Χρειαζόμαστε συνδικάτα, μέτωπα και κόμματα σήμερα ή μήπως όχι;

Χρειαζόμαστε συνδικάτα, μέτωπα και κόμματα σήμερα ή μήπως όχι;

 

ΑΡΘΡΟ ΑΠΟΨΗΣ

 

Γράφει ο Διονύσης Περδίκης

αναδημοσίευση από το Από τη σπίθα στη φλόγα

 

Παρακολουθώ με ενδιαφέρον τον διάλογο μεταξύ των συντρόφων Γιάννη Διακάκη (ΓΔ στο εξής) και Βασίλη Λιόση (ΒΛ στο εξής) με θέμα τις σύγχρονες μορφές οργάνωσης του εργαζόμενου λαού, σύμφωνα με τα χαρακτηριστικά του σύγχρονου αυτού υποκειμένου της υπέρβασης του καπιταλισμού μέσω της σοσιαλιστικής επανάστασης (βλ. εδώ όπου υπάρχουν σύνδεσμοι και στα προηγούμενα άρθρα). Παρακάτω προσπαθώ να συνεισφέρω κι εγώ με κάποιες ιδέες στη βάση της μέχρι τώρα συζήτησης.

 

1.  Μορφή (συγκρότησης) και (στρατηγικό) Περιεχόμενο.

Καταρχήν, από μεθοδολογική άποψη, χρειάζονται ορισμένες εννοιολογικές διευκρινίσεις. Βγάζω αυτό το συμπέρασμα διαβάζοντας για παράδειγμα την παρακάτω παράγραφο του ΓΔ:

«Η ιστορική συγκρότηση του εργατικού κινήματος βασιζόταν στην ύπαρξη μαζικών κοινωνικών τάξεων. Η εργατική τάξη του 19ου και 20ού αιώνα, συγκεντρωμένη σε εργοστάσια και βιομηχανικές μονάδες, ανέπτυξε συλλογικές μορφές που διεκδικούσαν όχι μόνο βελτίωση των όρων εργασίας αλλά και κοινωνική χειραφέτηση. Η βιομηχανική εποχή διευκόλυνε τη συγκρότηση τέτοιων υποκειμένων, αφού η παραγωγή και η κοινωνική αναπαραγωγή ήταν σχετικά συγκεντρωμένες και σταθερές. Το κόμμα, τα σωματεία και οι οργανώσεις ήταν εργαλεία συντονισμού, αλλά η ύπαρξή τους στηριζόταν στην πραγματικότητα της τάξης.»

Εδώ φαίνεται να συγχέεται από τη μια η ύπαρξη κοινωνικών τάξεων και ότι αυτό συνεπάγεται για τις ανταγωνιστικές σχέσεις μεταξύ τους και για το ζήτημα της εξουσίας (βλ. αναφορά σε «κοινωνική χειραφέτηση»), άρα και γι’ αυτό της στρατηγικής, και, από την άλλη, η συγκεκριμένη μορφή που παίρνει η συγκρότηση των τάξεων ως συνειδητά πολιτικά υποκείμενα, οι αντίστοιχες μορφές κοινωνικής και πολιτικής οργάνωσης κ.ο.κ. Παρακάτω, λοιπόν, χρειάζεται να ξεκαθαριστούν τα ζητήματα αυτά, ιδιαίτερα μεταξύ της ύπαρξης / συγκρότησης κοινωνικών τάξεων και των συγκεκριμένων μορφών μέσω των οποίων αυτή λαμβάνει χώρα.

 

2. Κατηγορίες οργανωτικών μορφών.

Οι διάφορες έννοιες της οργάνωσης στο επίπεδο

(α) του κοινωνικού κινήματος (συνδικάτο, φοιτητικός ή επαγγελματικός συλλόγου, συνεταιρισμός, επιτροπή αγώνα και αλληλεγγύης σε επίπεδο γειτονιάς, συνοικίας, χωριού, πόλης ή τοπικής αυτοδιοίκησης, σύλλογοι γονέων και κηδεμόνων, πολιτιστικοί σύλλογοι κ.α.),

(β) του κοινωνικοπολιτικού μετώπου ως κοινωνικής και πολιτικής συμμαχίας στην οποία συμμετέχουν κοινωνικές οργανώσεις και πολιτικά κόμματα με βάση ένα πολιτικό πρόγραμμα συγκεκριμένων στόχων, και

(γ) του πολιτικού κόμματος ως την υψηλότερου επιπέδου συνειδητότητας οργάνωση, η οποία εκφράζει τα συμφέροντα μιας κοινωνικής τάξης και συγκροτείται στη βάση μιας στρατηγικής συμφωνίας (δηλ. ενός έστω γενικού σχεδίου για το είδος της εξουσίας, τον τρόπο κατάκτησής της και το βασικό της πρόγραμμα),

αποτελούν γενικές κατηγορίες μορφών και όχι συγκεκριμένες μορφές οργάνωσης του εργαζόμενου λαού.

Είναι άλλο πράγμα, επομένως, να αρνείται κανείς την ιστορικότητα των μορφών ή να αντιπαραβάλει τη μια μορφή (επιτροπή αγώνα γειτονιάς) με μια άλλη (σωματείο στον χώρο εργασίας) σε μια συγκεκριμένη ιστορική συγκυρία και άλλο να αρνείται συνολικότερα την αναγκαιότητα οργάνωσης σε καθένα από αυτά τα επίπεδα.

Δεν είναι σαφές ποια ακριβώς είναι η θέση του ΓΔ. Θεωρεί ότι

(α) δεν χρειαζόμαστε σήμερα κάποια από αυτές τις κατηγορίες, κοινωνικές οργανώσεις, κόμματα ή μέτωπα;

(β) ότι τα χρειαζόμαστε όλα, αλλά θα είναι διαφορετικά, και αν ναι, ως προς τι συγκεκριμένα;

(γ) ή το επιχείρημά του αφορά μόνο την πρώτη κατηγορία, των κοινωνικών οργανώσεων, και αφορά τη σχετική σημασία μεταξύ των χώρων εργασίας και των γειτονιών ή άλλων τόπων κοινωνικής αναπαραγωγής;

Για να πάρω θέση στο ερώτημα καταρχήν με έναν συνοπτικό τρόπο:

(α) Τα χρειαζόμαστε και τα τρία, ακριβώς διότι αποτελούν διαφορετικά επίπεδα οργάνωσης στον άξονα «αμεσότητα της καθημερινότητας και μερικό συμφέρον —> συνειδητότητα για το γενικό συμφέρον της τάξης και της κοινωνίας συνολικά».

(β) Θα είναι διαφορετικές οι οργανωτικές μορφές στον έναν ή στον άλλο βαθμό, αλλά θα πρέπει να διατηρούν τα βασικά στοιχεία του περιεχομένου τους (βλ. παρακάτω για περισσότερες λεπτομέρειες), αν και αυτή είναι μια συζήτηση που πρέπει να γίνει πολύ συγκεκριμένη για να έχει αξία.

(γ) Όλες οι μορφές των κοινωνικών οργανώσεων είναι σημαντικές και η σχετική τους σημασία εξαρτάται από παράγοντες όπως (1) η κρισιμότητά τους για την (ανα)παραγωγή τόσο της κοινωνίας γενικά, όσο και των παραγωγικών σχέσεων και της εξουσίας ειδικότερα, (2) η δυνατότητα που εμπεριέχουν για τη δημιουργία μόνιμων κοινωνικών και πολιτικών δεσμών, τη λεγόμενη «συγκρότηση του υποκειμένου», (3) την ιστορική συγκυρία της ταξικής πάλης  (ανάπτυξη, κρίση/ύφεση/στασιμότητα, ειρηνική περίοδος ή πόλεμος, παρανομία κ.ο.κ). Οι κομμουνιστές ποτέ δεν υποτίμησαν καμιά κρίσιμη πλευρά της κοινωνικής δραστηριότητας και έδρασαν με πρωτοπόρο τρόπο για οποιοδήποτε κοινωνικό ζήτημα ήταν σημαντικό για τη ζωή του εργαζόμενου λαού, με τα παραδείγματα να είναι πολλά και στην ιστορία του λαϊκού κινήματος της χώρας μας.

 

3. Το Κόμμα.

Ο ΓΔ δείχνει να αντιλαμβάνεται ότι υπάρχει ένας σταθερός «στρατηγικός» πυρήνας όταν παραδέχεται ότι

«Η στρατηγική μας πρέπει να ενώνει διαφορετικά υποκείμενα και παραδόσεις χωρίς να χάνει τον πυρήνα της: την αναγνώριση της εργατικής δύναμης, την αντιπαράθεση με την κυριαρχία του κεφαλαίου και τον ορίζοντα της επαναστατικής μετάβασης.»

Ισχυρίζομαι ότι η παραδοχή αυτή συνεπάγεται και την αναγκαιότητα του κόμματος ως την οργάνωση εκείνη που αναπτύσσει τη στρατηγική συγκεκριμένα σε κάθε συγκεκριμένη ιστορική συγκυρία με συνειδητό -επιστημονικό και δημοκρατικό- τρόπο.

Ο ΓΔ μοιάζει να μην ασχολείται καθόλου με αυτό το ζήτημα στα δύο του άρθρα. Μάλιστα, μοιάζει ως αν να θεωρεί ότι το συνειδητό της στρατηγικής συνδέεται απαραίτητα με μια «εξωτερικότητα», ή, τουλάχιστον, αποδίδει κάτι τέτοιο στον ΒΛ όταν αυτός αναφέρεται στο «κόμμα νέου τύπου» («το πολιτικό υποκείμενο νοείται ως εξωτερικός φορέας που “εισάγει” συνείδηση»). Ο ΓΔ κάνει κριτική σε μια τέτοια αντίληψη «εξωτερικότητας» αλλά δεν αντιπαραβάλλει κάποιον άλλον συγκεκριμένο τρόπο για να προκύψει αυτή η απαραίτητη «συγκέντρωση» και «συνειδητότητα» μέσα από τα διάσπαρτα επιμέρους «μέτωπα», ούτε προκρίνει κάποιες συγκεκριμένες μορφές ή αρχές οργάνωσης που να διευκολύνουν στη σημερινή ιστορική συγκυρία κάτι τέτοιο.

Το «κόμμα νέου τύπου» δεν συνεπάγεται απαραίτητα πολύ συγκεκριμένες μορφές οργάνωσης, αλλά, όντως, δομείται πάνω στην αρχή του δημοκρατικού συγκεντρωτισμού. Η ουσία της αρχής αυτής είναι ότι επιδιώκει:

(α) Την ενότητα στη δράση, κάτι που είναι απαραίτητο στον βαθμό που η ταξική πάλη είναι πάλη για την εξουσία, στην ουσία, δηλ., κοινωνικός και πολιτικός πόλεμος, και ο αντίπαλος, η αστική τάξη και το κράτος της, είναι φοβερά συγκεντρωμένος, τεχνολογικά εξοπλισμένος, συνειδητοποιημένος και, πλέον, ιστορικά έμπειρος…

(β) Δημοκρατία στην απόφαση και εσωτερική λειτουργία, η οποία να εξυπηρετεί από τη μια τη λειτουργία της συγκέντρωσης, ενοποίησης και αφαίρεσης με βάση την πραγματική κατά τόπους, μερική, εμπειρία της εργασίας, της ζωής και του αγώνα, και, από την άλλη, την εξειδίκευση, διαφοροποίηση, συγκεκριμενοποίηση της γενικής στρατηγικής σε κάθε επιμέρους τόπο, μορφή, πρακτική κ.ο.κ. (κάτι που προσομοιάζει ιδιαίτερα και στον τρόπο λειτουργίας του εγκεφάλου και του νευρικού συστήματος παρεπιπτόντως!). Επιμέρους αρχές της δημοκρατικής αυτής λειτουργίας, όπως η δημοκρατία τόσο κατά τον σχεδιασμό όσο και και τον απολογισμό με την (αυτο)κριτική, οι τρόποι εκλογής και ανάκλησης, έχουν επίσης μια γενική αξία.

Ωστόσο, οι συγκεκριμένες μορφές υλοποίησης των παραπάνω, το πόσο «οριζόντιες» ή «ιεραρχικές» θα είναι οι μορφές οργάνωσης, με ποιες συγκεκριμένες πρακτικές ή κανόνες λειτουργίας θα γίνουν πράξη κ.ο.κ., είναι προς συζήτηση, πειραματισμό και προσαρμογή στην ιστορική συγκυρία, μια συζήτηση που, όμως, πρέπει να γίνει πολύ συγκεκριμένη για να έχει αξία.

Το ερώτημα εδώ, λοιπόν, είναι αν ο ΓΔ αρνείται την αναγκαιότητα των παραπάνω γενικών αρχών ή κατηγοριών μορφών (οπότε και το πρόβλημα έχει να κάνει με τη σχέση συνειδητού και αυθόρμητου), ή κάποιες συγκεκριμένες μορφές που εμφανίστηκαν στο ιστορικό παρελθόν, ή αν γενικότερα υπάρχει μια εννοιολογική σύγχυση μεταξύ της μορφής και του περιεχομένου.

 

4. Το Μέτωπο

Περνώντας από τη στρατηγική και το κόμμα στις συμμαχίες, την τακτική, τη σύνδεση στρατηγικής και τακτικής και κοινωνικών και πολιτικών συμμαχιών, μπορούμε αντίστοιχα να συζητήσουμε το θέμα της αναγκαιότητας του κοινωνικοπολιτικού μετώπου. Δεν αναφέρεται συγκεκριμένα ιδιαίτερα στο θέμα αυτό ο ΓΔ αν και πάλι δείχνει να προκρίνει το «από τα κάτω», το «αυθόρμητο» και την «κοινωνική» πλευρά, έναντι του «από τα πάνω», του «συνειδητού» και της «πολιτικής» πλευράς:

«Το μέτωπο δεν περιορίζεται σε συμμαχίες οργανώσεων· συγκροτείται γύρω από πεδία δράσης: εργασιακούς χώρους, γειτονιές, θεματικές δράσεις, δίκτυα αυτοοργάνωσης και κοινότητες αλληλεγγύης.»

Δεν προσπαθεί κανείς να «περιορίσει» το μέτωπο στην πολιτική συμφωνία οργανώσεων και θα υπέγραφα 100% την πρόταση αυτή. Από που προκύπτει, όμως, το ερώτημα αυτό; Τι ανάγκασε τον ΓΔ να εκφραστεί με αυτόν τον τρόπο για το μέτωπο; Δεν γνωρίζω.

Σε κάθε περίπτωση, από την πλευρά μας, μιλάμε ως μέλη πολιτικών οργανώσεων που συνεργάζονται σε κάποιο βαθμό ήδη σε έναν μετωπικό σχηματισμό, το Μέτωπο Λαϊκού Αγώνα «Ηλ. Αποστόλου», και συνδιαλεγόμαστε από τη σκοπιά του υψηλότερου επιπέδου πολιτικής συνειδητότητας γύρω από το ερώτημα «πως πρέπει να οργανωθεί η τάξη και ο αγώνας;». Οπότε αναγκαστικά το πρώτο πρόβλημα που πρέπει να επιλύσουμε είναι ακριβώς ο ρόλος αυτής της πολιτικής συνειδητότητας, η οποία, μεταξύ πολιτικών συλλογικοτήτων, αναγκαστικά παίρνει τη μορφή της πολιτικής (προγραμματικής καταρχήν) συμφωνίας!

Οπότε, χρειάζεται να συζητήσουμε -καταρχήν επιστημονικά- για τις διάφορες κοινωνικές τάξεις και επιμέρους στρώματα, τις ανταγωνιστικές ή συναγωνιστικές σχέσεις μεταξύ τους και άρα τη βασική και την κυρίαρχη αντίθεση που τις διέπουν, τους τρόπους συγκρότησής τους κ.α., και να σχεδιάσουμε πολιτική στρατηγική στη βάση μιας τέτοιας συζήτησης σε ένα υψηλό επίπεδο συνειδητότητας και -αναγκαστικά- αφαίρεσης.

Να σημειώσουμε ότι και εδώ η ιστορική εμπειρία αναδεικνύει τον κρίσιμο ρόλο της συνειδητότητας αυτής: δεν έχουμε υπόψη κανένα σύγχρονο ή παλαιότερο παράδειγμα που να προέκυψε κάποιο κοινωνικό ή πολιτικό κίνημα που να κατέκτησε ή διεκδίκησε/διεκδικεί την εξουσία χωρίς το όποιο κοινωνικοπολιτικό υποκείμενο (μέτωπο, συμμαχία) να μην προέκυψε ως αποτέλεσμα κάποιου συνειδητού πολιτικού σχεδιασμού, συνήθως γύρω από ένα πολιτικό κόμμα ή συμμαχία κομμάτων (προφανώς κανένας τέτοιος σχεδιασμός δεν υλοποιήθηκε ακριβώς, κατά γράμμα, αλλά κάποια πολιτικά υποκείμενα σχεδίασαν κάτι προκειμένου να γίνει ότι έγινε). Ακόμη και στην περίπτωση της Κούβας, μιας από τις τελευταίες επιτυχημένες επαναστάσεις, έχουμε ένα παράδειγμα που παρόλο που το ΚΚ Κούβας δεν συμμετείχε στον αγώνα, ωστόσο οι επαναστάτες έδρασαν συνειδητά, με μεγάλη τόλμη και συνειδητότητα, αν και ήταν αρχικά ιδιαίτερα λίγοι! Στα της Ελλάδας, το ΕΑΜ συγκροτήθηκε αρχικά ως συμμαχία 4 πολιτικών κομμάτων.

 

5. Το Κίνημα.

 Εκεί που ο ΓΔ γίνεται λίγο πιο συγκεκριμένος είναι όσον αφορά τις μορφές οργάνωσης στο κοινωνικό κίνημα, ειδικά όταν αντιπαραθέτει την οργάνωση στους χώρους εργασίας και παραγωγής έναντι αυτών της γειτονιάς, κοινωνικής αναπαραγωγής ή, γενικά, «ζωής».

Αναφέρεται λίγο-πολύ στα εξής ζητήματα συγκρότησης του υποκειμένου που δυσκολεύουν την πολιτική του συγκρότηση και καθιστούν τις παλιές μορφές οργάνωσης απαρχαιωμένες, και, συγκεκριμένα, αλλάζουν την κρισιμότητα μεταξύ των χώρων παραγωγής και αναπαραγωγής: (α) εργασιακή επισφάλεια, (β) υπηρεσίες στη θέση της βιομηχανικής μεταποίησης, (γ) έλλειψη (σταθερών) χώρων συγκέντρωσης της εργασίας, (δ) έλλειψη συνδικαλιστικής κάλυψης σε (νέους) χώρους εργασίας.

Εδώ χρειάζονται καταρχήν ορισμένες παρατηρήσεις επί της εμπειρικής πραγματικότητας:

(α) Η σύγχρονη εργατική τάξη, ακόμη και η μερίδα της που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως βιομηχανικό προλεταριάτο, τείνει να αυξάνεται σε παγκόσμιο επίπεδο σε απόλυτους αριθμούς. Οπότε, μάλλον εδώ περιορίζουμε τη συζήτηση στη χώρα μας, ως μια χώρα ενδιάμεσης ανάπτυξης του καπιταλισμού.

(β) Ακόμη και στη χώρα μας, η μισθωτή εργασία επίσης τείνει να αυξάνεται και αποτελεί τη συντριπτική πλειοψηφία του οικονομικά ενεργού πληθυσμού.

(γ) Η Ελλάδα ποτέ δεν ανέπτυξε τη βιομηχανία στον βαθμό που αυτό συνέβη στις μητροπόλεις του καπιταλισμού, τόσο κατά τη διάρκεια της βιομηχανικής επανάστασης όσο και στη συνέχεια, κατά την περίοδο του φορντισμού. Κατά συνέπεια, ποτέ δεν υπήρξαν στην Ελλάδα χώροι συγκέντρωσης εργατών στην τάξη μεγέθους των δεκάδων χιλιάδων, όπως π.χ. στις ΗΠΑ της φορντικής περιόδου. Μάλιστα, την εποχή που αναπτύχθηκε περισσότερο το κομμουνιστικό κίνημα στην Ελλάδα και έφτασε πιο κοντά από ποτέ στη διεκδίκηση της εξουσίας, αναπτύσσοντας και το πιο σημαντικό παράδειγμα κοινωνικοπολιτικού μετώπου, το ΕΑΜ, αυτό έγινε πριν την ταχύρρυθμη μεταπολεμική βιομηχανική ανάπτυξη, σε μια Ελλάδα που εξακολουθούσε να είναι κυρίαρχα μια αγροτοκτηνοτροφική χώρα, με το μικροαστικό στοιχείο πλειοψηφικό τόσο στην επαρχία όσο και στις πόλεις!

(δ) Η δημιουργία νέων συνδικαλιστικών οργανώσεων σε νέους χώρους εργασίας είναι μια συνεχής διαδικασία και λαμβάνει χώρα και σήμερα με πολλά τέτοια παραδείγματα.

Από μεθοδολογικής άποψης, είναι σημαντικό ότι οι αλλαγές στον τρόπο παραγωγής και εργασίας έχουν μια πλευρά που συνιστά αλλαγή στον τύπο του υποκειμένου και μια άλλη πλευρά που συνιστά αλλαγή και στον συσχετισμό μεταξύ του κεφαλαίου και της εργασίας στην πάλη των τάξεων.

Ένα είδος προβλημάτων προκύπτει από το είδος υποκειμένου που συγκροτούν οι υπηρεσίες, η δημιουργική, διανοητική, επιτελική εργασία έναντι της πιο εκτελεστικής, επαναλαμβανόμενης, χειρωνακτικής, η συγκεντρωμένη σε μεγάλους αριθμούς έναντι της διασποράς σε μικρότερες ομάδες, η ομοιόμορφη έναντι της διαφοροποίησης των θέσεων και σχέσεων εργασίας, η πολυεθνική/πολυπολιτισμική συγκρότηση έναντι της μεγαλύτερης εθνικής και πολιτισμικής ομοιομορφίας κ.ο.κ. Επί αυτών των προβλημάτων, όμως, ο ΓΔ δεν προσφέρει κάτι στα δύο του άρθρα στην πραγματικότητα. Είναι σίγουρα μια πολύ ενδιαφέρουσα συζήτηση και ενεργό πεδίο επιστημονικής έρευνας.

Είναι ένα άλλο είδους πρόβλημα το πως το κεφάλαιο αξιοποιεί τον ανταγωνισμό εργατών στις αναπτυσσόμενες χώρες έναντι των ανεπτυγμένων και των ντόπιων έναντι των μεταναστών και προσφύγων, την αυξανόμενη ανεργία, τη δυνατότητα αύξησης της έντασης της εργασίας και τη διάσπαση/εξατομίκευση μέσω νέων τεχνολογιών (π.χ. εργασία από το σπίτι, τεχνολογίες επιτήρησης) κ.ο.κ., προκειμένου να κυριαρχήσει έναντι της εργασίας στην ταξική πάλη και να αυξήσει τον βαθμό εκμετάλλευσής της, μεταξύ άλλων χτυπώντας και τα συνδικάτα ως μορφή οργάνωσης και αγώνα.

Ο ΓΔ μοιάζει να συγχέει λίγο τα δύο είδη προβλημάτων (φυσικά δεν διαχωρίζονται με σινικά τείχη!), και να προσφέρει μια απλή λύση: ας οργανωθούμε στη γειτονιά αντί για τον χώρο εργασίας!

Ωστόσο, ούτε εκεί γίνεται καθόλου συγκεκριμένος, ώστε να μας πείσει ότι αυτό θα έλυνε το πρόβλημα συγκρότησης του υποκειμένου, όχι απλά ως υποκείμενο επιμέρους αγώνων για το ένα ή το άλλο ζήτημα, αλλά, εν τέλει, ως υποκείμενο της «κοινωνικής χειραφέτησης» όπως αναφέρει ο ίδιος. Καταρχήν, είναι οι χώροι αναπαραγωγής πιο σταθεροί και ομοιόμορφοι από ότι αυτοί της εργασίας; Εξυπηρετούν καλύτερα την ενοποίηση του υποκειμένου σε εθνικό ή και διεθνές επίπεδο, ώστε αυτό να καταστεί υποκείμενο διεκδίκησης της εξουσίας; Έχουμε παραδείγματα για κάτι τέτοιο στην ιστορική ή σύγχρονη, ζώσα, εμπειρία;

Οφείλουμε, βέβαια, να αναγνωρίσουμε τη σημασία της οργάνωσης στους χώρους αναπαραγωγής, ιδιαίτερα με τη μορφή δικτύων αλληλεγγύης, όπως και ότι η σημασία τους αυξάνεται σε εποχές κρίσεων (λόγω της υπερεκμετάλλευσης της εργασίας και της φύσης) και πολέμων, όταν η αναπαραγωγή αυτή τίθεται πραγματικά σε αμφισβήτηση! Ιστορικά, η Εθνική Αλληλεγγύη αποτέλεσε αναπόσπαστο βραχίονα της Εθνικής Αντίστασης και του εαμικού κινήματος. Το ΕΑΜ έπρεπε πρώτα «να σώσει τον λαό από την πείνα» στις πόλεις, όπως και ο ΕΛΑΣ τη σοδειά των αγροτών στην επαρχία, προκειμένου να συγκροτηθεί το ΕΑΜ ως πολιτικό υποκείμενο διεκδίκησης της εξουσίας!

 

6. Από το επιμέρους και το αυθόρμητο στο γενικό, ενιαίο και συνειδητό.

Συμπερασματικά, έχω την αίσθηση ότι η ουσία της διαφωνίας μέχρι στιγμής στον διάλογο μεταξύ του ΓΔ και του ΒΛ δεν αφορά τόσο μια συγκεκριμένη ανάλυση της σύγχρονης συγκρότησης του υποκειμένου και των απαραίτητων οργανωτικών μορφών, αλλά εστιάζεται περισσότερο στους άξονες «συνειδητό – αυθόρμητο», «γενικό – επιμέρους» και «ιεραρχικό – οριζόντιο». Συνιστά περισσότερο μια ιδεολογικού τύπου διαφορά.

Αν και αναγνωρίζω την αναγκαιότητα επιστημονικής έρευνας και κοινωνικοπολιτικού πειραματισμού, κάτι με το οποίο είμαι σίγουρος ότι ούτε ο σύντροφος ΒΛ διαφωνεί, όπως φαίνεται, άλλωστε, και στο τελευταίο του άρθρο, έχω την αίσθηση ότι ο προβληματισμός του ΓΔ δεν είναι ιδιαίτερα γόνιμος στην κατεύθυνση που παίρνει.

Πρόκειται για μια κατεύθυνση που στην πραγματικότητα έρχεται από το ιστορικό παρελθόν και συνιστά περισσότερο συνέπεια του προβλήματος των δυσκολιών συγκρότησης του υποκειμένου στην Ελλάδα, διαχρονικά και σήμερα, και της αντίστοιχης πολιτικής του ανωριμότητας, παρά οδηγεί σε λύσεις.

Ο μικροαστισμός και η πολυδιάσπαση ήταν, είναι και από ότι φαίνεται θα είναι και στο μέλλον, ένα χαρακτηριστικό του υποκειμένου στην Ελλάδα (όπως και στις περισσότερες μεσογειακές και βαλκανικές χώρες), διότι ποτέ δεν πέρασε ιστορικά από τη φάση ενός πραγματικά μαζικού βιομηχανικού προλεταριάτου. Η καθυστερημένη και ελλιπής εκβιομηχάνιση στο ιστορικό παρελθόν, ή η αποβιομηχάνιση και στροφή στις υπηρεσίες στο παρόν, ιδιαίτερα αυτές που είναι σε κλάδους εντάσεως εργασίας και σε μεγάλο βαθμό χαμηλής ειδίκευσης (επισιτισμός, τουρισμός, καθαριότητα, φύλαξη κ.α.), συγκρότησε και συγκροτεί ανάλογο υποκείμενο και θέτει πραγματικά προβλήματα που σε κάποιον βαθμό σωστά τα εντοπίζει ο ΓΔ.

Εκεί που διαφωνούμε, όμως, είναι στο αν η συνολική, γενική, ιστορική κατεύθυνση της συγκρότησης του υποκειμένου κατευθύνεται προς το «αυθόρμητο», το «επιμέρους» και το «οριζόντιο» ή, αντίθετα, προς το «συνειδητό», το «γενικό» και το «ενιαίο», και όχι «ιεραρχικό» ή «εξωτερικό», όπως φαίνεται να γίνεται αντιληπτό όταν συγχέεται το περιεχόμενο με τη μορφή, και, μάλιστα, με μορφές οργάνωσης που επικράτησαν στον 20ό αιώνα. Ο ΓΔ φαίνεται να εκλαμβάνει το γενικό και το συνειδητό ως απαραίτητα εξωτερικό και ιεραρχικό, διότι φαίνεται να τα αντιλαμβάνεται από τη σκοπιά ενός υποκειμένου που δεν έχει πραγματική εμπειρία της σύγχρονης οργάνωσης της παραγωγής και αναπαραγωγής (εδώ δεν αναφέρομαι προφανώς στην προσωπική εμπειρία του συντρόφου, αλλά τη συνολική εμπειρία της τάξης!).

Οι ιστορικές τάσεις ανάπτυξης του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής (αύξηση της οργανικής σύνθεσης κεφαλαίου και της σημασίας της δημιουργικής, πιο διανοητικής και επιτελικής εργασίας έναντι της επαναλαμβανόμενης πιο χειρωνακτικής και εκτελεστικής, συγκέντρωση και συγκεντροποίηση του κεφαλαίου και ανάπτυξη ιεραρχικών, δικτυακών σχέσεων μεταξύ των επιμέρους επιχειρήσεων έναντι (πιο ισότιμων) σχέσεων ανταλλαγής στην αγορά, διεθνοποίηση της παραγωγής) γενικά οδηγούν προς τη συγκρότηση ενός υποκειμένου που καθίσταται ικανό να οργανώνει τόσο την παραγωγή όσο και την αναπαραγωγή της κοινωνίας γενικότερα, συνειδητά, δηλ. επιστημονικά και δημοκρατικά. Με άλλα λόγια, αναπτύσσεται όλο και περισσότερο ο κοινωνικός χαρακτήρας τόσο της παραγωγής όσο και της εργασίας. Εκεί συνίσταται και η ολοένα αυξανόμενη ιστορική δυνατότητα και αναγκαιότητα για την επαναστατική υπέρβαση του καπιταλισμού, για τη σοσιαλιστική μετάβαση και τον κομμουνισμό.

Τόσο η οργάνωση σε συνδικάτα, όσο και η οργάνωση στη γειτονιά, υποφέρουν από προβλήματα πολυδιάσπασης, ή έλλειψης μηχανισμών ενοποίησης του υποκειμένου (από τον έναν χώρο εργασίας στον άλλον, από τον έναν κλάδο στον άλλον, από τη μια γειτονιά/συνοικία/πόλη στην άλλη κ.ο.κ), κάτι που οξύνεται σε εποχές ήττας της εργατικής τάξης στις χώρες του ιμπεριαλιστικού στρατοπέδου, όπως η σημερινή. Η σχετική τους σημασία δεν μπορεί να προκύψει τόσο από αυτό, όσο από το πως πραγματικά εντάσσονται οι διάφορες κοινωνικές πρακτικές και σχέσεις στο συνολικό κύκλωμα της κοινωνικής (ανα)παραγωγής.

Π.χ. η εργασία σε κρίσιμους ή/και συγκεντρωμένους κλάδους παραγωγής δεν μπορεί παρά να συνεχίσει να είναι πολύ σημαντική, για τη συγκρότηση ενός υποκειμένου που αφού πάρει την εξουσία, θα πρέπει να τη διαχειριστεί οργανώνοντας συνειδητά, δηλ. επιστημονικά και δημοκρατικά, την παραγωγή! Το ότι αυτή η εργασία μπορεί σήμερα να μη συνεπάγεται απαραίτητα μεγάλους αριθμούς εργαζομένων με σχετικά ομοιόμορφη εργασιακή ειδίκευση, μισθό, σχέσεις εργασίας κ.ο.κ., είναι μια δυσκολία που πρέπει να την αντιμετωπίσουμε συγκεκριμένα, κάτι που συνιστά ανοιχτό πεδίο έρευνας και συζήτησης. Αλλά το να υποτιμήσουμε την πλευρά αυτή, προς χάριν της γειτονιάς ή των αγώνων που αφορούν ζητήματα εκτός της παραγωγής, συνιστά μάλλον υποχώρηση στη δυσκολία παρά αντιμετώπισή της!

Μάλιστα, με δεδομένο ότι η αναπαραγωγή συνιστά κατανάλωση (αξίας) (π.χ. η στέγαση συνιστά κατανάλωση των εμπορευμάτων “σπίτι”, “κρεβάτι” κ.ο.κ., ακόμη και το σχολείο συνιστά κρατική κατανάλωση στο βαθμό που είναι δημόσιο), μια στροφή του κινήματος κατά προτεραιότητα στις διαδικασίες και κοινωνικές σχέσεις της αναπαραγωγής, έναντι της παραγωγής, ακολουθεί ρεύματα του Δυτικού Μαρξισμού που αναπτύχθηκαν μεταπολεμικά και την επενδύουν ιδεολογικά. Αναμφίβολα η ανάπτυξη των προβληματισμών αυτών ανταποκρίνεται σε πραγματικές κοινωνικοοικονομικές αλλαγές στις χώρες του ανεπτυγμένου καπιταλισμού και καλύπτει και ανεπάρκειες του κλασικού μαρξισμού. Ωστόσο, δεν μπορούμε να μην παρατηρήσουμε και ότι τα ρεύματα αυτά δεν έχουν καταφέρει να συγκροτήσουν στρατηγικές κατευθύνσεις διεκδίκησης της εξουσίας στις χώρες αυτές μετά από σχεδόν …100 χρόνια!

Ειδικότερα, στον αναρχικό, αυτόνομο αντιεξουσιαστικό ή ελευθεριακό χώρο η απάντηση που δίνεται στις δυσκολίες αντανακλά περισσότερο τις ίδιες τις δυσκολίες παρά την αντιμετώπισή τους. Αναφέρομαι σε έναν τρόπο οργάνωσης και πολιτικών πρακτικών που επιδιώκουν τη συγκέντρωση και ενοποίηση σε βάση κυρίως ιδεολογικο-πολιτική, σε αφαίρεση από οποιονδήποτε άλλο κοινωνικό δεσμό.

Π.χ. η οργάνωση ομοϊδεατών γύρω από το «στέκι» ή την «κατάληψη» με:

(α) πρακτικές ακτιβισμού (διαδήλωση, εκδήλωση, κ.α.) κυρίως του ίδιου αυτού σώματος, συνήθως ολιγάριθμων, ομοϊδεατών, χωρίς να προσελκύονται σε αυτές μεγάλος αριθμός ατόμων με διαφορετικά αναπτυγμένη κοινωνικοπολιτική συνείδηση·

(β) άλλες συνοδευτικές πρακτικές κοινωνικοποίησης (πολιτιστικά φεστιβάλ, πάρτυ, γλέντια, αθλητικά δρώμενα κ.α.) που εμπλέκουν κυρίαρχα και πάλι τους ομοϊδεάτες·

(γ) μορφές οργάνωσης έξω από κάθε σύνδεση με τους χώρους εργασίας, αλλά, εν τέλει, και γειτονιάς, καθώς ο τοπικός παράγοντας αφορά κυρίως την εγγύτητα με το «στέκι», προς χάριν της εύκολης πρόσβασης σε αυτό, και δεν αφορά απαραίτητα τα λαϊκά προβλήματα της γειτονιάς ή της πόλης·

(δ) συνήθως έξω από ή και σε αντίθεση, ενίοτε και πολεμική, με οποιαδήποτε υπαρκτή οργάνωση (εργατικό σωματείο, τοπική αυτοδιοίκηση, φοιτητικός σύλλογος· να μια διαφορετικού τύπου “εξωτερικότητα” (!), στο κοινωνικό επίπεδο αυτή τη φορά, που κάποιες φορές υποκρύβει και μια αίσθηση αυτόκλητης πρωτοπορίας στη βάση της φετιχοποίησης της μιας ή της άλλης -αναβαθμισμένης- μορφής πάλης)·

(ε) πολιτική δραστηριότητα ως «χόμπι» στον «ελεύθερο χρόνο» και όχι σε σύνδεση με την εργασία, το σχολείο, τη γειτονιά κ.ο.κ.·

εν τέλει, η τέτοια οργάνωση αποτελεί και άρνηση της αναγκαιότητας σχετικού διαχωρισμού των τριών επιπέδων που αναφέρθηκαν στο σημείο 2: το «στέκι» ή η «κατάληψη» υποκαθιστά και το κόμμα και το μέτωπο και οποιαδήποτε μορφή κοινωνικής οργάνωσης και δεν ευνοεί τη δημιουργία μόνιμων κοινωνικοπολιτικών δεσμών έξω από τον στενό κύκλο των ομοϊδεατών. Αντίθετα, η “μέθοδος” λειτουργίας φαίνεται να επικεντρώνει στο συμβολικό, αισθητικό και ιδεολογικοπολιτικό επίπεδο στο συλ “είμαστε αυτοί που κάνουμε αυτά, με αυτά τα συνθήματα, τα προβάλουμε και περιμένουμε να έρθει κόσμος να μαζικοποιήσει την οργάνωσή μας”. Έτσι, όμως, προσελκύονται ομοϊδεάτες, όχι απαραίτητα τα διάφορα στρώματα της εργατικής τάξης και του λαού που έχουν άλλη αισθητική, ιδεολογία, ηλικία, οικογενειακή κατάσταση, τύπο εργασίας κ.ο.κ., αν και, σε τελική ανάλυση, παρόμοιες ανάγκες, ενώ αποτελούν επίσης – αν όχι κι εξίσου – θύματα της εκμετάλλευσης…

Η κριτική αυτή σε καμία περίπτωση δεν αποσκοπεί στον μηδενισμό της αγωνιστικής δράσης του χώρου αυτού. Μάλιστα, υπάρχουν πλευρές αυτής της δράσης που είναι υποανεπτυγμένες στις κομμουνιστικές οργανώσεις, όπως η συμβολή σε τοπικές δομές αλληλεγγύης, η επαφή με περιθωριοποιημένα -κι υπερεκμεταλλευόμενα- τμήματα της εργατικής τάξης, πιο νεολαιίστικα και χειρωνακτικά ή της επισφαλούς εργασίας ή των προσφύγων και μεταναστών, όπως και η αντιμετώπιση των φασιστικών ταγμάτων την εποχή ανόδου της Χρυσής Αυγής σε συγκεκριμένες γειτονιές, κυρίως της Αθήνας.

Επίσης, σε καμία περίπτωση δεν ισχυρίζομαι ότι ο ΓΔ επικροτεί ή προτείνει μια -αποκλειστικά- τέτοιου τύπου δράση. Ωστόσο, όπου γίνεται πιο συγκεκριμένος, δυστυχώς όχι σε αρκετά σημεία στα δύο άρθρα του, αναφέρεται στο τοπικό, επιμέρους και πιο αυθόρμητο επίπεδο σχέσεων, πρακτικών και μορφών οργάνωσης, χωρίς καμία συγκεκριμένη αναφορά στο πως αυτό θα μετασχηματιστεί στην κατεύθυνση της ενοποίησης, του γενικού και πιο συνειδητού. Έτσι, η μάλλον απορριπτική κριτική που αναπτύσσει προς τις ιστορικές μορφές του συνδικάτου, του μετώπου και του κόμματος, καταλήγει να αντανακλά περισσότερο τις δυσκολίες, τον αρνητικό συσχετισμό στη θέση της εργασίας έναντι του κεφαλαίου στην ταξική πάλη και διαχρονικές ελλείψεις της συγκρότησης του υποκειμένου στη χώρα μας, παρά τις επιμέρους ορθές παρατηρήσεις του για αναγκαίες προσαρμογές που θα μπορούσαν να γίνουν ως προς τις συγκεκριμένες μορφές.

 

Παρ. 24/4, 19:00, Εξάντας (Βαθέος 20, Αμπελόκηποι): Γαλλική επανάσταση-Η ιστορία της τρομοκρατίας

Παρ. 24/4, 19:00, Εξάντας (Βαθέος 20, Αμπελόκηποι): Γαλλική επανάσταση-Η ιστορία της τρομοκρατίας

Για τα καθήκοντα του Κομμουνιστικού Κινήματος απέναντι στον Ιμπεριαλισμό

Για τα καθήκοντα του Κομμουνιστικού Κινήματος απέναντι στον Ιμπεριαλισμό

Τι είναι και τι θέλει η Πρωτοβουλία μας (αφίσα και συνοπτικό υλικό)

Σελίδα Facebook

Loading...

Μετά τη λογοκριτική διαγραφή του συντρόφου Κωστή Μηλολιδάκη από το facebook, παραθέτουμε εδώ το κανάλι του στο Telegram, με ενημερώσεις και μεταφράσεις για τα διεθνή ζητήματα και έμφαση στη ρωσο-νατοϊκή σύγκρουση στην Ουκρανία: