκρούσεων στην οποία θα ξανά έμπαινε, με βάση τις εκτιμήσεις μας, στην ημερήσια διάταξη το ζήτημα της εξουσίας.  Στις εκλογές ο ΣΥΡΙΖΑ κατακτά την πρώτη θέση με το «χλιαρό» ποσοστό του 36,4% και 2.445.000 ψήφους.  Τα νούμερα αυτά καταδεικνύουν ότι ο ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι σε θέση να διαμορφώσει μαζικό πολιτικό ρεύμα, ενώ παράλληλα εκφράζεται και το γεγονός ότι ο ΣΥΡΙΖΑ παρέμενε ένα κεφάλι χωρίς σώμα καθώς δεν είχε καμία γείωση στην νεολαία και στους χώρους δουλειάς.

 

4. Το δημοψήφισμα

Παρά το γεγονός ότι η εκλογή ΣΥΡΙΖΑ δεν οδήγησε εν τέλει σε ανάταση του κινήματος δεδομένης της αμήχανης στάσης της αριστεράς αλλά και του ότι η τακτική «της σκληρής διαπραγμάτευσης» έχει μεγάλη λαϊκή αποδοχή, εν τούτοις τα καύσιμα της διαπραγμάτευσης αυτής τελείωναν και άρα ετίθετο το ζήτημα του πώς ο ΣΥΡΙΖΑ θα το «γυρίσει» στην μνημονιακή εφαρμογή.  Η απάντηση στο ερώτημα ήρθε με την προκήρυξη του δημοψηφίσματος.  Η ηγετική ομάδα του ΣΥΡΙΖΑ προκήρυξε το δημοψήφισμα ευελπιστώντας σε ένα οριακό αποτέλεσμα που θα της επέτρεπε να κάνει την «κωλοτούμπα» της  αναίμακτα.  Το δημοψήφισμα ήταν η ειδική μορφή με την οποία εκφράστηκε το αδιέξοδο της πολιτικής του ΣΥΡΙΖΑ και η νομοτελειακή υποταγή του στο μνημονιακό πλαίσιο.

Με την προκήρυξη του δημοψηφίσματος η αστική τάξη της χώρας και το σύνολο του πολιτικού και διοικητικού προσωπικού της βρέθηκε άμεσα επί ποδός πολέμου αναλαμβάνοντας την υποστήριξη του ΝΑΙ.  Σε αυτή την τροχιά κινήθηκαν και οι ευρωπαίοι ηγέτες θέτοντας σε αυτό τον σκοπό το σύνολο των μέσω που διέθεταν με κορυφαίο παράδειγμα τα capital controls.  Η αστική τάξη είχε αντιληφθεί απολύτως την ουσία του δημοψηφίσματος και τους κινδύνους που θα είχε μια πιθανή νίκη του ΟΧΙ, το οποίο ταύτιζαν με την έξοδο από την ΕΕ.  Γι’ αυτό και δεν άφησε τα πράγματα στην μοίρα τους αλλά αντίθετα λάμβανε τα μέτρα της.[3]  Δυστυχώς, αυτή η ετοιμότητα δεν χαρακτήρισε και την αριστερά ούτε τον ΣΥΡΙΖΑ.  Το ΚΚΕ αρνήθηκε να στηρίξει το ΟΧΙ, ο ΣΥΡΙΖΑ δεν συγκρότησε επιτροπές του ΟΧΙ, ενώ η ΑΝΤΑΡΣΥΑ αρνήθηκε να μπει σε κοινές επιτροπές με τον ΣΥΡΙΖΑ.  Ελάχιστες δυνάμεις του εξωκοινοβουλίου, συμπεριλαμβανομένης και της κ.ο. ΑΝΑΣΥΝΤΑΞΗ και ο ΣΥΡΙΖΑ έμειναν στις επιτροπές.  Έτσι το ΟΧΙ έμεινε χωρίς επαναστατική ηγεσία.

Τελικά το ΟΧΙ κερδίζει πανηγυρικά με 61,3%, γεγονός που αποτέλεσε μεγάλη ταξική νίκη και χτύπημα για την αστική τάξη αλλά και για την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ.  Αυτό το ΟΧΙ όμως ήταν ασαφές και με δεδομένο το ότι η ισχυρότερη δύναμη που υπήρχε και ήταν σε θέση να του προσδώσει περιεχόμενο ήταν η ηγετική ομάδα του ΣΥΡΙΖΑ, ο Τσίπρας μπόρεσε χωρίς πρόβλημα να το νοηματοδοτήσει με την υπογραφή ενός νέου μνημονίου.

Αμέσως μετά το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος, η αστική τάξη και το πολιτικό της προσωπικό έκανε σαφές ότι δεν θα άφηνε τα πράγματα στην τύχη τους. Προετοιμαζόταν διάσπαση του ΣΥΡΙΖΑ και ανατροπή της κυβέρνησής του στην περίπτωση που δεν θα υπέγραφε συμφωνία ο Τσίπρας.  Παράλληλα, γίνονταν κινήσεις για λαϊκή κινητοποίηση ενάντια στην «κυβέρνηση που θα μας έβγαζε από την Ευρώπη», ενώ πάρθηκαν μέτρα για παρέμβαση του στρατού σε περίπτωση που τα πράγματα ξέφευγαν, όπως σχεδόν ομολόγησε ο Στουρνάρας σε συνέντευξή του.  Η αστική τάξη ήταν αποφασισμένη να κρατήσει τα προνόμιά της με αίμα.  Δεν χρειάστηκε όμως να χρησιμοποιήσει τα όπλα της.  Αρκούσε η επίδειξή τους για να γονατίσει μια κυβέρνηση που δεν είχε κανένα σχέδιο.

 

5. Οδεύοντας προς τις εκλογές του Σεπτεμβρίου του 2015 και το κλείσιμο του κύκλου

Η υποταγή Τσίπρα στους δανειστές και η υπογραφή του νέου μνημονίου οδήγησε σε κρίση τον ΣΥΡΙΖΑ.  Η κατακραυγή του ίδιου του Τσίπρα, όσο και της όλης ηγετικής ομάδας διαπερνούσε καθέτως το σύνολο του κόμματος, ενώ και στη συνείδηση της εργατικής τάξης ο ΣΥΡΙΖΑ απονομιμοποιείται.  Το αντικειμενικό καθήκον λοιπόν που ετίθετο ήταν η ανατροπή της συμφωνίας και ο δρόμος της ρήξης.  Ως εκ τούτου, οι κομμουνιστές και όσες δυνάμεις το κατανοούσαν αυτό, όφειλαν να διαμορφώσουν πολιτικό σχέδιο για τη διεκδίκηση  της λαϊκής εντολής που πρόδωσε η κυβέρνηση.  Ελάχιστοι όμως το καταλάβαιναν αυτό.  Το κύριο βάρος της ευθύνης βέβαια, έπεφτε στην Αριστερή Πλατφόρμα.  Η διάσπαση εν τέλει του ΣΥΡΙΖΑ έγινε με την προκήρυξη των εκλογών του Σεπτεμβρίου του 2015.

Οι εκλογές αυτές ήταν εν πολλοίς ναρκοθετημένες.  Ήταν βέβαιο ότι οι μνημονιακές δυνάμεις θα είχαν την συντριπτική πλειοψηφία.  Αυτό που όμως κρινόταν ήταν ο βαθμός δυσκολίας στο να σχηματιστεί μια κυβέρνηση και το πόσο σταθερή θα ήταν.  Τα αποτελέσματα που διαμορφώθηκαν έδειξαν ότι κρίσιμη παράμετρος για να σχηματιστεί εκ νέου η κυβέρνηση (ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ) αποτέλεσε η ήττα της ΛΑΕ.  Η ΛΑΕ απέτυχε ακριβώς με τον ίδιο τρόπο και για τον ίδιο λόγο που αποτύγχανε διαρκώς η Αριστερά μέχρι τότε και μέχρι και σήμερα:  Η ΛΑΕ δεν είχε κατορθώσει να διατυπώσει μια προγραμματική πρόταση.  Εμφανίστηκε απλώς σαν μια δύναμη διαμαρτυρίας που προπαγάνδιζε κυρίως την ηθική της υπεροχή πράγμα που προφανώς δεν ήταν αρκετό.  Το εκλογικό αποτέλεσμα έδειξε το σοβαρό πρόβλημα της Αριστεράς.  Έτσι εν μέσω της προδοσίας του ΣΥΡΙΖΑ αυτός χάνει απλά 300.000 ψήφους, το ΚΚΕ χάνει κι αυτό 40.000, ενώ η ΑΝΤΑΡΣΥΑ κερδίζει 5.000 και η ΛΑΕ παίρνει 155.000.  Η αποχή εκτοξεύεται κατά 760.000 ψήφους.  Σημαντικό τμήμα της εργατικής τάξης προτίμησε να μην προσέλθει στις κάλπες αντί να επιλέξει ένα άλλο αριστερό ψηφοδέλτιο,  γεγονός που αποδεικνύει ότι, όταν η Αριστερά σφυρίζει αδιάφορα και αναλίσκεται σε ένα στείρο κινηματισμό, τότε οδηγείται αναπόφευκτα στην ανυποληψία και στο περιθώριο.

 

6. Η εργατική απάντηση στην κρίση

Το μνημόνιο ήταν η μοναδική δυνατή επιλογή για τους έλληνες κεφαλαιοκράτες, καθώς ήταν ο μοναδικός δρόμος που εξασφάλιζε την αποπληρωμή του χρέους και κατά συνέπεια την παραμονή της χώρας στην ευρωζώνη, την ΕΕ και το δυτικό μπλοκ.  Στα πλαίσια του μνημονίου διέσωσαν κρίσιμα προνόμια της τάξης τους, όπως το αφορολόγητο του εφοπλιστικού κεφαλαίου και της εκκλησίας, την ιδιωτική ιδιοκτησία των τραπεζών που διασώθηκαν με κρατικά κεφάλαια, τη συνεχιζόμενη λεηλασία του δημόσιου πλούτου από κατασκευαστές (π.χ. διόδια) και  επιχειρηματίες, αλλά και την ένταση της εκμετάλλευσης της εργατικής τάξης κερδίζοντας έδαφος στον διεθνή ανταγωνισμό, όπως δείχνει η σημαντική αύξηση των εξαγωγών μετά την εφαρμογή του αντεργατικού μνημονιακού πακέτου μέτρων.

Η ανατροπή του μνημονίου από την άλλη μεριά ήταν ο στόχος που έθεσε η εργατική τάξη και μπορούσε εν τέλει να υλοποιηθεί μόνο με την κατάκτηση της εξουσίας.  Το δίλημμα που τέθηκε ήδη από το 2010 αυτό ήταν:  Μνημόνιο ή επαναστατική ανατροπή. Οποιοσδήποτε τρίτος δρόμος ήταν απλώς αδύνατος να εφαρμοστεί στην πραγματικότητα που είχε διαμορφωθεί.  Η ανατροπή των μνημονιακών μέτρων οδηγούσε σε ένα ντόμινο εξελίξεων:  αδυναμία αποπληρωμής του χρέους, χρεοκοπία του τραπεζικού συστήματος, έξοδος από την ευρωζώνη, αλλά και από την ΕΕ.  Οι συγκεκριμένες δυνατότητες διαμόρφωναν και τη μοναδική δυνατή πολιτική πρόταση, τη μοναδική δυνατή πολιτική που θα μπορούσε να εφαρμόσει μια εργατική κυβέρνηση:  Διαγραφή του χρέους, κρατικοποίηση των τραπεζών, έξοδος από ΕΕ.  Πολιτική που όπως φάνηκε από την αντίδραση των αστών το 2015 μπορούσε να εφαρμοστεί μόνο μετά από μάχη, που θα σάρωνε όλα τα αστικά προνόμια.

 

 

[1]          Λένιν, Β.Ι (1980) Η χρεοκοπία της ΙΙ Διεθνούς, Άπαντα τ.26, 220, Σύγχρονη Εποχή.

[2]          Στις εκλογές εκείνες ο ΣΥΡΙΖΑ καθίσταται 2η δύναμη τριπλασιάζοντας τους ψήφους σε σχέση με το 2009, ενώ η ΝΔ καταγράφει ιστορικό χαμηλό με 18,85%, ενώ το ΠΑΣΟΚ κατακρημνίστηκε στο 13%, χάνοντας τα 3/4 των εδρών του στη Βουλή. Οι ΑΝΕΛ, έχοντας λεηλατήσει την ΝΔ, ανέρχονται στο 10%, ενώ και η ΧΑ φτάνει το 7%. Μικρά κέρδη αποκομίζει και το ΚΚΕ, ενώ η ΑΝΤΑΡΣΥΑ πετυχαίνει ιστορικό ρεκόρ με 1,2%.

[3]          Υπενθυμίζουμε ενδεικτικά τις δηλώσεις Μεϊμαράκη περί της «αντίδρασης του αστικού κόσμου της χώρας».

 

Η (κομμουνιστική) Αριστερά 9 χρόνια μετά το δημοψήφισμα του 2015

Η (κομμουνιστική) Αριστερά 9 χρόνια μετά το δημοψήφισμα του 2015

Σύγχρονος καπιταλιστικός ιμπεριαλισμός

Σύγχρονος καπιταλιστικός ιμπεριαλισμός

Τι είναι και τι θέλει η Πρωτοβουλία μας (αφίσα και συνοπτικό υλικό)

Σελίδα Facebook

Loading...

Μετά τη λογοκριτική διαγραφή του συντρόφου Κωστή Μηλολιδάκη από το facebook, παραθέτουμε εδώ το κανάλι του στο Telegram, με ενημερώσεις και μεταφράσεις για τα διεθνή ζητήματα και έμφαση στη ρωσο-νατοϊκή σύγκρουση στην Ουκρανία: