του Διονύση Περδίκη
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
Β. Το πολιτικό κενό στην κομμουνιστική και ριζοσπαστική Αριστερά.
Γ. Πρόταση για πολιτικό μέτωπο της αντιιμπεριαλιστικής Αριστεράς.
- Πολιτικές – και κάποιες οργανωτικές- προϋποθέσεις.
- Πολιτικές δυνάμεις.
- Διευκρινίσεις επί κάποιων πλευρών της μετωπικής πολιτικής.
- Η προοπτική.
Δ. Υποκειμενικές δυσκολίες και εμπόδια για τη συγκρότηση του πολιτικού μετώπου.
- Ο σεχταρισμός της ήττας, της απογοήτευσης και της παραίτησης.
- Διαλεκτική του κοινωνικού και του πολιτικού.
- Ο μεγάλος, ο μικρός και ο “μικρομέγαλος”!
- ΛΑΕ: ενότητα ποιας Αριστεράς;
- Η άθλια τακτική της “απομόνωσης/διάλυσης της ΑΡΑΣ/ΛΑΕ”.
Ε. Το πολιτικό μέτωπο και οι εκλογές.
- Για το επόμενο διάστημα μέχρι τις επερχόμενες εκλογές (τέλος 2026 – μέσα 2027).
- Γενική αντίληψη για τη σχέση του πολιτικού και του εκλογικού μετώπου.
ΣΤ. Αντιιμπεριαλιστικό κοινωνικοπολιτικό μέτωπο και ανασυγκρότηση του κομμουνιστικού κινήματος.
Α. Πολιτικές εξελίξεις.
Οι διεθνείς και εγχώριες εξελίξεις είναι τέτοιες που καθιστούν εύλογο το συμπέρασμα ότι έχουμε μπει ξανά σε μια φάση επιτάχυνσης της ιστορίας, όταν τα πράγματα δεν μπορούν να συνεχίσουν όπως πριν, οπότε και μεγάλες αλλαγές ωριμάζουν και έρχονται στο προσκήνιο της ιστορίας.
Συγκεκριμένα και συνοπτικά:
- Όξυνση της γενικής, διαρθρωτικής καπιταλιστικής κρίσης με επίκεντρο τις ανεπτυγμένες, ιμπεριαλιστικές χώρες, σε ένα περιβάλλον που εναλλάσσονται υφέσεις, στασιμότητα και αναιμική ανάπτυξη, με σχετικά χαμηλό ποσοστό κέρδους, αντίστοιχα αναιμικές παραγωγικές επενδύσεις και στασιμότητα στην αύξηση της παραγωγικότητας. Όλο και περισσότερα δημοσιεύματα του τύπου αναφέρονται στον ενδεχόμενο να “σπάσει η φούσκα” της Τεχνητής Νοημοσύνης ή/και να ξεσπάσει χρηματοπιστωτική κρίση λόγω του πολέμου ενάντια στο Ιράν και της ανόδου των τιμών της ενέργειας.
- Επίθεση του ιμπεριαλισμού ενάντια στην Παγκόσμια Πλειοψηφία με σκοπό το ξεπέρασμα της κρίσης μέσω της υποταγής και ιμπεριαλιστικής εκμετάλλευσης του συνόλου του κόσμου, συμπεριλαμβανομένων των όποιων δυνητικών ανταγωνιστών. Η άδικη, ιμπεριαλιστική επίθεση των Ισραήλ και ΗΠΑ ενάντια στο Ιράν, με όλο και μεγαλύτερη εμπλοκή και χωρών της ΕΕ, όπως και των αραβικών μοναρχιών της περιοχής, συνιστά μεγάλη κλιμάκωση στον εν εξελίξει παγκόσμιο πόλεμο, ένα περαιτέρω βήμα προς μια σύγκρουση με τη Λ.Δ. της Κίνας.
- Ιμπεριαλιστική βαρβαρότητα, καθώς ο διεθνής συσχετισμός εξακολουθεί να είναι αρνητικός αλλά και σταδιακή αλλαγή του υπέρ των χωρών που αντιστέκονται και αμφισβητούν την ιμπεριαλιστική ηγεμονία, κάτι που φαίνεται και στις αντιστάσεις που αναπτύσσονται (π.χ. Ιράν).
- Αυξανόμενη εμπλοκή της Ελλάδας στον πόλεμο, ως ο πιο πιστός “σύμμαχος” ΗΠΑ και Ισραήλ, εκθέτοντας τη χώρα για τη συνενοχή της στον πόλεμο και στην καταπάτηση του διεθνούς δικαίου, μετατρέποντάς τη σε στόχο νόμιμων, αμυντικών αντιποίνων από το Ιράν, και με συνέπειες στη φτωχοποίηση του ελληνικού λαού και στην καταπάτηση των δημοκρατικών ελευθεριών του. Οι εξελίξεις βαθαίνουν την ιμπεριαλιστική εξάρτηση της χώρας και μας οδηγούν προς μια πολεμική οικονομία και μια στρατιωτικοποιημένη κοινωνία με έξαρση της φασίζουσας και ρατσιστικής, ισλαμοφοβικής ιδεολογίας, λίγο–πολύ σε όλες τις χώρες της ΕΕ.
- Στη χώρα μας, το πολιτικό αδιέξοδο παραμένει, παρόλη τη φθορά της κυβέρνησης της ΝΔ, και είναι πιθανό να υπάρξει νέος γύρος πολιτικής αναταραχής με την κατάλληλη αφορμή (π.χ. ως συνέπεια του πολέμου με την επέκτασή του στη Μεσόγειο) ή με το ξέσπασμα διεθνούς οικονομικής κρίσης. Παρόλες τις φραστικές διαφοροποιήσεις ή εναντίωση στον πόλεμο, η στρατηγική της άρχουσας τάξης δεν αμφισβητείται στις βασικές της επιλογές από τη ρευστοποιημένη και υπό αναδιαμόρφωση κεντροαριστερή αντιπολίτευση (βλ. επανεμφάνιση Τσίπρα), ούτε, από ότι φαίνεται μέχρι στιγμής, από το υπό διαμόρφωση κόμμα “Καρυστιανού”. Προκύπτει όλο και πιο επείγουσα αναγκαιότητα για μια συντονισμένη πολιτική παρέμβαση, ώστε η λαϊκή αγανάκτηση που σιγοβράζει να στραφεί ενάντια στον πυρήνα του εγχώριου αστικού μπλοκ εξουσίας, σχηματικά ντόπια ολιγαρχία – ΕΕ – ΗΠΑ/ΝΑΤΟ.
Β. Το πολιτικό κενό στην κομμουνιστική και ριζοσπαστική Αριστερά.
Η κομμουνιστική και ριζοσπαστική Αριστερά στη χώρα μας αδυνατεί να προτείνει και να παλέψει για μια ρεαλιστική, εναλλακτική πρόταση εξουσίας, διότι:
(α) αρνείται ή υπονομεύει τις στρατηγικά απαραίτητες κοινωνικές συμμαχίες, αποφεύγοντας τις αναγκαίες πολιτικές συμμαχίες που τις διαμεσολαβούν, π.χ. με τον “ρεφορμισμό”, στο όνομα του “αντικαπιταλισμού” και του “εργατισμού”, με αποτέλεσμα όχι η κατάκτηση, αλλά ακόμη και η διεκδίκηση της εξουσίας να φαντάζει …ουτοπία (!)·
(β) αρνείται ή υπονομεύει και τις επίσης αναγκαίες διεθνείς συμμαχίες στο όνομα της “αντικαπιταλιστικής”, δήθεν “διεθνιστικής”, κριτικής στη Λ.Δ της Κίνας, τους BRICS+ και τις υπόλοιπες χώρες της Παγκόσμιας Πλειοψηφίας που αμφισβητούν την ιμπεριαλιστική ηγεμονία, με πιο πρόσφατο παράδειγμα τη στήριξη στην “έγχρωμη αντεπανάσταση” στο Ιράν, δηλ. στον προάγγελο του σημερινού πολέμου· ως αποτέλεσμα, ακόμη και αν η Αριστερά αυτή κατακτούσε την εξουσία, είναι αμφίβολο αν θα μπορούσε να την υπερασπιστεί και διαχειριστεί ενάντια στην αντεπίθεση του ιμπεριαλισμού και της εγχώριας αντίδρασης·
(γ) διακηρύσσει ότι “δεν θέλει να κυβερνήσει/διαχειριστεί”, αντί να επεξεργάζεται συγκεκριμένο, επιστημονικά τεκμηριωμένο και ρεαλιστικό, πρόγραμμα ρήξης με την ΕΕ, το ΝΑΤΟ και την ντόπια ολιγαρχία, και, φυσικά, να διεκδικεί και την κοινοβουλευτική παρουσία ή και πλειοψηφία με το πρόγραμμα αυτό, δίνοντας την εντύπωση ότι εν τέλει δεν την ενδιαφέρει καν η διεκδίκηση της εξουσίας (!)·
(δ) απευθύνεται κατά ένα μεγάλο της μέρος ελιτίστικα στον λαό, στη βάση της μεταμοντέρνας ιδεολογίας των ατομικών δικαιωμάτων ή με αυτοαναφορικά προτάγματα με επίκεντρο την ίδια την “Αριστερά” (με διάφορους επιθετικούς προσδιορισμούς), αντί για την απεύθυνση με λαϊκό λόγο στη βάση των πραγματικών προβλημάτων και της κυρίαρχης συνιστώσας των ταξικών, εγχώριων και διεθνών, αντιθέσεων·
(ε) αδυνατεί να ενωθεί και να συνεργαστεί ακόμη και στο κίνημα και στον συνδικαλισμό, με αποτέλεσμα τον κατακερματισμό στη βάση δευτερευουσών αντιθέσεων, τον αρνητικό συσχετισμό στις οργανώσεις του κινήματος και τους αδύναμους δεσμούς με τον εργαζόμενο λαό.
1. Πολιτικές δυνάμεις.
Ενδεικτικά και εν συντομία:
Το ΚΚΕ ολοκλήρωσε το 22ο Συνέδριό του χωρίς καμία ουσιαστική αλλαγή πολιτικής κατεύθυνσης. Οι αποφάσεις του δεν ασχολούνται καθόλου με τη χάραξη συγκεκριμένης πολιτικής τακτικής, παρά περιστρέφονται μόνο γύρω από το “Κόμμα”. Επιμένει, στις δήθεν “ίσες αποστάσεις” της λογικής του “ούτε (με τους ιμπεριαλιστές) ούτε (με όσους πολεμούν τους ιμπεριαλιστές)” βλέποντας παντού στον κόσμο “ιμπεριαλιστές”, ακόμη και υπό την ηγεσία του ΚΚ Κίνας (!)· αναβάλει τη σύγκρουση με την ΕΕ και το ΝΑΤΟ για τον …σοσιαλισμό· απορρίπτει οποιαδήποτε πολιτική τακτική ή πολιτικές συμμαχίες, ή ακόμη και την ενότητα στο κίνημα γύρω από στόχους όπως η εναντίωση στις ιδιωτικοποιήσεις και η διεκδίκηση εθνικοποιήσεων. Απομονώνεται όλο και περισσότερο από την πλειοψηφία του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος. Το ΚΚΕ συμμετέχει ανελλιπώς στη βουλή με ποσοστά άνω του 5% προβάλλοντας συνθήματα ενάντια στον καπιταλισμό, την ΕΕ και το ΝΑΤΟ, παρόλο που η πρακτική του δεν συμβάλλει καθόλου στη διαμόρφωση ενός κοινωνικοπολιτικού μετώπου που θα μπορούσε πραγματικά να αμφισβητήσει τις στρατηγικές επιλογές και την εξουσία της αστικής τάξης.
Τα γεγονότα που συνέβησαν στο Πολυτεχνείο στις 15/11, στο πλαίσιο των εορτασμών για την επέτειο της 17ης Νοέμβρη, αποτέλεσαν την αφορμή για τη διάσπαση της εκλογικής συμμαχίας μεταξύ ΜΕΡΑ25 και ΛΑΕ. Η συμμαχία με τη ΛΑΕ είχε στρέψει και το ΜΕΡΑ25 προς μια πιο αριστερή, ριζοσπαστική και αντιιμπεριαλιστική κατεύθυνση. Αυτό, πλέον, ανατρέπεται (βλ. ανακοίνωση του ΜΕΡΑ25 που αναφέρεται σε “Ρώσους ιμπεριαλιστές”), και μαζί με αυτό και όποια πιθανότητα υπήρχε για την εκλογή έστω κάποιων βουλευτών με συνεπή αντιιμπεριαλιστική λογική στις επόμενες εκλογές. Έτσι, για πρώτη φορά, πλέον, δεν υπάρχει κανένα οργανωτικό ή συμμαχικό/μετωπικό πολιτικό σχήμα της Αριστεράς, όπου να συνυπάρχουν δυνάμεις της παραπάνω λογικής του «ούτε … ούτε …» με δυνάμεις με συνεπή αντιιμπεριαλιστικό, αντινατοϊκό και αντιΕΕ προσανατολισμό. Η πολιτική “ενότητας της Αριστεράς” (με οποιονδήποτε επιθετικό προσδιορισμό) καταρρέει για άλλη μια φορά μπροστά στα πραγματικά πολιτικά διακυβεύματα και στην κυρίαρχη αντίθεση που διαπνέει την κοινωνία και την ιστορική συγκυρία.
Η “Κομμουνιστική Απελευθέρωση” (ιστορική συνέχεια του ΝΑΡ) και η ΑΝΤΑΡΣΥΑ συνεχίζουν στην κατεύθυνση του αντικαπιταλιστικού σεχταρισμού και της λογικής του “ούτε .. ούτε …” ενώ όλο και περισσότερο εμφανίζουν και πρακτικές “μικρού ΚΚΕ/ΠΑΜΕ” στο εργατικό και λαϊκό κίνημα, οδηγώντας συνδικαλιστικά σχήματα σε διασπάσεις. Κινούνται σε τροχιά απομόνωσης από το διεθνές αντιιμπεριαλιστικό και κομμουνιστικό κίνημα υιοθετώντας αντιλήψεις περί ιμπεριαλιστικής Ρωσίας και καπιταλιστικής και ιμπεριαλιστικής Κίνας. Από κοντά ακολουθούν και άλλες δογματικές δυνάμεις του τροτσκιστικού και μ-λ χώρου.
Η ΜΕΤΑΒΑΣΗ με την ΑΝΑΜΕΤΡΗΣΗ και άλλες οργανώσεις (ΑΠΟ, ΔΕΑ, ΚΕΜΑ, Ξεκίνημα), διαμόρφωσαν την “πολιτική κίνηση για μια νέα, ενωτική και ανατρεπτική πολιτική στην Αριστερά”. Η ΜΕΤΑΒΑΣΗ διεξήγαγε τη δεύτερη πανελλαδική της συνδιάσκεψη. Οι θέσεις της πατάνε σε δύο βάρκες (π.χ. και ιμπεριαλιστική “πυραμίδα” και “αλυσίδα”), για να πέσουν τελικά στην πλευρά της κυρίαρχης λογικής που βλέπει τη Λ.Δ. της Κίνας ως καπιταλιστική κι ιμπεριαλιστική (υπάρχουν αμφιβολίες μόνο για τη Ρωσία!) και την αμφισβήτηση της ιμπεριαλιστικής ηγεμονίας ως αδιάφορη ή και επιζήμια για τους λαούς, ως αν το διακύβευμα να είναι η ανάδυση νέων ιμπεριαλιστών. Επιπλέον, αρνείται να θέσει το σύνθημα και στόχο για την “ήττα του ΝΑΤΟ” ή το θέτει με τη “δημιουργικά ασαφή” προσθήκη του “από την ανεξάρτητη πάλη των λαών”, χωρίς να διευκρινίζει ποιοι λαοί θεωρούνται “ανεξάρτητοι” και με ποια κριτήρια. Οι ταλαντεύσεις σε αυτό το ζήτημα συνεχίζονται με την υιοθέτηση μιας πιο ξεκάθαρης θέσης ήττας των ΗΠΑ και Ισραήλ στον πόλεμο ενάντια στο Ιράν μεν (βλ. εδώ κι εδώ), που ακολουθεί μια όχι και τόσο ξεκάθαρη θέση σχετικά με την “ιρανική εξέγερση”, στην ουσία απόπειρα “έγχρωμης αντεπανάστασης”, που προηγήθηκε ως προετοιμασία της πολεμικής επίθεσης, δε. Γενικότερα, η πολιτική κίνηση των 6 αυτών οργανώσεων τείνει με ταλαντεύσεις προς την ίδια λογική του “ούτε … ούτε …” με την ΑΝΤΑΡΣΥΑ, κάτι που οδηγεί και σε αντίστοιχη απομόνωση από τον κυρίαρχο βραχίονα του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος. Πρόκειται για μια ιδεολογικά και πολιτικά ετερογενή συμμαχία, η οποία ενώ εμφανίζεται ως “μη σεχταριστική”, ενωτική και μετωπική, αντικαπιταλιστική Αριστερά, έχει στην ουσία απομακρυνθεί από κάθε δυνατή πολιτική συμμαχία (ΑΝΤΑΡΣΥΑ, ΛΑΕ, ΜΕΡΑ25).
2. Στρατηγική αμηχανία.
Είναι σημαντικό να γίνει αντιληπτό ότι η παραπάνω εικόνα δεν είναι τυχαία, αλλά συνέπεια της στρατηγικής αμηχανίας της Αριστεράς στις χώρες που εντάσσονται στο ιμπεριαλιστικό στρατόπεδο, είτε ως ιμπεριαλιστικές, είτε ως εξαρτημένες.
Στην Ελλάδα παίρνει τη μορφή της αδυναμίας να συνδεθεί το θέμα της εργατολαϊκής εξουσίας με το ζήτημα-κρίκο της εθνικής ανεξαρτησίας από τον ιμπεριαλισμό, μέσω της σύγκρουσης και εξόδου από την ΕΕ και το ΝΑΤΟ. Η αδυναμία αυτή έχει βαθύτερα κοινωνικοταξικά αίτια με τα οποία ασχοληθήκαμε στο παρελθόν. Χωρίς μια πρόταση που να μπορεί να πείσει τον ελληνικό λαό ότι μπορεί να βγει νικητής από μια τέτοια σύγκρουση και να ζήσει καλύτερα και με ασφάλεια σπάζοντας τα ιμπεριαλιστικά δεσμά, η Αριστερά καταλήγει να πετά την μπάλα στην εξέδρα: είτε στρίβει δεξιά, καταθέτοντας προτάσεις και προγράμματα -ενίοτε τεχνοκρατικής φύσης- που στέκονται στον αέρα, χωρίς αναφορά στις βασικές προϋποθέσεις υλοποίησής τους (π.χ. ΜΕΡΑ25), είτε στρίβει αριστερά προβάλλοντας υπερεπαναστατικά, “αντικαπιταλιστικά” συνθήματα χωρίς κανένα προγραμματικό βάθος (εξωκ. Αριστερά), ενίοτε ανάβοντας πρώτα φλας αριστερά για να στρίψει τελικά δεξιά (ΚΚΕ)…
Είναι αλήθεια, εξαιρώντας, ίσως, το ΚΚΕ, ότι δεν θα περίμενε κανείς μια ολοκληρωμένη στρατηγική πρόταση από τις περισσότερες από τις παραπάνω οργανώσεις, λόγω του μικρού τους μεγέθους. Από αυτή τη σκοπιά, το θέμα της ενότητας και συνεργασίας αποκτά υπαρξιακό χαρακτήρα: μόνο τότε μπορεί να συγκεντρωθεί η ελάχιστη αναγκαία ποσότητα για να γίνει μια ποιοτική αναβάθμιση όσον αφορά την πολιτική ικανότητα. Οπότε οι οργανώσεις αυτές κρίνονται από το κατά πόσο συμβάλλουν στην ενότητα σε μια στρατηγική κατεύθυνση σύγκρουσης με την ΕΕ, το ΝΑΤΟ και την ντόπια ολιγαρχία του μεγάλου, (φιλο)μονοπωλιακού, φιλοϊμπεριαλιστικού κεφαλαίου.
Ωστόσο, τα προβλήματα μεγεθύνονται όταν οι ίδιες αυτές οργανώσεις αρνούνται βασικές πλευρές μιας τέτοιας στρατηγικής κατεύθυνσης, όπως τη σύγκρουση με την ΕΕ και το ΝΑΤΟ, ή τις απαραίτητες διεθνείς συμμαχίες για μια τέτοια σύγκρουση. Άραγε διδασκόμαστε κάτι από το πως επιβιώνει η επαναστατική εξουσία σε χώρες όπως η Κούβα; Δεν πείθει καμία δύναμη που ασκεί πολεμική στο ΚΚ Κίνας, αλλά και σε κυβερνήσεις όπως της Ρωσίας, του Ιράν ή και της Βενεζουέλας με κατηγορίες περί “ιμπεριαλισμού” ή “αυταρχικών καθεστώτων” ότι ενδιαφέρεται πραγματικά να συγκρουστεί με τις ΗΠΑ, την ΕΕ, το ΝΑΤΟ. Πως θα απευθυνθούμε στους λαούς και τις …”ιμπεριαλιστικές” αυτές κυβερνήσεις για οποιουδήποτε είδους αλληλεγγύη, συνεργασία, μεταφορά τεχνογνωσίας κ.α., αν σήμερα όχι μόνο δεν καλλιεργούμε σχέσεις μαζί τους, αλλά ορισμένες δυνάμεις φτάνουν να αναπαράγουν την ιμπεριαλιστική προπαγάνδα -ακόμη και αυτή που φτιάχνεται με τεχνητή νοημοσύνη…- εναντίον τους; Αν μας απαντήσουν “ο εχθρός του εχθρού μου δεν είναι απαραίτητα φίλος μου” θα έχουν άδικο;..
Συνολικά, μια Αριστερά ακίνδυνη για την εξουσία, δεν μπορεί να αποτελέσει ούτε φορέα λαϊκής αντιπολίτευσης. Το πολιτικό κενό γεμίζει η επέκταση της λαϊκίστικης Ακροδεξιάς στα λαϊκά στρώματα.
Γ. Πρόταση για πολιτικό μέτωπο της αντιιμπεριαλιστικής Αριστεράς.
Γίνεται κατανοητό ότι το κραυγαλέο πολιτικό κενό για ένα μετωπικό, πολιτικό φορέα γύρω από τον προγραμματικό στόχο της απελευθέρωσης της Ελλάδας από την ιμπεριαλιστική εξάρτηση της ΕΕ και των ΝΑΤΟ-ΗΠΑ μπορεί να καλυφθεί μόνο μέσα από την αμοιβαία προσέγγιση όλων των πολιτικών δυνάμεων που κινούνται σε συνεπή αντιιμπεριαλιστική κατεύθυνση.
1. Πολιτικές – και κάποιες οργανωτικές- προϋποθέσεις.
Το συνεπές της αντιιμπεριαλιστικής κατεύθυνσης δεν αποτελεί έναν υποκειμενικό χαρακτηρισμό στη βάση ψυχολογικών ή ηθικών κριτηρίων, ούτε επαφίεται στο γνωστό “είσαι ότι δηλώσεις”… Αφορά συγκεκριμένες πολιτικές προϋποθέσεις που απορρέουν από τα παραπάνω:
- Σαφής προγραμματική θέση για έξοδο από ΕΕ και ΝΑΤΟ.
- Μεταβατικό πρόγραμμα φιλολαϊκής εξόδου από την καπιταλιστική κρίση, αλλά και απεμπλοκής από τον πόλεμο που μας πλησιάζει όλο και πιο κοντά, μέσω ριζοσπαστικών οικονομικών, κοινωνικών και πολιτικών μεταρρυθμίσεων ακολουθώντας το νήμα των αντιμνημονιακών αγώνων (διαγραφή χρέους, έξοδος από Ευρωζώνη, εθνικοποιήσεις, πάλη ενάντια στις ιδιωτικοποιήσεις, δημοκρατικές αλλαγές στο πολίτευμα, άλλα εργατικά αιτήματα για μισθούς, συλλογικές συμβάσεις κ.α., διεκδικήσεις για τη δημόσια παιδεία, υγεία, δημόσιες μεταφορές, απεμπλοκή από την ιμπεριαλιστική στρατηγική, διακοπή σχέσεων με το Ισραήλ, ακύρωση παράνομων διεθνών κυρώσεων, κλείσιμο των νατοϊκών βάσεων κ.α.).
- Όσο το δυνατόν πιο ενωτική, μετωπική πολιτική συμμαχιών στο εσωτερικό στη βάση του προγράμματος αυτού.
- Πολιτική διεθνιστικής αλληλεγγύης και συμμαχιών με τις χώρες και τους λαούς της Παγκόσμιας Πλειοψηφίας που αντιστέκονται στην ιμπεριαλιστική ηγεμονία.
Σε ένα τέτοιο πολιτικό μέτωπο, η κάθε -επίδοξη- κομμουνιστική πρωτοπορία θα μπορούσε να επιδιώξει, ανάλογα και με τον εσωτερικό συσχετισμό, την περαιτέρω ανάπτυξη και εξειδίκευση του μεταβατικού προγράμματος εξουσίας σε σύγκρουση με ΕΕ και ΝΑΤΟ και με την παραδοχή της εξόδου από τους οργανισμούς αυτούς, αλλά και να το ζυμώσει στις τάξεις του εργαζόμενου λαού, καταρχήν στις οργανώσεις του κινήματος.
Κάτι τέτοιο, όμως, έχει και τις οργανωτικές του προϋποθέσεις: την πολιτική και οργανωτική αυτοτέλεια των κομμουνιστών και έναν κανόνα λειτουργίας του μετώπου που να εξασφαλίζει -κατ’ ελάχιστο- ίσες συνθήκες έκφρασης όλων των απόψεων εντός του, όσον αφορά τη διαδικασία αποφάσεων.
2. Πολιτικές δυνάμεις.
Το σύνολο των προϋποθέσεων αυτών ικανοποιούνται σήμερα σε επαρκή βαθμό στις τωρινές θέσεις, στάσεις και πρακτικές των δυνάμεων που συμφωνούν με την πάλη για την ήττα του ΝΑΤΟ χωρίς “αστερίσκους”, με επιμέρους διαφοροποιήσεις που μπορούν να ξεπεραστούν προς χάριν της ενότητας και πολιτικής σύμπραξης που προτείνουμε.
Η μεγαλύτερη και πιο συγκροτημένη δύναμη του χώρου αυτού είναι η υπό ανασυγκρότηση ΛΑΕ, η αλλαγή της τακτικής και του πολιτικού σχεδίου της οποίας, μετά τη διάλυση της εκλογικής της συμμαχίας με το ΜΕΡΑ25, καθιστά τη δημιουργία ενός τέτοιου μετώπου μια υπαρκτή και επίκαιρη δυνατότητα. Πρόκειται για μια δύναμη που εδώ και λίγα χρόνια έχει θέσει, πλέον, προγραμματικά την έξοδο όχι μόνο από το ΝΑΤΟ, αλλά και την ΕΕ, ενώ δεν ακολουθεί το κυρίαρχο ρεύμα της αντιρωσικής, αντικινεζικής, αντιιρανικής κ.ο.κ. πολεμικής (δεν θεωρεί τη Ρωσία και την Κίνα ιμπεριαλιστικές). Επιπλέον, χαρακτηρίζεται από ενωτικές πρακτικές στο κίνημα και στην κεντρική πολιτική σκηνή (ενίοτε υπέρ του δέοντος!), ενώ ασχολείται με τα βασικά προβλήματα του εργαζόμενου λαού και τοποθετείται με ένα λαϊκό λόγο, έχει, δηλ., προσανατολισμό στη μαζική, εργατολαϊκή πολιτική.
Η δεύτερη μεγαλύτερη και πιο συγκροτημένη δύναμη του χώρου αυτού είναι η ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ, η οποία κινείται σε μια παρόμοια λογική με αυτήν που προτείνεται στο παρόν άρθρο. Καλείται κι αυτή να υπερβεί δισταγμούς και επιφυλάξεις για να παίξει πρωταγωνιστικό ρόλο στη συγκρότηση του πολιτικού μετώπου της αντιιμπεριαλιστικής Αριστεράς.
Άλλες μικρότερες οργανώσεις και συλλογικότητες του αντινατοϊκού κινήματος, ανάμεσά τους και η Πρωτοβουλία μας, καλούμαστε να συμβάλουμε κατ’ αναλογία των δυνάμεών μας, ξεπερνώντας υποκειμενικές αδυναμίες που συνοδεύουν ομάδες και συλλογικότητες τόσο μικρού μεγέθους, είτε επιμέρους ιδεολογικές και πολιτικές διαφοροποιήσεις (π.χ. στο θέμα της ιμπεριαλιστικής εξάρτησης της Ελλάδας), είτε ιδιαίτερα φυσιογνωμικά χαρακτηριστικά που οδηγούν και σε λανθασμένες στοχεύσεις και προτεραιότητες. Η συνεργασία μας με αυτές τις οργανώσεις στα πλαίσια του αντιΝΑΤΟϊκού συντονισμού έχει αποφέρει σημαντικά αποτελέσματα για τη διατήρηση ενός πυρήνα συνεπούς αντιιμπεριαλισμού στο κίνημα. Έχουμε επιδείξει πολλές φορές έγκαιρα αντανακλαστικά, πήγαμε ενάντια στο ρεύμα, διοργανώσαμε και τραβήξαμε και άλλες -μεγαλύτερες- δυνάμεις σε ορισμένες σημαντικές και μαζικές κινητοποιήσεις. Ωστόσο, πρέπει να παραδεχτούμε ότι όλα αυτά γίνονται σε μεγάλο βαθμό ερήμην της κοινωνίας, χωρίς επαρκή κοινωνική γείωση, σχεδόν αποκλειστικά στην Αθήνα, και δεν έχουν ανοίξει, ακόμη, καμία χειροπιαστή προοπτική συγκρότησης μιας πολιτικής δύναμης που να μπορεί να ασκήσει μαζική πολιτική σε αντιιμπεριαλιστική κατεύθυνση. Μένουμε προς το παρόν σε έναν αξιόλογο μεν, ακτιβισμό μικρών και κατακερματισμένων δυνάμεων δε.
Αντίθετα, οι προϋποθέσεις δεν ικανοποιούνται επαρκώς για τις δυνάμεις που ταλαντεύονται μεταξύ της συνεπούς αντιιμπεριαλιστικής τοποθέτησης και της λογικής του “ούτε … ούτε …”, ή που διασπούν την απαραίτητη πολιτική και κινηματική ενότητα στη βάση δευτερευουσών αντιθέσεων, οπότε και η όποια προσέγγιση των δυνάμεων αυτών αναγκαστικά μπορεί να γίνει σε πολύ μικρότερο βαθμό (π.χ. για επιμέρους συνεργασίες, κάποιο συμβιβαστικό εκλογικό κατέβασμα κ.α.) ή/και σε δεύτερο χρόνο.
Σε κάθε περίπτωση, οφείλουμε να κρατάμε ανοιχτή την αντίληψή μας για νέες δυνάμεις που μπορεί να προκύψουν σε συνεπή αντιιμπεριαλιστική κατεύθυνση στο επόμενο χρονικό διάστημα, στη βάση της όξυνσης της κυρίαρχης αντίθεσης.
3. Διευκρινίσεις επί κάποιων πλευρών της μετωπικής πολιτικής.
Είναι απαραίτητες ορισμένες διευκρινίσεις:
- Το μέτωπο που προτείνεται εδώ είναι πολιτικό, δηλ. αφορά τη συμμαχία μιας σειράς οργανώσεων πάνω σε μια προγραμματική συμφωνία και κάποιους κανόνες λειτουργίας. Δεν είναι απλά ένα μέτωπο συνεργασίας ή συμπόρευσης για εκδηλώσεις και κινητοποιήσεις στο αντιιμπεριαλιστικό, αντιπολεμικό, αντινατοϊκό και αντιφασιστικό κίνημα, ούτε μια μετωπική σύμπραξη στον συνδικαλισμό, όπως π.χ. μια συνεργασία παρατάξεων ή οργανώσεων σε κοινή παράταξη. Ωστόσο, η πολιτική “από τα πάνω” συμφωνία θα διευκολύνει και θα προσανατολίσει προγραμματικά και τη μετωπική συμπόρευση στο κίνημα, “από τα κάτω”, δηλ., την κοινωνική πλευρά του μετώπου, ενώ και η μετωπική συμπόρευση στο κίνημα θα ανατροφοδοτήσει περαιτέρω τη διεύρυνση και εμβάθυνση της πολιτικής, προγραμματικής σύγκλισης. Αυτή είναι μια διαλεκτική αντίληψη για τη σύνδεση πολιτικού και κοινωνικού όσον αφορά μια πολιτική συμμαχιών.
- Ένα τέτοιο μέτωπο δεν είναι σε καμία περίπτωση ακόμη το αντιιμπεριαλιστικό, κοινωνικοπολιτικό μέτωπο με τα χαρακτηριστικά εκείνα που θα μπορούσαν να το καταστήσουν υποκείμενο της επαναστατικής ανατροπής της ιμπεριαλιστικής εξάρτησης και του καπιταλισμού στη χώρα μας. Ειδικότερα, με δεδομένο το μικρό του μέγεθος και τη στοιχειώδη ακόμη γείωσή του στο εργατικό και λαϊκό κίνημα, θα υστερεί όσον αφορά τον κοινωνικό του χαρακτήρα. Επιπλέον, ο καθημερινός πολιτικός του λόγος, η σύνδεση στρατηγικής και τακτικής του, θα εξαρτώνται από τον συσχετισμό και τη διαπάλη στο εσωτερικό του. Ωστόσο, η επιδίωξη κάθε επίδοξης κομμουνιστικής πρωτοπορίας στο εσωτερικό του, και της Πρωτοβουλίας μας πιο συγκεκριμένα, είναι το μέτωπο αυτό να συμβάλλει στη δημιουργία ενός τέτοιου κοινωνικοπολιτικού μετώπου που αποτελεί τον διακηρυγμένο σκοπό της Πρωτοβουλίας μας στο Ανοιχτό μας Κάλεσμα.
4. Η προοπτική.
Ένα πολιτικό μέτωπο σαν αυτό που προτείνεται στο παρόν άρθρο θα μπορούσε να δημιουργήσει μια δυναμική στην αντιιμπεριαλιστική Αριστερά και να καταστεί σύντομα ένας από τους μεγαλύτερους, αν όχι ο μεγαλύτερος μετωπικός σχηματισμός στην εξωκ. Αριστερά της χώρας μας.
Θα είχε εξαιρετική δυναμική στην Αθήνα, σημαντική παρουσία στις μεγάλες πόλεις της χώρας, αλλά και κάποια, έστω ελάχιστη, παρουσία στο μεγαλύτερο μέρος της.
Θα είχε μια από τις πιο μαζικές και δυναμικές φοιτητικές νεολαίες, αλλά και παρουσία σε αρκετούς συνδικαλιστικούς κλάδους, ιδιαίτερα του δημοσίου, των μηχανικών, των γιατρών και των δικηγόρων (κατ’ αναλογία με τις περισσότερες οργανώσεις της εξωκ. Αριστεράς).
Πέρα από την απαραίτητη συγκέντρωση κοινωνικών δυνάμεων, θα μπορούσε να συγκεντρώσει και οικονομικούς ή άλλους υλικούς πόρους (π.χ. γραφεία ή κάποια (ημι)επαγγελματική ιστοσελίδα αντιιμπεριαλιστικής ενημέρωσης και διαλόγου).
Η αναβάθμιση της εγχώριας δυναμικής του θα έδινε τη δυνατότητα και σε μια πιο σχεδιασμένη, εξωστρεφή διεθνή δραστηριότητα, σπάζοντας το μονοπώλιο του ΚΚΕ και της -απολογητικής για τον ιμπεριαλισμό- γραμμής του στις σχέσεις με κομμουνιστικά, εργατικά και αντιιμπεριαλιστικά, αριστερά κόμματα που βρίσκονται στην πρώτη γραμμή της αντιπαράθεσης με τον ιμπεριαλισμό. Χωρίς μια τέτοια εγχώρια πολιτική συγκρότηση, δεν μπορούμε να περιμένουμε ο αντιιμπεριαλισμός να “έρθει απ’ έξω”!
Σε δεύτερο χρόνο, ένα τέτοιο μέτωπο, στον βαθμό που θα ενισχύονταν μέσα από μια πολύμορφη δράση πάνω στα σημαντικότερα προβλήματα που απασχολούν τον εργαζόμενο λαό σε σύνδεση με την προτεινόμενη εδώ στρατηγική κατεύθυνση, θα μπορούσε να συμβάλλει σε μια γενικότερη αλλαγή των πολιτικών συσχετισμών, καταρχήν στην κομμουνιστική και ριζοσπαστική Αριστερά, αλλά και γενικότερα, και σε μια νέα ενότητα που να μπορεί να καλύψει το πολιτικό κενό και να δώσει προοπτική λαϊκής εξουσίας στους αγώνες του εργατικού και λαϊκού κινήματος.
Για όλους αυτούς τους λόγους, ένα τέτοιο πολιτικό μέτωπο της αντιιμπεριαλιστικής Αριστεράς είναι το επόμενο σημαντικό βήμα που μπορεί να γίνει σήμερα στην Ελλάδα για τη συγκρότηση ενός αντιιμπεριαλιστικού, κοινωνικοπολιτικού μετώπου.
Δ. Υποκειμενικές δυσκολίες και εμπόδια για τη συγκρότηση του πολιτικού μετώπου.
1. Ο σεχταρισμός της ήττας, της απογοήτευσης και της παραίτησης.
Η δεκαετία της καπιταλιστικής κρίσης και ελληνικής χρεοκοπίας, της “μνημονιακής” της διαχείρισης αλλά και των ταξικών αγώνων εναντίον της, τελικά της ήττας του εργατικού και λαϊκού κινήματος, όπως και η πρωτοφανής, ιστορικά, εμπειρία της πανδημίας του κορωνοϊού και της κρατικής της διαχείρισης, έχουν αποφέρει ένα ισχυρό χτύπημα στο εργατικό και λαϊκό κίνημα. Αισθήματα “προδοσίας”, διάψευσης προσδοκιών κι ελπίδων, απογοήτευσης κ.α. κυριαρχούν ακόμη και σε συναγωνιστές/ίστριες που παραμένουν δραστήριοι/ιες στο κίνημα, μαζί με γενικότερα φαινόμενα διάλυσης και αποστράτευσης. Ακόμη χειρότερα, τόσο όσον αφορά δυνάμεις της κομμουνιστικής και ριζοσπαστικής Αριστεράς, όσο και μεμονωμένους/ες αγωνιστές/ίστριες, η απογοήτευση αυτή οδηγεί σε ένα “κλείσιμο”, σε μια δυσκολία “ανοίγματος”, εμπιστοσύνης, και ανάληψης κινδύνου, ειδικά όσον αφορά τις συμμαχίες, μπροστά στον φόβο μιας νέας “προδοσίας” ή “διάψευσης”.
Αυτό που πρέπει να γίνει κατανοητό είναι ότι η ήττα του κινήματος ήταν και ήττα όλων, ανεξαιρέτως, των πτυχών της ριζοσπαστικής και κομμουνιστικής Αριστεράς (βλ. και την κριτική περί στρατηγικής αμηχανίας στην 2. Στρατηγική αμηχανία.): δεν μπορεί καμία δύναμη να δηλώνει ότι “δικαιώθηκε” όταν η εργατική τάξη και ο λαός ηττώνται. Η ευθύνη δεν είναι ίδια για όλες τις πλευρές, αλλά κανένα σχέδιο δεν “επιβεβαιώθηκε” από την τελική εξέλιξη. Μάλιστα, ο αριστερίστικος σεχταρισμός κατάφερε σε όλες του τις εκδοχές να μείνει τελείως “εκτός μάχης”, τόσο κατά τη διάρκεια της δεκαετίας εκείνης, όσο και από τότε μέχρι σήμερα, και, πλέον, εμφανίζει σημάδια οργανωτικής διάλυσης και ιδεολογικοπολιτικού εκφυλισμού…
Επίσης, ας λάβουμε υπόψη ότι “η ιστορία δεν επαναλαμβάνεται παρά μόνο ως φάρσα”… Η ήττα της προηγούμενης δεκαετίας με πρωταγωνιστή τον ΣΥΡΙΖΑ έχει παίξει τον ρόλο της ως μια “ιστορική εμπειρία” που μετασχηματίζει τον κοινωνικό και πολιτικό ριζοσπαστισμό στη χώρα μας. Από τότε, η εμπειρία αυτή εμπλουτίστηκε επιπλέον με ιμπεριαλιστικούς πολέμους κι επεμβάσεις ανά την υφήλιο, από την Ουκρανία, στη Βενεζουέλα και στο Ιράν, ακόμη και από τις παρεμβάσεις της ΕΕ και των ΗΠΑ στις εκλογές σε Ρουμανία και Μολδαβία, με αντικείμενο ακριβώς την υποταγή στον ή ανεξαρτησία από τον ευρωνατοϊκό ιμπεριαλισμό! Επομένως, σήμερα ο εργαζόμενος λαός δεν πρόκειται να ακολουθήσει κανέναν που θα λαϊκίσει υποσχόμενος “εύκολες λύσεις”, χωρίς τις αναπόφευκτες συγκρούσεις με την ΕΕ, τις ΗΠΑ (ΝΑΤΟ) και την ντόπια ολιγαρχία. Δεν είναι καθόλου παράξενο που τόσο το ΜΕΡΑ25 όσο και η ΛΑΕ μέχρι σήμερα δυσκολεύονται ακόμη και να μπουν στη βουλή, όσο δεν ξεκαθαρίζουν τη στρατηγική τους κατεύθυνση. Σήμερα, δεν χρειάζεται τόσο πολύ να “προσέχουμε” μην την “ξαναπατήσουμε”, όσο, το αντίθετο, να καλλιεργήσουμε την πίστη για τη δυνατότητα της νίκης του λαού, αυτή τη φορά όχι στη βάση αυταπατών για τον αντίπαλο, αλλά στη βάση ενός σχεδίου που να έχει ρεαλιστικές δυνατότητες επιτυχίας, για το οποίο και πρέπει να ενώσουμε δυνάμεις και να εργαστούμε!
2. Διαλεκτική του κοινωνικού και του πολιτικού.
Αναφέρθηκε παραπάνω η διαλεκτική σχέση αλληλοτροφοδότησης μεταξύ της κοινωνικής και της πολιτικής πλευράς του μετώπου, όπως και η έμφαση στον αντινατοϊκό ακτιβισμό που χαρακτηρίζει τον αντιιμπεριαλιστικό χώρο. Με δεδομένο το μικρό μέγεθος των συλλογικοτήτων του αντινατοϊκού χώρου και της ισχνής τους παρουσίας σε άλλα κινήματα, στον συνδικαλισμό κ.ο.κ., το “κοινωνικό μέτωπο” δεν μπορεί να αναπτυχθεί παρά μόνο εντός των κινητοποιήσεων και εκδηλώσεων ενάντια στον πόλεμο, τον ιμπεριαλισμό, για την ήττα του ΝΑΤΟ κ.ο.κ. Ωστόσο, από μόνη της αυτή η δραστηριότητα έχει αποδειχθεί ότι δεν μπορεί να οδηγήσει σε πολιτικές, προγραμματικές συγκλίσεις, ή να βγει έξω από τα όρια των σημερινών οργανώσεων και του κόσμου που τις ακολουθεί, άρα και δεν μπορεί να προηγηθεί χρονικά του όποιου πολιτικού μετώπου κάποιο μαζικό “κοινωνικό μέτωπο”.
Δυστυχώς, αυτό δεν φαίνεται να γίνεται κατανοητό από όλους/ες τους συναγωνιστές/ίστριες, με αποτέλεσμα ένα είδος “αντιιμπεριαλιστικού σεχταρισμού”, με βάση τον οποίο η “συνέπεια του αντιιμπεριαλισμού” κρίνεται από το κατά πόσο μια δύναμη συμμετέχει η πρωτοστατεί στην ακτιβιστική αυτή δραστηριότητα, στη βάση της κατ’ επανάληψη προβολής συγκεκριμένων συνθημάτων. Πρόκειται για μια “φετιχοποίηση” της αντιιμπεριαλιστικής αυτής κινηματικής δραστηριότητας και ιδεολογικοπολιτικής παρέμβασης. Μάλιστα, είναι σαν να καθιστούμε οι ίδιοι ως μέτρο του αντιιμπεριαλισμού τη δική μας δραστηριότητα, δηλ. -στην ουσία- τον ίδιο τον εαυτό μας (!), χωρίς να κρίνουμε με βάση τα τελικά αποτελέσματα για την ευρύτερη κοινωνία και για την πολιτική της χώρας μας. Μπορούμε, άραγε, να κρίνουμε από το βάθρο, στο οποίο ανεβήκαμε μόνοι μας (!), άλλες δυνάμεις που έχουν ένα άλλο πολιτικό σχέδιο, πέραν του αντινατοϊκού, αντιιμπεριαλιστικού ή και αντιφασιστικού ακτιβισμού, ακόμη και αν, εν τέλει, το σχέδιο αυτό αποδεικνύεται πιο αποτελεσματικό στο να συγκεντρώνει λαϊκές και νεολαιίστικες δυνάμεις σε αντιιμπεριαλιστική κατεύθυνση;!
3. Ο μεγάλος, ο μικρός και ο “μικρομέγαλος”!
Είναι γεγονός ότι η σύνθεση των δυνάμεων που μπορούν σήμερα να συγκροτήσουν το πολιτικό μέτωπο είναι ανισομερής. Η ανασυγκροτημένη ΛΑΕ δεν μπορεί παρά να είναι ο κεντρικός της άξονας από τον οποίο εξαρτάται αν και κατά πόσο μια τέτοια πρόταση μπορεί να υλοποιηθεί (βλ. και το επόμενο σημείο). Η ευθύνη τόσο για τη συγκρότηση του μετώπου, όσο και για την τακτική του και τη συνολική του πορεία καθορίζεται από τον αντίστοιχο συσχετισμό.
Γενικότερα, η ευθύνη της μεγαλύτερης δύναμης αφορά τους αναγκαίους συμβιβασμούς προκειμένου να συγκροτηθεί ο πολιτικός χώρος, στον οποίο καλείται να επιβεβαιώσει την όποια “ηγεμονία” της. Αντίστοιχα, η ευθύνη των μικρότερων συλλογικοτήτων είναι να κάνουν και αυτές τους ανάλογους συμβιβασμούς, ώστε να συμβάλλουν κατ’ αντιστοιχία της δύναμής τους. Καμία δύναμη δεν αναλαμβάνει ευθύνη για τα πεπραγμένα των άλλων, όταν αυτά παρεκκλίνουν της όποιας μετωπικής, πολιτικής συμφωνίας ή είναι άσχετα με αυτήν. Όλες οι δυνάμεις καλούνται να συνεργαστούν εκεί που συμφωνούν και να ανταγωνιστούν εκεί που διαφωνούν· ο συσχετισμός είναι κάτι το δυναμικό και δεν είναι ποτέ “τυχαίος” ή “άδικος”, αλλά η απάντηση της πραγματικής ζωής στο δίκαιο ή στο άδικο της κάθε άποψης ή συμβολής στο εργατολαϊκό κίνημα.
Ωστόσο, αν οι μεγαλύτερες δυνάμεις αδιαφορήσουν για την ενοποίηση του αντιιμπεριαλιστικού χώρου, ή αν οι μικρότερες επιδιώκουν να αποτελούν το κέντρο της όποιας συμμαχίας χωρίς σεβασμό στον συσχετισμό, τότε κανένα πολιτικό μέτωπο που να μπορεί να είναι επιδραστικό στην κεντρική πολιτική σκηνή δεν θα είναι ποτέ δυνατό.
4. ΛΑΕ: ενότητα ποιας Αριστεράς;
Το πολιτικό μέτωπο, επομένως, εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την προθυμία της υπό ανασυγκρότηση ΛΑΕ να συσπειρώσει δυνάμεις σε μια αντιιμπεριαλιστική στρατηγική κατεύθυνση. Επί αυτού, το μεγάλο ερωτηματικό αφορά το τι συμπεράσματα έχει βγάλει μετά από πάνω από 10 χρόνια αποτυχημένων προσπαθειών να μπει στη βουλή μέσω εκλογικών συμμαχιών υπό το κεντρικό σύνθημα της “ενότητας της ριζοσπαστικής Αριστεράς” ή παραλλαγών του, χωρίς να ξεκαθαρίζει και βαθαίνει τις στρατηγικές τις επεξεργασίες και υποβαθμίζοντας το θέμα της σύγκρουσης και εξόδου από την ΕΕ και το ΝΑΤΟ.
Το πρόβλημα δεν είναι απαραίτητα ένας συμβιβασμός στα πλαίσια μιας εκλογικής συμφωνίας όπως αυτή με το ΜΕΡΑ25 (περί σύγκρουσης με την ΕΕ και αποδέσμευσης “αν χρειαστεί”, αλλά και εξόδου από το ΝΑΤΟ). Το πρόβλημα είναι καταρχήν ένα έλλειμμα στρατηγικής (πως να γίνει αυτή η σύγκρουση; γιατί και πως θα οδηγήσει στην έξοδο από την ΕΕ; πως μπορεί να ζήσει ο ελλ. λαός καλύτερα και με ασφάλεια μέσα από μια έξοδο από ΕΕ και ΝΑΤΟ;). Στη συνέχεια μετατρέπεται σε ένα πρόβλημα σύνδεσης της στρατηγικής με την όποια (εκλογική) τακτική, εφόσον η θέση της εξόδου από την ΕΕ και το ΝΑΤΟ “θάβεται” τελείως στον δημόσιο λόγο, αντί να ζυμώνεται, έστω στα πλαίσια της αυτόνομης πολιτικής παρέμβασης της ΛΑΕ, με αποτέλεσμα να μην αποπνέει ο πολιτικός φορέας που την επικαλείται καμία “αυτοπεποίθηση” για το ρεαλιστικό της υλοποίησης του όποιου εναλλακτικού προγράμματος.
Δεν ισχύει ότι δεν υπάρχουν ανοιχτά αυτιά στον εργαζόμενο λαό και τη νεολαία για ένα ριζοσπαστικό, μεταβατικό πρόγραμμα εξουσίας, σε σύγκρουση με την ΕΕ και το ΝΑΤΟ. Η ήττα του προηγούμενου διαστήματος λειτουργεί παραλυτικά, οδηγώντας προς την αποστράτευση, την εκλογική αποχή, ή και σε πιο αντιδραστικά μονοπάτια, μόνο εφόσον δεν προβάλλεται ένα τέτοιο πρόγραμμα ικανό να πείσει για τις δυνατότητες επιτυχίας του. Στο ίδιο χρονικό διάστημα, άλλωστε, το ΚΚΕ περνά με ευκολία τον πήχη της εισόδου στη βουλή, κηρύττοντας τον …λόγο του αντικαπιταλισμού και της εξόδου από την ΕΕ και το ΝΑΤΟ, σπαταλώντας μεγάλο μέρος του ριζοσπαστισμού του ελληνικού λαού στο συμβιβασμένο με τον ιμπεριαλισμό …ανύπαρκτο σχέδιό του…
Εν τέλει, η πλατιά, ενωτική πολιτική τακτική μπορεί να ξεδιπλωθεί μόνο πάνω σε μια σαφή στρατηγική κατεύθυνση που να μπορεί να πείσει ως ρεαλιστική, εναλλακτική πολιτική εξουσίας, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν παραπάνω. Σε κάθε περίπτωση, πρέπει να λάβουμε υπόψη ότι όλοι οι άλλοι πόλοι της Αριστεράς είναι λίγο-πολύ συγκροτημένοι (βλ. παραπάνω στην 1. Πολιτικές δυνάμεις) και αυτό δεν αναμένεται να αλλάξει ιδιαίτερα, όχι τουλάχιστον μέχρι τις επόμενες εκλογές.
5. Η άθλια τακτική της “απομόνωσης/διάλυσης της ΑΡΑΣ/ΛΑΕ”.
Παραπάνω αναφερθήκαμε σε κατακερματισμό και διαλυτικά φαινόμενα στη βάση δευτερευουσών αντιθέσεων. Πουθενά δεν φαίνεται αυτό πιο ξεκάθαρα από ότι στα όσα πρωτοφανή ζούμε στον μικρόκοσμο της εξωκ. Αριστεράς της χώρας μας κατά τους τελευταίους μήνες σε σχέση με την …ΑΡΑΣολογία!
Έχει ασκηθεί πολύ κριτική, δίκαιη ή άδικη, στην παρέμβαση της ΑΡΑΣ ενάντια σε κατάληψη χώρου του ΕΜΠ από αναρχικές ομάδες κατά τον περσινό εορτασμό της επετείου της εξέγερσης του Πολυτεχνείου, ενώ τόσο η ΑΡΑΣ όσο και η ΛΑΕ έχουν κάνει επίσης την αυτοκριτική τους. Αναμφίβολα ήταν άστοχη και λειτούργησε αρνητικά για το κίνημα, κρίνοντας και εκ του αποτελέσματος άλλωστε.
Ωστόσο, το οργανωμένο κίνημα έχει τρόπους για να λύνει τέτοιου είδους προβλήματα όταν προκύπτουν. Υπάρχουν όργανα του κινήματος, γενικές συνελεύσεις, εκλογές κ.ο.κ., όπου μπορούν οι διάφορες δυνάμεις να ασκήσουν κριτική και, αν αυτές έχουν δίκαιο και οι αντίπαλοί τους άδικο, αυτό να αποτυπωθεί και στην αλλαγή των πολιτικών συσχετισμών. Επίσης, η κάθε δύναμη έχει το δικαίωμα, και είναι, λίγο-πολύ, υποχρεωμένη με βάση την πραγματικότητα της ταξικής πάλης, να κινητοποιεί τα μέλη της προς περιφρούρηση της πολιτικής της δραστηριότητας, και κρίνεται για τον τρόπο που (δεν) το κάνει. Άσχετα από επιμέρους πλευρές των γεγονότων του Νοεμβρίου, δεν συνιστούν καμία ιστορική πρωτοτυπία για τα δεδομένα του (φοιτητικού) κινήματος. Κάθε άλλο, έχουν γίνει από όλες τις πλευρές πολύ χειρότερα στο παρελθόν.
Ωστόσο, σε καμία περίπτωση στο παρελθόν δεν ακολούθησε αυτό που συμβαίνει από τις πρώτες κιόλας μέρες μέχρι και σήμερα. Αρχικά, μια αντίδραση τρίτων δυνάμεων, είτε οργανωμένων είτε “προσωπικοτήτων”, κυρίως μέσα από τα ηλεκτρονικά κοινωνικά δίκτυα, που στόχευσαν εξ’ αρχής, και γρήγορα -κι εύκολα…- το κατάφεραν, στη διάλυση της εκλογικής συμμαχίας ΜΕΡΑ25-ΛΑΕ. Ακολούθησε μια διαλυτική τακτική διάσπασης κάθε συνδικαλιστικού σχήματος με παρουσία μελών της ΑΡΑΣ. Πλέον, φαίνεται αυτή η τακτική να επεκτείνεται και προς όσους δεν δέχονται να συμμετέχουν σε αυτήν, καταρχήν προς τα υπόλοιπα μέλη της ΛΑΕ (Αριστερό Ρεύμα και ανένταχτοι). Ο στόχος φαίνεται να είναι η διάλυση της ίδιας της ΛΑΕ, και να έχει τεθεί εκ μέρους δυνάμεων που την “ανταγωνίζονται” πολιτικά!
Είναι ηλίου φαεινότερο ότι δεν είναι η “ενδοκινηματική βία” ή οι όποιες παθογένειες μιας σε μεγάλο βαθμό νεολαιίστικης οργάνωσης όπως η ΑΡΑΣ ο πραγματικός λόγος πίσω από την τακτική αυτή, παρά μόνο το πρόσχημα. Οι δυνάμεις που πρωταγωνιστούν σε αυτήν την τακτική αφενός μεν επιδιώκουν άμεσα, μικροκομματικά οφέλη (π.χ. όσον αφορά τους συσχετισμούς στο φοιτητικό κίνημα), αφετέρου δε αποτελούν οργανώσεις της “αντικαπιταλιστικής” Αριστεράς που δέχονται πολεμική από τις αντιιμπεριαλιστικές δυνάμεις για την ως άνω απολογητική για τον ιμπεριαλισμό λογική του “ούτε … ούτε …”. Η τέτοια επίθεση στη μεγαλύτερη οργάνωση του αντιιμπεριαλιστικού χώρου θέτει εκ των πραγμάτων μια “νάρκη” σε οποιαδήποτε προσπάθεια πολιτικής συγκρότησης του χώρου αυτού. Ένα παράπλευρο όφελος της τακτικής αυτής είναι και ότι με αυτόν τον τρόπο απεκδύονται οι δυνάμεις αυτές των δικών τους ευθυνών για την περιφρούρηση του φοιτητικού κινήματος από τις “αναρχοφιλελεύθερες” πρακτικές μερίδας του αναρχικού και αντιεξουσιαστικού χώρου και τη γενικότερη απουσία ιδεολογικού και πολιτικού μετώπου απέναντι στον χώρο αυτόν.
Η συνέχιση της τακτικής “απομόνωσης της ΑΡΑΣ/ΛΑΕ” συνιστά, πλέον, εκφυλισμό συνολικά για όσους την επιλέγουν και για το εργατικό και λαϊκό κίνημα συνολικά, ειδικά το νεολαιίστικο. Δεν πείθουν όσοι αναφέρονται στους μέχρι πριν λίγα χρόνια συμμάχους και συνοδοιπόρους τους ως “παρακρατικούς”, “τραμπούκους”, “συμμορία”, ενώ προκύπτουν ερωτήματα και για τους ίδιους αν μια τέτοια “συμμορία” έχει κυριαρχήσει πολιτικά εναντίον τους, π.χ. στο φοιτητικό κίνημα. Άραγε στις πόσες ανακοινώσεις για αψιμαχίες μεταξύ φοιτητριών σε …μπαρ (!) ξεπερνιέται το όριο της γελοιότητας, όταν η καπιταλιστική κρίση βαθαίνει και ο πόλεμος μας χτυπάει την πόρτα; Πέραν της γελοιότητας, όμως, ποιος χαρακτηρισμός αρμόζει στην κάλυψη -κατ’ ελπίδα πολιτική μόνο…- βίαιων επιθέσεων εναντίον μεμονωμένων συνδικαλιστών κάτω από τον χώρο εργασίας ή κατοικίας τους, ή της δημόσιας απειλής ενάντια στην παρουσία εκλεγμένων συνδικαλιστών στο ΑΠΘ; Άραγε συνιστούν κι αυτά “ενδοκινηματική βία/βεντέτα”; Εξαρτάται από τον ορισμό που δίνει κανείς στο κίνημα… Αφορά “ό,τι κινείται” γενικά; Ή το οργανωμένο εργατικό, λαϊκό και νεολαιίστικο κίνημα; Ο εκφυλισμός αυτός, δυστυχώς, ακολουθεί έναν ιδεολογικό και πολιτικό εκφυλισμό που μετατρέπει την πολιτική δράση όλο και περισσότερο σε …πολιτιστικό φαινόμενο που κρίνεται με ατομικίστικα και ηθικολογικά κριτήρια, τον τρόπο έκφρασης του λόγου κ.ο.κ…
Για τις αντιιμπεριαλιστικές δυνάμεις της Αριστεράς είναι απαραίτητο να μη φοβηθούν και να μην παρασυρθούν από τον “θόρυβο” αυτόν, που μπορεί να είναι δυνατός στα κοινωνικά δίκτυα του “αριστεροχωρίου”, αλλά δεν αφορά, εν τέλει, κανέναν πέραν από τον μικρόκοσμο αυτόν. Ας μη γελιόμαστε: ο δρόμος που ανοίγει με “διαδικτυακό κάνσελινγκ”, συνεχίζεται με “απομόνωση στο κίνημα”, κλιμακώνεται με καταδρομικές επιθέσεις εναντίον μεμονωμένων αγωνιστών/-στριών, ενώ συνοδεύεται με σχόλια περί (ακραίου) “φιλορωσισμού”, “πρακτόρων της ιρανικής Πρεσβείας” κ.ο.κ., μπορεί να έχει μόνο μια κατάληξη: την καταστολή από το (παρα)κράτος εναντίον των δυνάμεων που αγωνίζονται με συνέπεια, χωρίς “ναι μεν αλλά” και “αστερίσκους”, για την ήττα της κυβέρνησής μας και του ιμπεριαλισμού μας στον πόλεμο που διεξάγουν ενάντια στην Παγκόσμια Πλειοψηφία.
Ε. Το πολιτικό μέτωπο και οι εκλογές.
1. Για το επόμενο διάστημα μέχρι τις επερχόμενες εκλογές (τέλος 2026 – μέσα 2027).
Η αντικειμενική δυνατότητα για να γίνει το επόμενο βήμα, για ένα πολιτικό μέτωπο της αντιιμπεριαλιστικής Αριστεράς, με άξονα τη σύγκρουση με ΕΕ, ΗΠΑ (ΝΑΤΟ) και την ντόπια ολιγαρχία του μεγάλου, (φιλο)μονοπωλιακού, φιλοϊμπεριαλιστικού κεφαλαίου, υπάρχει. Εάν το μέτωπο αυτό σχηματιστεί πριν τις επερχόμενες εκλογές, θα πρέπει και να κατέβει στις εκλογές με μια εκλογική τακτική που να μην ακυρώνει την ως άνω γενική στρατηγική κατεύθυνση.
Οι υποκειμενικές δυσκολίες, όμως, είναι μεγάλες, ενώ πολλά θα εξαρτηθούν από την κατεύθυνση που θα πάρει η ανασυγκρότηση της ΛΑΕ. Επομένως, φαντάζει πιο πιθανό οι εκλογές να προκύψουν πριν καταστεί ένα τέτοιο μέτωπο από δυνατότητα πραγματικότητα. Σε αυτήν την περίπτωση, μια -αρχικά- εκλογική συμμαχία μπορεί να λειτουργήσει προωθητικά για τον σχηματισμό του μετώπου μετά τις εκλογές. Με αυτό το κριτήριο προσεγγίζουμε το θέμα των εκλογών, όσοι επιδιώκουμε πραγματικά να γίνουν βήματα προς ένα αντιιμπεριαλιστικό, κοινωνικοπολιτικό μέτωπο, και όχι ως αυτοσκοπό.
Είναι προφανές ότι οι πιθανότητες εκλογής βουλευτών στις παρούσες συνθήκες είναι μηδαμινές ή ανύπαρκτες. Ωστόσο, η συμμετοχή των αντιιμπεριαλιστικών δυνάμεων της Αριστεράς σε μια τέτοια πανεθνική πολιτική μάχη, όταν όλος ο λαός έχει (πιο) ανοιχτά αυτιά για τις πολιτικές θέσεις της κάθε δύναμης και οι συζητήσεις για μια εναλλακτική πορεία της χώρας ανοίγουν (πιο) εύκολα, θα συνιστά αυτομάτως πολιτική αναβάθμιση. Διαφορετικά, θα έχει περάσει άλλη μια τετραετία, κατά την οποία θα έχει επιβεβαιωθεί ότι η αντιιμπεριαλιστική Αριστερά βρίσκεται στο πολιτικό περιθώριο, παρόλη την κινητοποίηση και την ιδεολογική και πολιτική παρέμβαση στην οποία επιδίδεται.
2. Γενική αντίληψη για τη σχέση του πολιτικού και του εκλογικού μετώπου.
Tα παραπάνω ισχύουν για τη σημερινή συγκυρία με τις συγκεκριμένες αντιλήψεις και στάσεις των διάφορων σχηματισμών της ριζοσπαστικής και κομμουνιστικής Αριστεράς και τον συσχετισμό μεταξύ τους. Ωστόσο ένα πολιτικό μέτωπο της αντιιμπεριαλιστικής Αριστεράς με φιλοδοξίες ιδεολογικοπολιτικής ηγεμονίας στον χώρο της Αριστεράς και συσπείρωσης δυνάμεων γύρω από μια εναλλακτική πρόταση εξουσίας, οφείλει να ξεδιπλώνει την αντίστοιχη τακτική, τόσο γενικά στο κίνημα, όσο και συγκεκριμένα κατά την κεντρικοπολιτική μάχη των βουλευτικών εκλογών.
Στη βάση αυτή, δεν μπορούμε να μην παρατηρήσουμε ότι με βάση τα προγράμματα και τις διακηρύξεις των κομμάτων και οργανώσεων, θα έπρεπε να ήταν δυνατή καταρχήν μια εκλογική συμμαχία με κεντρικό άξονα τη σύγκρουση με την ΕΕ, τις ΗΠΑ (ΝΑΤΟ) και την ντόπια ολιγαρχία του (μεγάλου) κεφαλαίου με μια προγραμματική συμφωνία με ενδεικτικά βασικά σημεία:
- Απεμπλοκή από τους ιμπεριαλιστικούς σχεδιασμούς, πολέμους, επεμβάσεις, παράνομες διεθνείς κυρώσεις. Καμία χρήση των νατοϊκών βάσεων και καμία στρατιωτική παρουσία στο εξωτερικό για τέτοιους σκοπούς. Κλείσιμο των νατοϊκών βάσεων κι έξοδος από το ΝΑΤΟ.
- Ένα μεταβατικό πρόγραμμα φιλολαϊκής διεξόδου από την κρίση σαν αυτό που αναφέρθηκε και παραπάνω στην Πολιτικές – και κάποιες οργανωτικές- προϋποθέσεις, με τη δέσμευση σύγκρουσης με την ΕΕ προκειμένου να υλοποιηθεί.
- Άλλες φιλολαϊκές, φιλεργατικές, δημοκρατικές μεταρρυθμίσεις π.χ. για συμβάσεις εργασίας, για δημόσια και δωρεάν υγεία και παιδεία, για τη δικαιοσύνη, το πολιτικό σύστημα (π.χ. απλή αναλογική ως εκλογικό σύστημα κ.α.)
Αν τα διάφορα κόμματα και οργανώσεις του χώρου εννοούν πραγματικά τα όσα λένε, τότε κανονικά θα έπρεπε να μπορούν να συμφωνήσουν σε μια τέτοια εκλογική συμμαχία από το ΚΚΕ, μέχρι το ΜΕΡΑ25, συμπεριλαμβανομένων της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, της ΛΑΕ και της Πολιτικής Κίνησης των 6 οργανώσεων. Από θέση ισχύος, μια τέτοια συμμαχία θα μπορούσε να προσελκύει ακόμη περισσότερες οργανώσεις, ακόμη και στα όρια ή και εκτός του χώρου της Αριστεράς (π.χ. ΕΠΑΜ), ή άλλες δυνάμεις που θα αποδεσμεύονται αργότερα από τα άλλα κόμματα, ειδικά εάν οξυνθεί η ταξική πάλη σε μια περίοδο κρίσης ή πολέμου.
Σε κάθε περίπτωση, αυτή η εκλογική συμμαχία θα έμπαινε σίγουρα στη βουλή και θα είχε μια δυναμική για να αποτελέσει τον κύριο πόλο μιας λαϊκής αντιπολίτευσης, ενισχύοντας την άνοδο του κοινωνικού και πολιτικού ριζοσπαστισμού στη στρατηγική κατεύθυνση που επιδιώκουμε, παρόλες τις αντιθέσεις ανάμεσα στις συνιστώσες δυνάμεις και τις αναπόφευκτες προγραμματικές αντιφάσεις. Μάλιστα, δεν μπορούμε να σκεφτούμε παρά ελάχιστα θέματα της κοινοβουλευτικής ημερήσιας διάταξης, στα οποία δεν θα μπορούσαν να συμφωνήσουνε ως προς τη στάση που θα κρατούσαν οι βουλευτές ενός τέτοιου εκλογικού μετώπου (π.χ. σε κοινωνικά θέματα όπως ο γάμος ομοφύλων). Στα λίγα αυτά θέματα, θα μπορούσαν να επιτρέψουν την ψήφο κατά συνείδηση των βουλευτών, με βάση τις θέσεις των επιμέρους συνιστωσών κομμάτων και μετώπων.
Αν θεωρήσουμε ότι το ήδη κοινοβουλευτικό κόμμα ΚΚΕ, με βάση την πλήρως σεχταριστική τακτική του, αποκλείεται να δεχόταν ποτέ κάτι τέτοιο, παραμένει ότι μια τέτοια συμμαχία όλων των υπολοίπων δυνάμεων θα έμπαινε σχεδόν σίγουρα στη βουλή, πιέζοντας το ΚΚΕ να αλλάξει τακτική και τραβώντας το προς πιο ριζοσπαστικές θέσεις και στάσεις.
Η λογική πίσω από μια τέτοια πρόταση βασίζεται στο ότι για τους κομμουνιστές οι εκλογές είναι μια επιμέρους μάχη, πλευρά της πολιτικής ταξικής πάλης, και ως τέτοια υποτάσσεται στη γενική στρατηγική κατεύθυνση. Αν και είναι μια πολύ σημαντική πλευρά, λόγω του κεντρικοπολιτικού της χαρακτήρα που εφάπτεται του ζητήματος της εξουσίας και μέσω αυτής και όλων των επιμέρους θεμάτων, δεν συνιστά σε καμία περίπτωση το «όλον» της πάλης για την εξουσία, ούτε αυτό που καθορίζει κυρίαρχα την πολιτική ταυτότητα του όποιου πολιτικού μετώπου.
Για την ακρίβεια, η εκλογική συμμαχία απαιτεί μια πιο στενή και επιφανειακή προγραμματική συμφωνία και -γενικά μιλώντας- πιο χαλαρούς οργανωτικούς δεσμούς από ότι αυτή που απαιτείται για ένα πολιτικό μέτωπο με βαθύτερη συμφωνία στη στρατηγική κατεύθυνση, όπως αυτό που προτάθηκε στο Γ. Πρόταση για πολιτικό μέτωπο της αντιιμπεριαλιστικής Αριστεράς. Η ακριβής λειτουργία της μάχης των εκλογών εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την πολιτική συγκυρία και τον συσχετισμό δυνάμεων. Είναι άλλοι οι όροι και οι προϋποθέσεις αν η εκλογική συμμαχία σκοπεύει μόνο στην καταγραφή, ή απλά στην είσοδο στη βουλή, ή στη διαμόρφωση μιας ισχυρής κοινοβουλευτικής λαϊκής αντιπολίτευσης, ή εάν αρχίζει να έχει βλέψεις να επηρεάσει με κάποιον τρόπο την κυβέρνηση (ανοχή, συμμετοχή, ή κατάληψη της κυβερνητικής εξουσίας).
Αντιλήψεις που βλέπουν τις εκλογές κυρίως στο συμβολικό ή και ηθικό ή ψυχολογικό επίπεδο, που, π.χ., αντιλαμβάνονται την κοινή κάθοδο στις εκλογές ως «ταύτιση» με τις άλλες συνιστώσες οργανώσεις ή τα προβεβλημένα στελέχη τους, ή βλέπουν στις εκλογές μόνο μια ευκαιρία ζύμωσης της στρατηγικής, ακόμη και αν αυτή είναι μόνο 10 σημεία σε μια σελίδα, ή ακόμη χειρότερα, 10 συνθήματα, εντάσσονται ξεκάθαρα στο φάσμα του αριστερίστικου σεχταρισμού και απομακρύνονται από μια μ-λ κομμουνιστική πολιτική, δηλ. μια διαλεκτική σύνδεση της στρατηγικής με την τακτική, του κοινοβουλευτικού με τον κινηματικό αγώνα κ.ο.κ.
Σε κάθε περίπτωση, και σε αυτό το ζήτημα, ο μετωπικός σχηματισμός που περισσότερο κινείται πιο κοντά στη λογική που περιγράφουμε εδώ πέρα είναι η ΛΑΕ, χωρίς, φυσικά να υπάρχει ταύτιση, ακριβώς λόγω των προβλημάτων που αναφέρονται παραπάνω στην 4. ΛΑΕ: ενότητα ποιας Αριστεράς;. Δυστυχώς, σε όλες τις άλλες πλευρές, από το ΜΕΡΑ25, μέχρι την ΑΝΤΑΡΣΥΑ, την Πολιτική Κίνηση των 6, και, φυσικά, στο ΚΚΕ, υπερισχύουν άλλες προτεραιότητες και οι στάσεις τους παρεκκλίνουν είτε προς τα δεξιά, είτε προς τα αριστερά.
ΣΤ. Αντιιμπεριαλιστικό κοινωνικοπολιτικό μέτωπο και ανασυγκρότηση του κομμουνιστικού κινήματος.
Μέσα από τη δράση εντός ενός μετώπου με πρόγραμμα και πρακτική σε συνεπή αντιιμπεριαλιστική κατεύθυνση, με τις παραπάνω πολιτικές και οργανωτικές προϋποθέσεις, καλούμαστε να υλοποιήσουμε και τον βασικό σκοπό της Πρωτοβουλίας μας, την ανασυγκρότηση του κομμουνιστικού κινήματος πάνω στη στρατηγική κατεύθυνση που καθορίζει το Ανοιχτό μας Κάλεσμα. Μόνο μέσα από μια τέτοια διαδικασία γενικότερης ανάταξης, μαζικοποίησης, ριζοσπαστικοποίησης, εν τέλει ανασυγκρότησης του εργατικού και λαϊκού κινήματος, μπορεί να αναπτυχθεί πλήρως και το σχέδιό μας για τη διαμόρφωση της κομμουνιστικής πρωτοπορίας εντός του.
Η Πρωτοβουλία μας δεν βιάζεται να αυτοχαρακτηριστεί ως “οργάνωση”. Απαιτείται μια ελάχιστη κοινωνική και υλική δύναμη για κάτι τέτοιο, ώστε να καθίσταται δυνατή από τη μια η εκπόνηση ενός πολιτικού σχεδίου που να αφορά τον λαό και να στοχεύει τελικά στην εξουσία και, από την άλλη, να μπορεί το σχέδιο αυτό να κριθεί στην πράξη κατά την προσπάθεια υλοποίησής του, και όχι με βάση αυτοναφορικά κριτήρια, τις επιθυμίες μας ή την άποψη που έχουμε οι ίδιοι για τον εαυτό μας.
Στη βάση αυτή, η ύπαρξη της Πρωτοβουλίας μας έχει νόημα μόνο εάν λειτουργεί ως καταλύτης για ευρύτερες και βαθύτερες πολιτικές, προγραμματικές και οργανωτικές, συγκλίσεις, τόσο στο θέμα του αντιιμπεριαλιστικού κοινωνικοπολιτικού μετώπου, όσο και σε αυτό μιας μεταβατικής, κομμουνιστικής οργάνωσης που θα δρα εντός του.
Γι’ αυτό άλλωστε και το εγχείρημά μας αποτελείται από συντρόφους και συντρόφισσες με διαφορετική πολιτική καταγωγή (ΚΚΕ, ΝΑΡ, ΑΝΤΑΡΣΥΑ, ΛΑΕ, ΣΥΡΙΖΑ, ΠΑΣΟΚ κ.α.), χωρίς να θεωρούμε ότι το παρελθόν καθορίζει μονοσήμαντα το παρόν και το μέλλον! Κάθε υποχώρηση από μια τέτοια λογική που εξαντλεί τις εκάστοτε δυνατότητες για συμπόρευση και συνεργασία σε όλα τα επίπεδα (κίνημα/συνδικαλισμός – μέτωπο – οργάνωση/κόμμα), παίρνοντας και τις αντίστοιχες πρωτοβουλίες, οδηγεί αναπόφευκτα στην ανατροπή του βασικού σχεδίου του εγχειρήματός μας και, τελικά, στον μαρασμό και στη διάλυσή του.



