ΑΡΘΡΟ ΑΠΟΨΗΣ
Γράφει ο Βασίλης Λιόσης
(αναδημοσίευση από Από τη σπίθα στη φλόγα)
Διανύουμε μια παρατεταμένη περίοδο ήττας του κομμουνιστικού κινήματος. Την ίδια ώρα ο ιμπεριαλισμός εμφανίζεται με τα πιο επιθετικά του χαρακτηριστικά. Είναι πλέον «εμπλουτισμένος» με νεοφασιστικά στοιχεία, με ακραίες νεοσυντηρητικές ιδέες και πρακτικές, με ρατσισμό και εθνικισμό. Στην Ελλάδα η διαχρονική στρατηγική επιλογή της ελληνικής αστικής τάξης, δηλαδή η στρατηγική της υποτέλειας, συνεχίζεται αδιαλείπτως. Με αυτή τη στρατηγική έχει επιλεγεί ένα απολύτως καταστροφικό οικονομικό μοντέλο που βασίζεται στον τουρισμό, στην «πράσινη ανάπτυξη» και στα ευρωπαϊκά πακέτα. Ο πρωτογενής και δευτερογενής τομέας συρρικνώνονται εντός μιας μακρόχρονης περιόδου. Η κρισιμότητα της ιστορικής φάσης που εξελίσσεται μπροστά μας θέτει καίρια ερωτήματα: Πώς θα ανασυγκροτηθεί το κομμουνιστικό κίνημα; Τι σχέση έχει το μέτωπο και το κόμμα; Μέτωπο κοινωνικό ή πολιτικό;
Με δεδομένες τις πολύ σοβαρές αντικειμενικές δυσκολίες που έχουν να κάνουν με την άνευ προηγουμένου ιδεολογική πολιτική στροφή του ΚΚΕ, τον πάγιο σεχταρισμό και τους ιδεολογικούς δογματισμούς της πλειονότητας των τμημάτων της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς και τους δυσμενείς συσχετισμούς στην πολιτική και κοινωνική σκηνή, οι απαντήσεις στα ερωτήματα που τέθηκαν δεν είναι εύκολες.
[1] Μικρές δυνάμεις που κρατάνε αναμμένη τη φωτιά του αντιιμπεριαλισμού και της επανάστασης και που θεωρούν πως η Ελλάδα είναι οικονομικά και πολιτικά εξαρτημένη και δεν έχουν πέσει στην παγίδα του δυτικού μαρξισμού, οφείλουν να δώσουν συγκροτημένες απαντήσεις, να συμβαδίσουν, να συνεννοηθούν μεταξύ τους και να θέσουν κοινούς στόχους. Τα καθήκοντα είναι τεράστια αφού από τη μια απαιτείται η συγκρότηση κοινωνικών και πολιτικών μετώπων και από την άλλη η ανασυγκρότηση του κομμουνιστικού κινήματος.
[2] Η έννοια του κοινωνικού και πολιτικού μετώπου περιέχει ως στοιχεία της, την ευελιξία, τις αμοιβαίες υποχωρήσεις, τους συμβιβασμούς και εν τέλει αφορά την τακτική και όχι τη στρατηγική (ή και αντίστροφα η τακτική εμπεριέχει την έννοια του μετώπου). Το Μέτωπο συγκροτείται ως κοινωνικό και πολιτικό χωρίς να μπαίνουν «κουτάκια» στο ποιο είναι πρώτο, αν και πρέπει να τονιστεί ότι ιστορικά η συγκρότηση των πολιτικών μετώπων υποβοήθησε αυτή των κοινωνικών. Σε κάθε περίπτωση το κοινωνικό με το πολιτικό αλληλοτροφοδοτούνται. Το Μέτωπο μπορεί να συγκροτείται σε πολλά επίπεδα (στον δρόμο, στους εργασιακούς χώρους, στις γειτονιές, στα πανεπιστήμια, με βάση τον αντιιμπεριαλισμό, τον αντιφασισμό, τα εργασιακά, την παιδεία, την υγεία κ.ά. ) και αποκτά σάρκα και οστά όταν: α) κινείται σε όλα ή σε αρκετά από αυτά τα επίπεδα, β) έχει πανελλαδική δικτύωση, γ) αποτελεί πυρηνικό κομμάτι του λαϊκού κινήματος, δ) συνενώνει συλλογικότητες, τάξεις και στρώματα. Αν θα έπρεπε να κάνουμε μια αξιολόγηση, αυτό που προέχει σήμερα είναι η συγκρότηση μετώπων στους εργασιακούς χώρους και στο πεδίο του αντιιμπεριαλισμού (ο οποίος εμπεριέχει και τον αντιφασισμό, αφού ο νέος ιμπεριαλισμός έχει εντάξει νεοφασιστικά στοιχεία). Ακόμη και δυνάμεις που δεν είναι με συνέπεια αντιιμπεριαλιστικές δεν αποκλείονται από επιμέρους συσπειρώσεις και συμπορεύσεις (π.χ. συνδικάτα). Το Μέτωπο πιθανώς να εκφράζεται και εκλογικά αφού πρώτα έχει δοκιμαστεί στο κίνημα και ενώ βλέπει τις εκλογές ως ένα ακόμη πεδίο παρέμβασης και ταξικής πάλης. Το καθήκον των κομμουνιστών σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο κι εφόσον αυτό προκύψει (δεν είναι κάτι νομοτελειακό) είναι τούτο: όταν έρθει η κρίσιμη στιγμή του «ποιος-ποιον» να προετοιμάσουν τον λαό και τις σύμμαχες δυνάμεις για την τελική σύγκρουση. Για την επαναστατική μετάβαση. Η αρνητική εμπειρία της –κατά τα άλλα ηρωικής– κυβέρνησης Αλιέντε, είναι απολύτως διδακτική. Σε κάποιες περιπτώσεις το Μέτωπο μπορεί να αποκτήσει και χαρακτηριστικά τακτικής με στρατηγική σημασία. Για παράδειγμα, αν αφορά την υιοθέτηση ενός μεταβατικού προγράμματος (έξοδος από ΕΕ και ΝΑΤΟ, διαγραφή χρεών, εθνικοποίηση των κύριων τομέων της οικονομίας κ.λπ.) και μία κυβέρνηση ριζοσπαστικών δυνάμεων που θα το υλοποιήσει, τότε μιλάμε ακριβώς για αυτό: για μια τακτική στρατηγικού χαρακτήρα.
[3] Η εμπειρία των Μετώπων του 20ου αιώνα είναι κάτι παραπάνω από πολύτιμη, ανεξάρτητα από τα λάθη και τις αντιφάσεις. Πολύτιμη παρακαταθήκη αποτελεί το 7ο συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς το 1935 στο οποίο χαράχτηκε η τακτική των αντιφασιστικών μετώπων και το ίδιο πολύτιμη παρακαταθήκη αποτελεί και η συγκρότηση του ΕΑΜ το 1941. Η εισήγηση του Δημητρόφ στο 7ο συνέδριο της ΚΔ και το κείμενο του Δημήτρη Γληνού Τι είναι και τι θέλει το ΕΑΜ, είναι εξαιρετικά ντοκουμέντα που αξίζει όχι ασφαλώς να αντιγραφούν μηχανιστικά αλλά να ληφθούν υπόψη ως τρόπος σκέψης. Θα ήταν παράλειψη αν σε αυτά τα κείμενα δεν προστίθετο και η απόφαση της 6ης Ολομέλειας του ΚΚΕ του 1934. Μιλάμε για εκείνη την απόφαση που καταγράφει τη θέση της Ελλάδας στο παγκόσμιο καπιταλιστικό σύστημα και την τακτική και στρατηγική που απορρέει από αυτήν. Απότοκο όλων αυτών υπήρξε και το πρώτο γράμμα του Ζαχαριάδη κατά την ιταλική εισβολή το 1940. Ωστόσο, αυτό που αξίζει δεν είναι απλώς και μόνο τα ντοκουμέντα αλλά τα κοινωνικά γεγονότα που προκλήθηκαν από τα ντοκουμέντα και τις σχετικές αποφάσεις. Ας μην ξεχνάμε πως προς το τέλος του Β΄ παγκοσμίου πολέμου το διαλυμένο ΚΚΕ του 1940 έφτασε τα 400.000 μέλη και το ΕΑΜ το 1.500.000!
[4] Σήμερα, οι δυνάμεις που αγωνιούν για το μέλλον του τόπου, της διεθνούς κατάστασης και του μέλλοντος του κομμουνιστικού κινήματος οφείλουν να συνεννοηθούν με ανοικτότητα και χωρίς αποκλεισμούς. Αυτό βεβαίως δεν σημαίνει ότι η επιδίωξη είναι η δημιουργία ενός μετώπου-χυλού. Στο κοινωνικό επίπεδο οι δυνάμεις που καλούνται να συγκροτήσουν το Μέτωπο είναι: η εργατική τάξη, η προοδευτική διανόηση, τα καταπιεζόμενα μικροαστικά στρώματα, οι ημιπρολετάριοι, οι άνεργοι. Όσον αφορά το πολιτικό Μέτωπο χωράνε όσοι αποδέχονται ένα μίνιμουμ πρόγραμμα σύγκρουσης με το υπάρχον σύστημα, έχουν κάνει μια στοιχειώδη αυτοκριτική για ατοπήματα του παρελθόντος, δεν υιοθετούν τον ισαποστακισμό, απορρίπτουν τον εργοδοτικό και κυβερνητικό συνδικαλισμό, δεν ερωτοτροπούν με ομάδες των οποίων η δράση γεννά ερωτηματικά. Το Μέτωπο δεν μπορεί και δεν πρέπει να συγκροτείται στη βάση εφ’ όλης της ύλης ιδεολογικών συμφωνιών. Είναι προφανές ότι θα υπάρχουν αποχρώσεις. Η ζωή έχει δείξει ότι δεν γίνεται αλλιώς. Ειδικά, για τη σχέση κομμουνιστών-αναρχίας πρέπει με καθαρότητα να ειπωθεί το εξής: η σχέση αυτή καθορίζεται εν πολλοίς από την αντιπαράθεση Μαρξ-Μπακούνιν που κατέληξε στη διαγραφή του δεύτερου από την Α΄ Διεθνή, από τα γεγονότα της Κροστάνδης (σοβιέτ χωρίς μπολσεβίκους), από τη σύγκρουση κομμουνιστών-αναρχικών στην ισπανική επανάσταση, από τη δράση της αναρχίας στην Ευρώπη μεταπολεμικά και από την προβοκατόρικη στάση μεγάλου μέρους της της αναρχίας στην Ελλάδα μεταπολιτευτικά. Ασφαλώς, η αναρχία δεν είναι ενιαία. Στον βαθμό που δεν είναι αντικομμουνιστική και είναι αντιιμπεριαλιστική μπορεί να υπάρξουν κοινοί βηματισμοί. Ωστόσο, είναι σαφές ότι δεν χωρά σε ένα πολιτικό μέτωπο, αφού ένα τέτοιο μέτωπο πρέπει να θέτει το θέμα της εξουσίας και η αναρχία θέτει εαυτόν εκτός αφ’ ης στιγμής είναι από τη φύση της αντιεξουσιαστική.
[5] Η τακτική των μετώπων είναι απολύτως αναγκαία σε κάθε ιστορική περίοδο πόσο μάλλον αν πρόκειται για μια περίοδο τόσο δύσκολη όπως η δική μας. Η αναγκαιότητά της εδράζεται στο γεγονός ότι εξαιρουμένων των πρωτοποριών, τα πλατιά λαϊκά στρώματα δεν μπορούν να αποκτήσουν αυτομάτως επαναστατική συνείδηση (για να είμαστε ακριβείς ούτε οι πρωτοπορίες αποκτούν αυτομάτως την επαναστατική συνείδηση). Ο κρυμμένος μηχανισμός της εκμετάλλευσης (ιδιοποίηση της υπεραξίας), τα ισχυρά μέσα χειραγώγησης που πηγάζουν από τη συστημική προπαγάνδα, τα ελλείμματα της επαναστατικής Αριστεράς, ο φόβος, οι θεσμοί αναπαραγωγής της αστικής ιδεολογίας (σχολείο, πανεπιστήμιο, εκκλησία), είναι παράγοντες που διαμορφώνουν την υποταγή. Το άλμα στις συνειδήσεις δεν γίνεται βολονταριστικά, αλλά απαιτεί κοπιαστική, μακροχρόνια και υπομονετική δουλειά. Μάλιστα, αυτό το άλμα συμβαίνει σε ιστορικές στιγμές ανεξάρτητα από τη θέλησή μας. Οι πρωτοπορίες παίζουν τον ρόλο αυτού που βάζει τον σπόρο, του επιταχυντή και της εξασφάλισης της μέγιστης δυνατής ιδεολογικής και πολιτικής επιρροής, ώστε στις κρίσιμες στιγμές να αυξάνονται οι πιθανότητες νίκης.
[6] Και εδώ ακριβώς ερχόμαστε στο θέμα της ανασυγκρότησης του κομμουνιστικού κινήματος. Η άνευ προηγουμένου ιδεολογική και πολιτική στροφή του ΚΚΕ και οι χρόνιες παθογένειες που διατρέχουν μεγάλο μέρος της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς όπως αυτές του σεχταρισμού, του φραξιονισμού, του εισοδισμού, της ισχνής σύνδεσης με τα εργατικά στρώματα, των φτωχών θεωρητικών επεξεργασιών, της δυσνόητης γλώσσας στις μαζικές διαδικασίες, της ελλιπούς επαφής με τον λαό, εμποδίζουν μια διευρυμένη επιρροή. Σε όλα αυτά θα πρέπει οπωσδήποτε να προσθέσουμε και την υιοθέτηση των δυτικών αφηγημάτων από μέρους δυνάμεων που αυτοπροσδιορίζονται ως κομμουνιστικές. Για παράδειγμα, την υιοθέτηση της ατζέντας του δικαιωματισμού και της λογικής των ίσων αποστάσεων. Συχνά ο Μαρξ και ο Λένιν αντικαθίστανται από τον Αλτουσέρ και τον Φουκώ, ενώ στο όνομα μιας ιδεολογικής καθαρότητας και κάνοντας λανθασμένες ιστορικές αναλογίες, κάποιοι καταλήγουν στην ύπαρξη πολλαπλών ιμπεριαλισμών και σε μια στρεβλή, αν όχι επικίνδυνη, θεώρηση του διεθνισμού. Ειδικά, όσον αφορά τη στροφή της ηγεσίας του ΚΚΕ, τρία χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι τα παρακάτω: η ηγεσία του ΚΚΕ: α) αποφάνθηκε στα ιστορικά της δοκίμια ότι οι ΗΠΑ δεν είχαν εμπλοκή στον σχεδιασμό του πραξικοπήματος του 1967, β) αποφάσισε πως πρέπει να χαρακτηρίσει οριακά ρατσιστικές τις διαμαρτυρίες πολιτών στα νησιά κατά την άφιξη Ισραηλινών τουριστών εντός των οποίων υπήρχαν στρατιώτες που αφού είχαν διαπράξει σφαγές στη Γάζα ήθελαν να απολαύσουν τις ελληνικές παραλίες και γ) θεώρησε ότι η εισβολή των ΗΠΑ στη Βενεζουέλα και η απαγωγή του Μαδούρο εντάσσονται ως ενέργειες στις ενδοϊμπεριαλιστικές αντιθέσεις.
[7] Η όποια κομμουνιστική συλλογικότητα δημιουργηθεί στο μέλλον θα πρέπει να διέπεται από χαρακτηριστικά που θα της εξασφαλίζουν ακριβώς αυτό το μέλλον της. Συγκεκριμένα: θα πρέπει να υπάρχει συμφωνία σε ένα σκληρό-στρατηγικό πυρήνα ζητημάτων όπως: α) η μετάβαση στη νέα κοινωνία δεν μπορεί παρά να είναι επαναστατική, β) η επαναστατική αυτή μετάβαση δεν είναι ένα μονόπρακτο έργο αλλά μια διαδικασία που διέπεται από φάσεις ή/ και στάδια, γ) η στρατηγική είναι αυτή που καθορίζει την τακτική χωρίς αυτό να σημαίνει ότι η τακτική δεν έχει τη σχετική της αυτοτέλεια, δ) στη διάταξη των κοινωνικών δυνάμεων κατά την επαναστατική διαδικασία ηγέτιδα δύναμη είναι η εργατική τάξη η οποία επιδιώκει κοινωνικές συμμαχίες υπό την ιδεολογική της και πολιτική ηγεμονία. Ωστόσο, αυτές οι προϋποθέσεις δεν συνεπάγονται επ’ ουδενί τη γενική συμφωνία σε ιδεολογικά και ιστορικά ζητήματα. Αυτά μπορούν να μένουν ανοικτά και σε δημόσια συζήτηση. Όσον αφορά το οργανωτικό μοντέλο, ο δημοκρατικός συγκεντρωτισμός είναι αδιαπραγμάτευτος. Η λειτουργία τάσεων ή νομιμοποιημένων –πολύ περισσότερο κρυφών– φραξιών είναι διαλυτικός παράγοντας. Η εμπειρία των Μπολσεβίκων είναι πολύ χαρακτηριστική με κομβικό σημείο την απαγόρευση των φραξιών το 1921 στο 10Ο συνέδριο λόγω της διαλυτικής τους δράσης. Επιπλέον, η αποδοχή τάσεων προϋποθέτει ένα υψηλότατο επίπεδο συντροφικής κουλτούρας, εσωτερικού διαλόγου και συνειδητής πειθαρχίας που είναι εξαιρετικά δύσκολο, αν όχι αδύνατο, να κατακτηθεί.
[8] Όλες οι δυνάμεις που βρίσκονται σε ένα τέτοιο πνεύμα όπως αυτό που σκιαγραφήθηκε παραπάνω οφείλουν να κάνουν την αυτοκριτική τους, τις υπερβάσεις τους, να απαλλαγούν από όποια ίχνη σεχταρισμού, να υιοθετήσουν μια συντροφική κουλτούρα διαλόγου, να μιλάνε με ειλικρίνεια και χωρίς δεύτερες αναγνώσεις και να καταστρώσουν από κοινού ένα συγκεκριμένο σχέδιο με συγκεκριμένο χρονικό ορίζοντα, προκειμένου να δημιουργηθεί κάτι ελπιδοφόρο.
* * * *
Τα καθήκοντα τεράστια, οι ιστορικές προκλήσεις πολλές. Όμως, άλλος δρόμος δεν υπάρχει.


